Υστερόγραφο

jasnikowski

Νάξος, 12 Φεβρουαρίου 2064

Αγαπημένε μου,

Άργησα να λάβω νέα σου. Νομίζω πως πεθαίνω. Το φίδι της ασθένειας σκαρφάλωσε μεμιάς στα κόκαλά μου. Δε βαριέσαι. Σουρουπώνω. Λεπτομέρειες ίσως, αφού τίποτα δεν μπορεί να κηλιδώσει την ευτυχία που νιώθω να πλημμυρίζει τις τελευταίες μέρες της τόσο πληκτικής ζωής μου. Κάτι κέρδισα κι εγώ, ο ανίδεος. Ο θάνατος καθαρίζει σιγά σιγά τα λέπια της ματαιοδοξίας μου. Τι κι αν λιμνάσαμε στο γοητευτικό χάος και στους πάγους αυτών των σαρκοφάγων ερειπίων σαν ταριχευμένες τίγρεις που γαντζώθηκαν στα βράχια της απαστράπτουσας δαιμονικής τους ομορφιάς βουλιάζοντας μέσα στην αίγλη μιας βάναυσης, σχεδόν οργασμικής αθανασίας; Όλα πια στη Νάξο θυμίζουν τις φλαμανδικές κολάσεις που ζήλεψα λαίμαργα στην εφηβεία μου. Λίγο πριν αρχίσω να σου γράφω μύρισα βαθιά τις ριπές της τοξικής ραδιενεργούς χάλαζας που ρήμαξε τις καλλιέργειες και δηλητηρίασε τους υδροφόρους ορίζοντες. Θέλω να μιλήσω για τη φρίκη του πυρηνικού ψύχους που τρόχιζε τα δρεπάνια του στο κρέας μας, το θρόισμα των ψόφιων φύλλων στα ψημένα δάση, τους φθισικούς κυματισμούς της θάλασσας, ή τις αιμόφυρτες ειδήσεις με τις οποίες δεν παύουν να μας βομβαρδίζουν τα δελτία της Επιτροπής Εγρήγορσης. Φοβάμαι τις μειλίχιες τους διαβεβαιώσεις και τις γαμψές, φασματικές σκιές της δίψας τους που μοιάζουν έτοιμες να δαγκώσουν την οθόνη. Οι ζντανοφίσκοι της λαοκρατικής κυβέρνησής μας επιθυμούν να στραγγαλίσουν την αλήθεια με τα πελώρια πλοκάμια της προπαγανδιστικής δαντέλας τους. Άκου τί μου συνέβη χθες. Παράξενα όντα εμφανίστηκαν στο αλσύλλιο που περικύκλωνε τον μητροπολιτικό ναό των Ταξιαρχών. Μια βρόμα θειαφιού και κατσικίσιας κοπριάς μας τύλιξε την ώρα που πατήσαμε το πόδι μας στο αμμοχάλικο του κήπου. «Ήρθαν εδώ για να πενθήσουν» μου ψιθύρισε ο Γαβριήλ. Ξαφνικά με πλησίασε το τέρας. Γιγάντιο και θαμπό σαν ζαρωμένο πάφλασε γύρω μου φτύνοντας πούπουλα και γκρίζες μύξες. Σαν ζελατινώδες μωβ υβρίδιο πεπλόγλαυκας και σαύρας, σφάδαζε ψαλιδίζοντας τους τοίχους της αρχαίας εκκλησίας με τις χνουδωτές σιέλ φτερούγες του. Το στριγκό, σπαρακτικό του γέλιο μου μασούσε το μυαλό. Αγκάλιασε τον λαβύρινθο του μωσαϊκού και χύθηκε σε μια παχιά σμαραγδένια λάσπη σαν νεφέλωμα πηχτής σκουριάς που αμέσως εξατμίστηκε σκληρίζοντας. Ο Ριχάρδος αυτοκτόνησε. Ξυράφισε τις φλέβες του και πυροβόλησε τον δεξιό του κρόταφο. Η σφαίρα τρύπησε το κρανίο και καρφώθηκε στην προτομή του Μάο που δέσποζε θριαμβική από τα ύψη του παλιού, σκωροφαγωμένου σεκρετέρ. Έτρεξα να τον χαιρετήσω στο νεκροτομείο. Ήταν σαν μια γκροτέσκα συσσωμάτωση κρυστάλλων χρυσοπράσιου που τρεμόφεγγε και κάλπαζε πεθαίνοντας πάνω στα σάπια δόντια των φωσφορικών δακρύων της. Τον έκαψαν λίγο μετά. Η σκιά μιας νοσταλγίας –όχι θλίψης– μου ροκάνισε τα σπλάγχνα. Βούρκωσα χαϊδεύοντας την τεφροδόχο. Θυμάμαι το γαλήνιο βελούδο του μανδύα του. Τη λύσσα των ματιών του όταν μεθούσε. Τις νύχτες που ξόδεψε να μου διηγείται τις αλλοπρόσαλλες ροδοσταυρικές του παπαριές. Φανατιζόταν φλυαρώντας για τις ανθρωποθυσίες μιας μυστικής οργάνωσης που λάτρευε τον βασιλιά του σκοταδιού. Είχε, λέει, στρατοπεδεύσει στις υπόγειες σήραγγες που γάζωναν το στομάχι του νησιού. Μου έδειξε μάλιστα και την εραλδική ασπίδα τους. Κάποιες φήμες ιστορούσαν πως κοσμούσε τα ρούχα των εκλεκτών του τάγματος και των μυημένων. Μια τυφλή γυναίκα μ’ ένα γύπα να γλείφει την αιχμή του ξίφους της. Δεν θα με φόβιζε ποτέ μια δράκα ψευτομαγισσών που τρέχει να σβήσει τον καημό της εμμηνόπαυσης με ξόρκια και παρτούζες. Μπήκαν στο σπίτι χθες όταν κοιμόμουν και μου άδειασαν το χρηματοκιβώτιο. Έκλεψαν το βραβείο της τσέχικης ακαδημίας, μερικές σκόρπιες (και πρωτόλειες) σημειώσεις μου για τους αλχημικούς στροβίλους που πυρπολούσαν την ποίηση του Φωτεινού, καθώς και τις έξι ράβδους ασημιού που μου χάρισες σ’ εκείνη την παράκρουση γενναιοδωρίας τον Ιούλιο του 2057. Σκέψου πως ο ληστής, πριν φύγει, βεβήλωσε τον πίνακα του Φράνσις Μπέικον χαράσσοντας –θου, Κύριε– έναν γαϊδουρίσιο πούτσο στο πρόσωπο του Ιννοκεντίου Γ΄! Σου στέλνω αντίγραφο της Σφαγής, κυρίως για να βεβαιωθώ πως θα την κρύψεις και θα την φυλάξεις όταν εγώ θα έχω ταξιδέψει. Μόχθησα προσπαθώντας να την ανασυστήσω (πες αναστυλώσω). Εξαίσια θρύψαλα, κουφάρια λέξεων και σπίθες θνησιμαίων αφηγήσεων. Όμως τώρα, φευ, καμιά Σφαγή δεν μπορεί ν’ αγγίξει την ψυχή μου. Δεν με γοητεύουν τα δελφικά κρηπιδώματα της ασυναρτησίας της, ο κούφιος γλωσσικός της ρόγχος, το υπερτροφικό παρνασσικό της γράσο, τα γλεύκη και τα ξύγκια των αρμών της, οι κοφτεροί σχιστόλιθοι των ετοιμόρροπών της φράσεων. Για την ακρίβεια, σιχαίνομαι τον Φωτεινό. Μισώ την κιτς, μπαρόκ νωχέλεια της δήθεν υδραργυρικής γραφής του, (πόσο μάλλον την ψεύτικη φλόγα του παραλογοτεχνικού της μύθου), θυμώνω με τις επικές μωροσοφίες του. Ποτέ δεν χώνεψα τους πανεπιστημιακούς αγύρτες. Έζεχναν. Άραγε θα με τιμήσουν, κατόπιν εκδημίας, ως τον σπουδαιότερο –πλην αιωνόβιο– υποψήφιο διδάκτορα πασών των Βαλκανίων; Όπως είδες, διατήρησα την περίτεχνη νεογοτθική γραμματοσειρά του πρωτοτύπου. Δεν κατόρθωσα να βρω το βαρύτιμο λιλά χαρτί που χρησιμοποιούσε για να σμιλέψει στη χλομή λάμψη των σελίδων του εκείνες τις άγριες δυστοπικές φαντασιώσεις. Γνωρίζεις όσα πρέπει να πράξεις. Αφρίζω στην ιδέα πως όλα θα τερματιστούν. Ας είναι. Μη με ξεχάσεις, πολυαγαπημένε φίλε μου. Σεβάσου τη μελαγχολία μου και γδύσε την θρηνώντας. Μονάχα έτσι θα με σώσεις.

Θοδωρής Σταμάτης

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: