Εναντίον – σημειώσεις για τα ράκη της στρατευμένης «ποίησης»

dore red hooding 2

Ο τίτλος, με τη βλάσφημη ρητορική, το θράσος και την ένταση της ισχυρογνωμοσύνης της, οφείλει να χρεωθεί στο κλασικό, πικρής οξυδέρκειας όσο και κυνικής αυθάδειας, κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου[1]. Φαίνεται πως ο κονιορτός των αταλάντων όταν δεν σωρεύει μάζες ομοιοκαταληξιών ρουφώντας τη λάσπη της δελφικής του φθίσης, λούζεται στα ζείδωρα νάματα της αριστερόστροφης θρησκοληψίας. Ομνύει στον Βάρναλη, τον Αγγουλέ και τους λοιπούς βασιλοκτόνους, ψειρίζει τα τραγιά του Παρορίτη, θαμπώνεται και σπινθηρίζει ψελλίζοντας τις γκροτέσκες αφηγήσεις του Βαρίκα και του Πάρνη. Υπήρξαν ωστόσο πολλοί που, σε πείσμα των καιρών, δεν έπαψαν να σιχαίνονται τις βαρύγδουπες, καλλικέλαδες κραυγές των άψογων ουτοπιστικών παραδείσων που μηχανεύτηκαν τα μορμολύκεια της σταλινικής αποκτήνωσης. Λιδωρούσαν τις γλαφυρές μπαρόκ πομφόλυγες του Ρίτσου, χλεύαζαν τις δήθεν ερμητικές, αμφίστομες θρηνωδίες του Αναγνωστάκη, τις ηδυπαθείς φούγκες του Λεοντάρη, τη μολυσματική πυόρροια του Δημήτρη Δούκαρη, τις σόλοικες ριμάδες του Κοτζιούλα. Μονάχα τα κνώδαλα του «δημοκρατικού» μας βούρκου πενθούν για τα δεινά της Κατεδάφισης φτύνοντας νεκρόφιλες πεισιθανάτιες υλακές για τα όσια της τάξης και του έθνους, την εύρωστη προλεταριακή σάρκα που σπαταλήθηκε σμιλεύοντας θούριους, κούφια μαρτυρολόγια και πλουσιοπάροχα κοντάκια ή κλαίγοντας για τις τσιμινιέρες που γκρεμίστηκαν αμαχητί, μέσα στον στρόμβο μιας λαίμαργης και σχεδόν αυτιστικής μοιρολατρίας. Όταν δεν χειροκροτούσαν με τη σαρδόνια σεμνοπρέπεια και το βουβό, νωχελικό τους οίστρο την αφοσίωση στα κλέη και την αχλύ της κομμουνιστικής σημαίας, κυνηγούσαν κάθε τι ρηξικέλευθο, πυριφλεγές και τοξικό για το στομάχι της δαφνοστεφούς Εδέμ που φρόντισε την εργατιά μας θάβοντάς την στα σπήλαια της στοργικής της χόβολης. Αυτό που φανερωνόταν ήταν μια «ποίηση» δήθεν καινόσπουδη και ριζοσπαστική, μα στην ουσία της αιμοχαρής, κακόζηλη, βαθιά μισαλλόδοξη και σκοταδιστική.

Λυσσαλέοι στρατοπεδάρχες του ζόφου και της αλητείας, σιδερόφραχτοι κήρυκες κοπρολάγνων κοσμοθεωριών και νόθων ιδεοληψιών, ιερουργοί και κιβδηλοποιοί, ναρκομανείς της άδολης διαλεκτικής και του δίκιου των γονατισμένων, σοβιετόφιλοι κήνσορες και ζντανοφίσκοι που καρφώθηκαν στις επάλξεις της «αντίστασης», εγγαστρίμυθοι κλόουν, σαλτιμπάγκοι και τρισάθλιοι τυμβωρύχοι που ψιττακίζουν βάναυσα την υποδούλωση, την ερεβώδη γλίτσα και τη βαρβαρότητα, τόλμησαν να σκύψουν, ακολουθώντας τον Γιάρομιλ του Κούντερα[2], σε ό,τι πιο πρόστυχο, ειδεχθές και φονικό κρυβόταν στους ασημόγκριζους μεγάλιθους του εικοστού αιώνα και των θνησιγενών δυστοπιών του. Ασπόνδυλοι μεταπράτες του αρχαγγελικού εκείνου όλβου που φανατίζει τους συνασπισμούς των ηλιθίων, διακρίθηκαν στη βρώμικη τέχνη της συκοφαντίας, ενορχηστρώνοντας χειμάρρους δολοπλοκιών και καθυβρίσεων, σκηνοθετώντας τέλος την εξόντωση των αιρετικών, των οραματιστών και των παράφωνων αυτού του μελαγχολικού πανηγυριού. Όσο για τα πληκτικά και ταπεινόφρονα φιλολογάρια, πάντοτε τύρβαζαν απ’ την ασφάλεια της σφηκοφωλιάς τους. Όταν δεν θυσιάζουν κάθε ρανίδα της ενέργειάς τους σε μικρόψυχες ξιφουλκίες και ιοβόλες μηχανορραφίες προς υπεράσπιση της ετοιμόρροπης ακαδημαϊκής τους χαραυγής, σπεύδουν να φυλακίσουν τις άγριες μεσοπολεμικές τους ονειρώξεις σε πολυπλόκαμες αφυδατωμένες διατριβές, αρθρίδια που λαμποκοπούν σαν φλεγμονές, ραχιτικές βιβλιοκρισίες, ρικνά δοκίμια και  χολερικούς λιβέλους καταψύχοντας στο λάρυγγα του χρόνου το πάμφωτο, ουράνιο έπος του τροπαιοφόρου μας λαού. Πτωχαλαζόνες αρχαιοδίφες και σχολαστικά σκουλήκια που θέλησαν να σβαρνίσουν δίχως πανοπλία τις αλχημικές αβύσσους του νοήματος ιδρώνουν και ζαλίζονται ματαιοπονώντας. Βουλιάζουν στους γαμψούς μαιάνδρους των φαντασμαγορικών τους γραφημάτων, τους αλγεβρικούς τραγέλαφους, τις οικτρές ποσοστιαίες αναλύσεις μιας κολοβής, οξειδωμένης αίγλης που σιγοπνίγεται για χάρη της αδογμάτιστης, επιστημονικής αδιαλλαξίας. Μακάβρια σεραφείμ του θεότυφλου κομματικού Λεβιάθαν, με τους μανδύες, τα χρυσοποίκιλτα γαλάζια ράσα και τις ασπιρίνες, τώρα μονάζουν στις μειλίχιες θάλασσες της δόξας τους· αφού χόρτασαν σφαγές, ανδροκτασίες και προπηλακίσεις, σαν τις σκολόπενδρες δηλητηρίασαν τη λεία τους μέχρι να μαλακώσει και να τη σπαράξουν ήσυχα: βιάζοντας και στρεβλώνοντας την ιστορία, φιμώνοντας τους «αντιδραστικούς», διώκοντας τους «δηλωσίες».

Η περιπέτεια του στρατευμένου «καλλιτέχνη» στους λαβυρίνθους της ολοκληρωτικής σκέψης, με τις κυβιστήσεις, τις συσπειρώσεις και τις συστροφές της, αναδεικνύει το δράμα ενός εαυτού που κλυδωνίζεται και παραπαίει, καταλήγοντας να σφηνωθεί για τα καλά στη σφαίρα του γελοίου. Πόσο μακριά απ’ τον Καρούζο και τη Δημουλά, τον Ασλάνογλου, τον Βαρβέρη και τη Χατζιδάκι, τον Δημητριάδη, τον Αρανίτση και τον Γονατά, τη Μαστοράκη και τον μυθικό Παναγιωτόπουλο, τον αγλαό Νίκο Φωκά και τον Δ. Ι. Σουρβίνο. Λίγοι προβληματίστηκαν ουσιαστικά για την ίδια τη φύση και το εύρος της ποιητικής έκφρασης ψηλαφώντας τις ακρώρειες μιας γλώσσας υδραργυρικής και ασπαίρουσας που τείνει στο καθαρό μηδέν της αυτοεξάλειψης. Αγνόησαν, έτσι, τους συριστικούς ρόγχους και τα ξόρκια που τους καλούσαν να ενωθούν με τον ορυμαγδό του πλήθους και να ψοφήσουν γλείφοντας τις λόχμες της οπαδικής αμβλύνοιας. Τιμαλφείς μυστικιστές της λέξης, όπως ο Καίσαρ Εμμανουήλ ή ο σεπτός Γ. Σ. Πατριαρχέας, υποχρεώθηκαν βέβαια να σφυρηλατήσουν το κάποτε τραχύ τους ύφος, δαμάζοντάς το με το μαστίγιο της διαρκούς εκλέπτυνσης στην υψικάμινο μιας στιλπνής, μάλλον αποφθεγματικής αλληλουχίας ήχων που πασχίζει να γραπωθεί στα ξέφτια της σιωπής. Στάθηκαν κερδισμένοι.

[1] Εναντίον, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2012.

[2] Η ζωή είναι αλλού, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2004.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: