Tag Archives: Ράσελ Έντσον

Ράσελ Έντσον, Ποιήματα από τον «Βασανισμένο καθρέφτη» (β΄ μέρος)

edson-3

Φτερούγες

Στην πτέρυγα κάποιου παλιού σπιτιού, τοποθετημένη κάτω από γυαλί, μια συλλογή από φτερούγες… Τα φτερά μιας πεταλούδας διακοσμημένα μ’ ένα ψεύτικο μάτι που περιστασιακά ανοιγοκλείνει. Μια δακτυλήθρα υποδύεται το δοχείο που κρατά τις στάχτες ενός σκόρου. Μια φτερούγα από όσχεο και οστά δαχτύλων που έχει αρπάξει τη νύχτα σαν ένα φοβερό χέρι, σκοτεινό σαν τη νύχτα που άρπαξε. Μια φτερούγα από ένα λευκό κοράκι. Ένα κουνούπι με τις φλέβες του γεμάτες ανθρώπινο αίμα. Μια μικρή φτερούγα ατροφική ακόμη, άπτερη, τοποθετημένη σ’ ένα θραύσμα οστράκου. Το αόρατο, όπως κάτι σ’ ένα ενεχυροδανειστήριο, περιμένοντας ν’ αγοραστεί από έναν άγγελο. Το πτερύγιο μιας διάσημης μύτης, τοποθετημένο σε μια οδοντογλυφίδα σαν ορεκτικό, ακόμη φουντωμένο από την τελευταία του περιφρονητική ανάσα… Φτερούγες που διηύθυναν τον αέρα με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ελεύθερες στη γη, ανεμίζοντας, φτερουγίζοντας. Μερικές φορές πετώντας τόσο ψηλά που η γη μετά βίας υπάρχει…  Συνέχεια

Advertisements

Ράσελ Έντσον, Ποιήματα από τον «Βασανισμένο καθρέφτη»

endson

[Ο γεννημένος το 1935 Ράσελ Έντσον, πεισματικά λαθρόβιος και μέχρι τέλους αθέατος μέσα στην κακόφημη τύρβη της αμερικανικής ενδοχώρας, ανήκει στη χορεία των σημαντικότερων ποιητών του 20ού αιώνα. Γιός του σπουδαίου καρτουνίστα Γκας Έντσον, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του το απαράμιλλο χάρισμα να αιχμαλωτίζει το ακαριαίο και να μετατονίζει το αδιόρατο. Άλλοτε ανησυχητικά γκροτέσκο κι άλλοτε εξουθενωτικά αστείο, το πλουσιότατο έργο του, παρότι φαινομενικά μονόχορδο, απογειώνεται σ’ έναν αστερισμό αλυσιδωτών εκρήξεων και απροσδόκητων μαρμαρυγών που σαγηνεύουν με τον λαίμαργο οίστρο τους. Κι ενώ δείχνει να επαίρεται για την ανάδελφη αλκή του, υφαίνει ένα πυκνό διακειμενικό δίχτυ σαν ιστό αράχνης έτοιμο να παγιδεύσει θανάσιμα το θήραμά του. Ο φιλέρευνος –και ριψοκίνδυνος– ιχνηλάτης ο οποίος θ’ αποπειραθεί να διαπεράσει το εύθραυστο υπερρεαλιστικό κέλυφος των ποιημάτων του, θα γευθεί τους γάργαρους υπόξινους χυμούς μιας τέχνης απείθαρχης και παρορμητικής, εντούτοις απόλυτα συμπαγούς και ακονισμένης σαν ατσάλινη λεπίδα. Συνέχεια