Cogito ergo sum

31359813762_31c2737beb_bΚάθιδρος, τις είδα για μια ακόμα φορά να με κοιτάζουν με τα κίτρινα δαιμονικά τους μάτια στο ημίφως. Βλέπετε, τους τελευταίους μήνες που άνοιξε ο καιρός πάω με τις μεγάλες ώρες στο γήπεδο της περιοχής μου, προίκα των Ολυμπιακών του 2004, τότε που είχαμε ακόμα λεφτά και αξιοπρέπεια, και τρέχω στον στίβο. Κάνω τα πρώτα μου βήματα, και μετά βίας σέρνω το κορμί μου – δεν είμαστε πια και εικοσάρηδες, σκέφτομαι. Έπειτα, βάζω τα ακουστικά στα αυτιά (η μουσική στο φουλ να τραγουδάει εγχώριους κι αλλοδαπούς ερωτικούς νταλκάδες) και προχωράω όλο και πιο γρήγορα, σαν να πετάω ένα, ένα τα βαρίδια της ημέρας. Μέχρι τον τρίτο γύρο έχω βγάλει φτερά στα πόδια και καλπάζω με μανία.

Τότε συμβαίνει. Τότε τις βλέπω που τις έχω αφήσει πίσω μου τις πόρνες τις σκέψεις που με ταλαιπωρούνε τόσα χρόνια. Τις έχω μάθει μία προς μία, μα μη μου ζητάτε άλλα. Ψέματα ή μισόλογα θα πω ή θα το μετανιώσω. Θέλουν να με φτάσουν, αλλά πώς, με τα πλαδαρά κορμιά ή με τα στραβά ατροφικά κανιά τους; Πότε κλαψουρίζουν σαν παιδί και πότε μ’ απειλούνε: «Μη μας αφήνεις!» «Είμαστε εσύ!» «Μας έχεις πια ανάγκη!» Τις περιγελώ, τους δείχνω τα αχαμνά μου, καγχάζω από δίπλα τους καθώς τις προσπερνάω. Μένουν ανήμπορες να με κοιτούν, με πονηριά και με κακία. Ύστερα, αποκαμωμένος, αλλά σίγουρος ότι τις έχω στείλει στον αγύριστο, φτάνω στο σπίτι, (κάνω καλού, κακού και τον σταυρό μου) πλένομαι και κοιμάμαι ξένοιαστος σαν βρέφος.

Η νύχτα όμως –πάντα η νύχτα– είναι δικιά τους. Πιάνονται χέρι, χέρι και σέρνοντας τα ποδάρια –δεν είναι θρόισμα του ανέμου αυτό που ακούς– παίρνουν κι αυτές τον δρόμο του γυρισμού. Περνούν τα έρημα στενά κι οι σκύλοι τους γαβγίζουνε με λύσσα. «Ησύχασε δεν είναι τίποτα!», τους λεν’ τ’ αφεντικά τους αν τύχει να ναι ξύπνια. Κάνουν παράκαμψη τρεις δρόμους πίσω από τον δικό μου γιατί φρίττουν την εκκλησία με την Αγία Τράπεζα και τον Παντοκράτορα στον τρούλο. Εν τέλει φτάνουν. Ανεβαίνουν εξαντλημένες αλλά ανένδοτες ένα, ένα τα δεκαεπτά μαρμάρινα σκαλιά, ανοίγουν την εξώπορτα με τα κλειδιά –ξέρουν και τον κωδικό του συναγερμού– και την ξανακλειδώνουν με προσοχή. Προχωράνε στον διάδρομο μες το πηχτό σκοτάδι και βρίσκουν τον δρόμο προς την κάμαρα και το κρεβάτι μου. Χώνονται κάτω απ’ τα σκεπάσματα κι αρχίζω μεσ’ τον ύπνο μου να βαριανασαίνω. Μέχρι τα ξημερώματα, έχουμε γίνει πάλι ένα.

Γιώργος Παπαδόπουλος

 

Advertisements

Tagged: , ,

One thought on “Cogito ergo sum

  1. Ανώνυμος Σεπτεμβρίου 6, 2018 στο 14:39

    kkk

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: