Άτιτλο

800px-Viejos_comiendo_sopa

«Να τους λυπάσαι τους εχθρούς σου· σα θρόμβος ψύχους ζήσε πλάι τους και ξαρματώσου. Γδύσε τη μπλε χορδή που βάφει το φεγγάρι σου τραυλίζοντας μες απ’ το ρήγμα των σφαγμένων κεφαλιών τους».

Γ. Χ.

Σκαρφάλωσε την άδεια Βαλτετσίου λαχανιάζοντας. Θα μπορούσαν να τον λένε Νίκο, σαν εκείνο τον ταλαίπωρο φαφούτη που παρίστανε τον Πρώτο Γραμματέα στους χιονισμένους βόθρους της Κρονστάνδης, τα δύσμορφα χρόνια της Απύθμενης Λατρείας του σοβιετικού Μεσσία τους, Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς. Ανυπερθέτως Νίκος, ίσως Βλαδίμηρος ή Σήφης, έστω, χωρίς τις βαρύγδουπες μικροαστικές αοριστίες μερικών τυχάρπαστων λακέδων: «Λαοκράτης» και «Σπάρτακος» και «Ζήσιμος» (ή μήπως «Ζωσιμάς»;). Αηδίες. Βδελυσσόταν τους κήρυκες της ηττοπάθειας και τα πλοκάμια της μαυλιστικής, θηλυπρεπούς νωχέλειας που βελόνιζε τα σατανοχέσματα της μπουρζουαζίας. Διάολε, μήπως δεν ήταν μαχητές, γιοί των ηρώων που παιάνισαν από καρδιάς τους πιο σεπτούς ύμνους της εποποιίας; Η ξασπρισμένη λεοπάρδαλη της γούνας του τον κάνει να μοιάζει με βρώμικο σταχτοδοχείο. Βούλιαξε στη γλυκιά τύρβη της Ελλάδας αμέσως μετά την Κατεδάφιση. Διόλου δεν μνημόνευε το κύμα που σάρωσε τον όλβο των εδεμικών νυμφώνων τους μέχρι την αποφράδα πτώση, το γκρέμισμα των αγελαίων τους ονείρων, τη μόλυνση της σοσιαλιστικής ιδέας από τους τρισκατάρατους προδότες και τους οπορτουνιστές. Όμως τα ιδρωμένα τοπάζια των ματιών του έσταζαν ντροπή και θρήνο. Αν τον κοίταζες σίγουρα θα καρφωνόσουν στην τραχιά μογγολική γυαλάδα του, σ’ εκείνο το ρηχό του βλέμμα και το προγναθικό χαμόγελο που σκλήριζε σαν μέδουσα πλημμυρισμένη μωβ και σιέλ αγκάθια πύου να θρυμματίζεται μέσα στην υγρασία του αττικού φωτός. Κλώτσησε τις ιριδίζουσες ομίχλες του Λονδίνου για να γευτεί τον βόρβορο των Εξαρχείων. Χρειαζόταν, σαν τους κομψούς μποέμ της ράτσας του, τον άθλιο λόχο των ιθαγενών, πίσω στον οχετό που θα τον ρυμουλκούσε με τις στυφές, θωπευτικές μολπές του. Όταν καμιά φορά πλησίαζε στην ΚΟΑ, ένας κουβαριασμένος δασύτριχος πολτός σπαρταρούσε στον φιλάσθενο βυθό του στομαχιού του, μια νυσταγμένη ρωσική γατούλα που τόλμαγε να δέρνει το λευκό της πέλμα στα κοφτερά σμαράγδια της κοιλιάς του. Διέθετε όλα τα εχέγγυα που θα μεθόδευαν την αναρρίχησή του στους παρνασσούς του ακαδημαϊκού κατεστημένου: ατάλαντος, ηλίθιος, ιησουίτης, μ’ αυτό το δέος της ιερής ματαιοδοξίας να στεφανώνει το φαλακρό κρανίο του σαν αύρα. Σταδιοδρόμησε σε μια παράγωνη σχολή της επαρχίας. Αρθρογραφούσε στα σημαντικότερα μαρξιστικά περιοδικά. Οι τόσο φλύαρες μελέτες του υπήρξαν αυστηρά θεματικές: «Οσιομάρτυρες αγωνιστές του ταξικού ξεσηκωμού στην ποίηση των ελασσόνων του Μεσοπολέμου», «το θρόισμα της κομμουνιστικής αχλής στο πολυμυθιστόρημα του Αλέξη Πάρνη», «Πικρέ μου κύκνε, Γκόρκυ», «Οικοδομώντας το κολχόζ μες στους ναούς των σκατοΔουβλινέζων: ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος ψηλαφίζει τον λαβύρινθο του Τζόυς», «Κάτι λοιπόν πορφύρωσε τις μπούκλες της ολόμαυρης ρενάρ του: Ο Ρίτσος των σταχανοβίτικων ελπίδων μας», με κορυφαίο το «Οι γοτθικοί Κοτζιούλες της ζωής μου», και ούτω καθεξής. Παρότι καυχιόταν πως τάχα θεραπεύτηκε δραπετεύοντας εγκαίρως απ’ τις παχύσαρκες θηλές του Κόμματος, χάζευε την υπέροχη, φρικτή στοργή της Αδελφότητας. Προμηθευόταν τακτικά την εφημερίδα της επίσημης γραμμής καθώς και τα φυλλάδια που διακινούσαν με τη γνωστή τους κλούβια ζέση τα βδελυρά σκουλήκια της οργάνωσης. Μουρμούριζε τα τροπάρια του ποιμνίου: αντάρτικα, δημοτικά, ρεμπέτικα σέρνοντας την ψυχή του πάνω στα νωπά βαμβάκια της αστρικής τους μελωδίας. Η μάνα του φρόντισε να τον δωρίσει στη Νεολαία με το που άγγιξε την τρυφερότατη ηλικία των οκτώ. «Τιμούμε την αφοσίωση και τον οπαδικό σου οίστρο», είπε γαυγίζοντας ο κομισάριος, «την ταπεινή ευλάβεια, την άσβεστη θερμότητα του πάθους σου, προπάντων όμως την εγρήγορσή σου. Θυμήσου πως ο εχθρός καραδοκεί. Μια μέρα θ’ αρπάξει το παιδάκι σου, θα το πνίξει σαν κοτόπουλο και θα το κρεμάσει στα σκουριασμένα γείσα των μοναρχοφασιστικών πορνείων του. Ήσουν ο μολοσσός μας. Υπάκουο, βουβό σκυλί που τρόχισε τα νύχια του για χάρη του λαού και του κινήματος. Εμείς μονάχα γαληνέψαμε και χαλυβδώσαμε την πίστη σου. Άκου πώς φτερουγίζουν οι στρατιές των όρνεων, νιώσε το λαίμαργο γουργουρητό που πλαταγίζει μέσα στα γαμψά τους ράμφη. Σαν λυσσασμένοι κόνδορες διψούν για το τυφλό μας αίμα. Η ροδαυγή σου μας θωράκισε. Μαζί μας ανατέλλει, βλασταίνει μέσα στη λάσπη των εντέρων μας σαν γενναία πυροστιά. Σκέπασε με το τεφρό βερνίκι της τη γλώσσα σου, σε τρώει σαν γλυφό νεράκι που χρωματίζει τους κοπτήρες σου και ρουθουνίζει σαν καυτή βροχή πάνω στο σάπιο μέταλλο της νύχτας. Αγροτοσυνδικαλίστρια, τυροκόμος, χολερική μαγείρισσα της κόβας. Δεν νάρκωσες τον κανακάρη σου με ψόφιους έρωτες και φαύλα χάδια, τον ατσάλωνες στην πείρα μας σα ζαφειρένιο βέλος να μαχαιρώσει τις οχιές και τα πτωματοφάγα στην κόψη του γυμνού του σφυροδρέπανου». Σεβόταν τις αρμαθιές των οστρακόδερμων κηφήνων που νανούριζαν τον βήχα του. Μειλίχιος ψεύτης. Οραματίστηκε την παρέλαση της Ουτοπίας μ’ ένα σύγκορμο τρεμούλιασμα κι έναν ρόγχο βέβηλης, οργασμικής κατάνυξης που περπάτησε σαν ρεύμα στη σπονδυλική του στήλη. Διάβαζε τότε Παρορίτη. Οι νεκρικές του λέξεις έλειωναν σαν πίσσα γεμίζοντάς τον με τους αγέρωχους στροβίλους της πηχτής τους μουσικής. Ήρθε και τον αγκάλιασε. Έγειρε προσπαθώντας να φωλιάσει στην αραιή χλόη των μαλλιών του σαν τεράστιος σκαραβαίος. Ξέφτια ποπλίνας και σιφόν ρυάκιζαν στις έμπουσες του λάρυγγά του. Χοντρά σκοινιά δεμένα με πλερέζες και ψαρίσιο κρέας τον έσφιξαν σα μέγγενη. Πίσω απ’ τις θήκες των βλεφάρων του άχνιζαν ροζ αλφικές κόρες ερπετού. «Πόνεσες ώσπου να κερδίσεις τις άφθες, τις ιζηματώσεις και τις οσφυαλγίες. Ύψωσες άκεφα τις νευρασθενικές σου ρίμες στην αμφιλύκη των λαδωμένων της βοστρύχων. Κλάδεψες τα λεπρά σου μαδριγάλια για να τη φιμώσεις. Στιγμή δεν νίφτηκες, αχρείε, με το ταγγό βούτυρο της επανάστασης. Αδαής, σεμνότυφος λοξίας και πλανόδιος ζντανοφίσκος. Σιχάθηκα τα κούφια ξόρκια σου. Ξόφλησες όπως οι δηλωσίες. Καλύτερα ν’ αρχίσεις να πεθαίνεις». Θ’ αυτοκτονούσε ξυραφίζοντας τις φλέβες του ή πίνοντας μισό φλιτζάνι βαρβιτουρικά. Μεμιάς ροκάνισε την ειλικρίνεια των προσπαθειών του. Σμίλευε με κλωστίτσες σάλιου τους φθοριούχους ίσκιους των δοντιών του μιλώντας για την Έρση και τη Βερενίκη, ρικνές να ζέχνουν χωματίλα και σαν μούμιες, ταριχευμένες σαν γεράκια που θεριεύουν και βογκούν ξερνώντας δάκρυα μαγνησίου και φορμαλδεΰδη. Χαλάζι τύλιξε τον ήλιο στο ξανθό του δίχτυ και μας έβρασε στη σαντιγί της θλίψης του. Θύμα της ραδιενέργειας; Όχι δα. Να θαβόταν ίσως στην αργιλώδη μύξα που γράπωσε σαν βρικόλακας τις όχθες των καινούργιων παπουτσιών του. Κανείς δε θα μεμφόταν τα φλοισβίσματα μιας αμφίστομης, σχεδόν ουράνιας ιδιοσυγκρασίας (και κυρίως τόσο μα τόσο χαμαιλεοντικής). Έτσι θα μωλώπιζε τη στύση τους. Λίγο πριν τινάξει τα ράκη από τα βρύα και τα παλιοσίδερα που κεραυνοβολούσαν με το χλωμό τους γράσο την ψυχούλα του και κρύψει τα νύχια που περίσσεψαν στο φρεάτιο με τους δράκους. Τουλάχιστον ας είχε παντρευτεί το βλάσφημο, θρασύ, καχεκτικό του λουλουδάκι. Χύθηκε μέσα του μια δρόσος και τον ρήμαξε. Το ήρεμο κουδούνισμα του χρυσαφιού με τα μπριγιάν, το φίλντισι, τις λεπτεπίλεπτες δαντέλες, τον ταξίδευε σε νηνεμίες και πελάγη χαύνωσης. Η λάμψη του μετοχικού της εκτοπίσματος. Τα λινομέταξα πουκάμισά της –υδάτινα και μπλε του πάγου και σιθρού– να κυκλώνουν την τευτονική μαγεία των βυζιών της. Μολύνθηκε ρουφώντας τη θεσπέσια γονόρροια των φετίχ του. Σκούπισε με μηλόκρασο τα χείλη του. Ζάρωσε στον ορυμαγδό και τους ιλίγγους μιας κηδείας που μισοσβηνόταν ασημίζοντας τη σπασμένη ραχοκοκαλιά της θάλασσας.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: