Ράσελ Έντσον, Ποιήματα από τον «Βασανισμένο καθρέφτη»

endson

[Ο γεννημένος το 1935 Ράσελ Έντσον, πεισματικά λαθρόβιος και μέχρι τέλους αθέατος μέσα στην κακόφημη τύρβη της αμερικανικής ενδοχώρας, ανήκει στη χορεία των σημαντικότερων ποιητών του 20ού αιώνα. Γιός του σπουδαίου καρτουνίστα Γκας Έντσον, κληρονόμησε απ’ τον πατέρα του το απαράμιλλο χάρισμα να αιχμαλωτίζει το ακαριαίο και να μετατονίζει το αδιόρατο. Άλλοτε ανησυχητικά γκροτέσκο κι άλλοτε εξουθενωτικά αστείο, το πλουσιότατο έργο του, παρότι φαινομενικά μονόχορδο, απογειώνεται σ’ έναν αστερισμό αλυσιδωτών εκρήξεων και απροσδόκητων μαρμαρυγών που σαγηνεύουν με τον λαίμαργο οίστρο τους. Κι ενώ δείχνει να επαίρεται για την ανάδελφη αλκή του, υφαίνει ένα πυκνό διακειμενικό δίχτυ σαν ιστό αράχνης έτοιμο να παγιδεύσει θανάσιμα το θήραμά του. Ο φιλέρευνος –και ριψοκίνδυνος– ιχνηλάτης ο οποίος θ’ αποπειραθεί να διαπεράσει το εύθραυστο υπερρεαλιστικό κέλυφος των ποιημάτων του, θα γευθεί τους γάργαρους υπόξινους χυμούς μιας τέχνης απείθαρχης και παρορμητικής, εντούτοις απόλυτα συμπαγούς και ακονισμένης σαν ατσάλινη λεπίδα. Ο Έντσον θα χλεύαζε την κενόσοφη φλυαρία του Μπρετόν, τον βουκολικό στόμφο του Ελυάρ ή την πλαδαρή αφέλεια του Αραγκόν και όσων απεργάζονταν κομψηλίθια μανιφέστα βουτηγμένα στον φρεσκοχυμένο αιμάτινο πολτό των απανταχού μπολσεβίκων. Η δυσοίωνη πανουργία των αλλόκοτων συλλογών του οφείλει περισσότερα στο θέατρο του παραλόγου και τα κοφτερά ταχυδράματα του Δανιήλ Χαρμς, ομνύοντας στην αγέρωχη λάμψη της μηδενιστικής φάρσας και όχι στις αχαλίνωτες ονειρώξεις που φλόμωναν τα πεινασμένα υπογάστρια των πωρωμένων ορδών του Παρισιού. Πρόκειται μάλλον για μαύρες οντολογικές κωμωδίες, μεταλλαγμένες εκβλαστήσεις απ’ τους πολύκλωνους τερατόσχημους καταρράκτες του Κάφκα και του Μπέκετ. Η υγρασία της γραφής του, σμιλεύοντας υδραργυρικά τοπία πικρών θαυμάτων κι ανόσιων ερήμων, αποπνέει μια βρυώδη, πένθιμη οσμή κεντροευρωπαϊκού ζόφου, σαν αυτή που αναδίδουν τα κείμενα του Σλάβομιρ Μρόζεκ ή οι παραισθησιογόνες φαντασμαγορίες του Μπρούνο Σουλτς. Αντηχεί τους μακάβριους βρυγμούς της Τζόυς Μανσούρ, ενώ αρδεύεται απ’ τη δαιμονισμένη ζωολογία της Λεωνόρα Κάρρινγκτον, σκορπίζοντας αλλεπάλληλους θυσάνους τοξικού φλέγματος, όπως ο βλοσυρός βιρτουόζος της βικτωριανής ειρωνείας, Σάκι. Οι εύφλεκτοι εφιάλτες του, με την αέρινη σκηνοθεσία και την αμείλικτη λαμπρότητά τους, μοιάζουν να δυναμιτίζονται χάρη στον σαρκοβόρο φώσφορο που στραγγίζει τα μυθιστορήματα της Άντζελα Κάρτερ, καθώς και στην αποκτηνωμένη, αδηφάγο σιωπή του σαρδόνιου Πίντερ, ο πνιχτός ρόγχος του οποίου σπεύδει να υποτιτλίσει τον τραγέλαφο της μεταπολεμικής μας παράνοιας. Αυτά τα παράξενα πεζόμορφα ποιήματα χαρτογραφούν στιλπνά θρύψαλα ιστοριών, λοξά σπαράγματα μύθων ή απόκρυφων διηγήσεων που πυροδοτούνται απ’ τα ερέβη των πιο αρχέγονων τρόμων του ανθρώπινου υποσυνειδήτου· ερμητικές αλληγορίες ή βέβηλους γρίφους που σε παρασύρουν στους λαβυρίνθους της απόκοσμης θαμπάδας τους. Ο Ράσελ Έντσον πέθανε αθόρυβα το 2014.]

Μωρά πιάνα

Ένα πιάνο είχε κάνει μια τεράστια κουράδα. Ο χειριστής του ήλπιζε πως η κυρία του σπιτιού δεν θα το παρατηρήσει. Αλλά η κυρία του σπιτιού είπε, τι είναι αυτή η τεράστια μαυρίλα; Το πιάνο μόλις έκανε μωρό, είπε ο χειριστής. Αλλά δεν βλέπω καθόλου κλειδιά, είπε η κυρία του σπιτιού. Θα έρθουν αργότερα, όπως τα δόντια των μωρών, είπε ο χειριστής. Εν τω μεταξύ, το πιάνο έριξε άλλη μια τεράστια κουράδα. Τι είναι αυτό, φώναξε η κυρία του σπιτιού, ασφαλώς όχι ένα ακόμη μωρό; Δίδυμα, είπε ο χειριστής. Μοιάζουν περισσότερο με μπάλες κανονιού παρά με μωρά πιάνα, είπε η κυρία του σπιτιού. Το πιάνο έριξε άλλη μια τεράστια κουράδα. Τρίδυμα, χαμογέλασε ο χειριστής.

Το στήθος

Μια νύχτα, το στήθος μιας γυναίκας πήγε στο δωμάτιο ενός άνδρα και άρχισε να του μιλά για τη δίδυμη αδελφή του. Η δίδυμη αδελφή του αυτό, και η δίδυμη αδελφή του εκείνο… Τελικά ο άνδρας είπε, αλλά σχετικά μ’ εσένα, αγαπητό στήθος; Κι έτσι το στήθος πέρασε την υπόλοιπη νύχτα μιλώντας για τον εαυτό του. Ο εαυτός του αυτό, και ο εαυτός του εκείνο… Εν τέλει ο άνδρας φίλησε τη θηλή του και είπε, Λυπάμαι, και αποκοιμήθηκε…

Τα μωρά

Αυτός ήθελε να ξέρει τι είχε αυτή στη μπλούζα της που σηκωνόταν τόσο ωραία όταν κινιόταν. Τα μωρά μου, είπε αυτή καθώς άνοιξε τη μπλούζα της κι έδειξε τα στήθη της. Του άρεσαν και ήθελε να μάθει αν θα μπορούσε να έχει ένα. Ω, όχι, απάντησε αυτή, είναι ένα συνδυασμένο σύνολο. Τότε, έκλεισε τη μπλούζα της και είπε, χρειάζονται έναν υπνάκο. Είναι κουρασμένα; Είναι απλώς μωρά, είπε, χρειάζονται τον απογευματινό τους ύπνο. Αλλά τότε άρχισαν να κλαίνε. Πω πω, είπε αυτή, πρέπει να πεινούν. Άνοιξε τη μπλούζα της και άρχισε να τα θηλάζει με δυο μικρά μπιμπερό.

Ο καινούργιος πατέρας

Μια νεαρή γυναίκα φορά τα ρούχα του πατέρα της και λέει στη μητέρα της, Είμαι ο καινούργιος σου σύζυγος. Περίμενε μέχρι να γυρίσει ο πατέρας σου, τη μάλωσε η μητέρα. Είναι ήδη σπίτι, είπε η νεαρή γυναίκα. Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό στον πατέρα σου, εργάστηκε τόσο σκληρά όλη του τη ζωή, είπε η μητέρα. Το ξέρω, είπε, η νεαρή γυναίκα, χρειάζεται ανάπαυση. Όταν ο πατέρας έφτασε στο σπίτι, φόρεσε τα ρούχα της κόρης του. Και καθώς μπαίνει στο σπίτι, φωνάζει, γεια, μαμά και μπαμπά, είμαι σπίτι…

Ράσελ Έντσον

Εισαγωγή-μετάφραση: Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: