Οι πρωτόπλαστοι

Bosch-Hieronymus-Garden-of-Earthly-Delights_center_panel

Το μυθιστόρημα του Σωφρόνη Σωφρονίου Οι πρωτόπλαστοι κυκλοφόρησε τον Ιούνιο 2015 από το Ροδακιό. Παρότι είναι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα, δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να χαρακτηριστεί πρωτόλειο. Αντίθετα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι καρπός μιας πρώιμα κατακτημένης ωριμότητας.

Η υπόθεση του μυθιστορήματος είναι, με λίγα λόγια, η εξής: Η Αυγή, μια νεαρή Κύπρια, σπουδάζει κοινωνική ανθρωπολογία στο πανεπιστήμιο Κολούμπια στη Νέα Υόρκη. Στο πλαίσιο των σπουδών της, εγκαθίσταται για ένα διάστημα στο χωριό Ασκάς της Κύπρου. Στόχος της έρευνάς της είναι να παρατηρήσει και να καταγράψει τις σχέσεις μεταξύ των ηλικιωμένων κατοίκων που έχουν απομείνει στο χωριό και των νεαρών αλλοδαπών γυναικών που τους φροντίζουν. Έτσι, προσλαμβάνεται ως οικιακή βοηθός στο σπίτι του Κώστα, ενός συνταξιούχου δασκάλου. Σύντομα θα γνωρίσει την οικογένεια του Κώστα: τον γιο του Νίκο, τη νύφη του και τα εγγόνια του. Καθώς θα περνούν οι μέρες, θα φανερώνονται όλο και περισσότερα μυστικά. Στην αρχή η Αυγή θα ανακαλύψει τα μυστικά της οικογένειας και του χωριού, στη συνέχεια θα έρθει αντιμέτωπη με τα μυστικά της πρόσφατης ιστορίας της Κύπρου και εν τέλει θα της φανερωθεί ένα αρχαίο μυστήριο της παγκόσμιας ιστορίας. Όλα αυτά τα μυστικά συνδέονται μ’ έναν κρυφό μίτο, που ξεκινά απ’ τον Απόστολο Παύλο και την αρχαία Κύπρο, περνά απ’ την αναγεννησιακή Ολλανδία και τον Ιερώνυμο Μπος για να φτάσει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου και τον αρχιεπίσκοπο της Κύπρου Λεόντιο. Κέντρο του μυστηρίου είναι η σύνθεση του πίνακα Ο κήπος των επίγειων απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος υπό τις οδηγίες του Φρανσουά Βιγιόν και η μακροχρόνια σύγκρουση Αδαμιστών και Νέων Πνευματιστών.

Ο Σωφρονίου κατορθώνει να συνυφάνει σ’ ένα ακέραιο όλον τεχνικές και θέματα της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας με σχήματα και μοτίβα της παραδοσιακής μυθιστοριογραφίας. Ο συγγραφέας μας γνωρίζει άριστα και τις δύο παραδόσεις και ξέρει να τις χειρίζεται περίφημα. Απ’ τον μεταμοντερνισμό παίρνει κυρίως το ελεύθερο παιχνίδι με τους χρονότοπους. Απ’ το κλασικό μυθιστόρημα αντλεί την αφηγηματικότητα. Στο παραδοσιακό μυθιστόρημα ο χρονότοπος είναι σχετικά σταθερός: η πλοκή εκτυλίσσεται στον ίδιο τόπο ή στον ίδιο χρόνο. Αντίθετα, στο μεταμοντέρνο μυθιστόρημα ο χρονότοπος εναλλάσσεται διαρκώς. Έτσι γίνεται και στο μυθιστόρημα του Σωφρονίου: ο αναγνώστης μετακινείται ακατάπαυστα από τη Νέα Υόρκη στα χωριά της Κύπρου, απ’ το Άμστερνταμ στη Θεσσαλονίκη και στο Άγιο Όρος. Μετακινείται επίσης διαρκώς στον άξονα του χρόνου: από το 2011 στο 1947, στο 1974, στο 1980, στο 1929, στο 1490. Επιπλέον, υπάρχει και μια άλλη συνεχής μετατόπιση, μια μετατόπιση από είδος σε είδος: από το ημερολόγιο στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, από το άρθρο εφημερίδας στην αλληλογραφία, στον θεατρικό διάλογο, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση και την εξομολόγηση.

Το μυθιστόρημα του Σωφρονίου όμως είναι και ένα ψηφιδωτό αφηγήσεων. Αμέτρητοι αφηγητές λένε τις ιστορίες τους, άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο. Ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Ιερώνυμος Μπος, που αφηγείται τη σχέση του με τον Φρανσουά Βιγιόν και την ιστορία της δημιουργίας του Κήπου των επίγειων απολαύσεων. Η αφήγηση του Μπος είναι, κατά τη γνώμη μας, απ’ τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου. Για του λόγου το αληθές, κλείνουμε τη σύντομη παρουσίασή μας μ’ ένα απόσπασμα: «Ζωγράφισα βαρέλια κρασιού και κανάτες, μια άρπα, δυο αυτιά, ζάρια, κάμποσες φλογέρες, τύμπανο και μαντολίνο. Γύρω τους έστησα ένα μεγάλο πανηγύρι θανάτου με πουλιά-αρχηγούς να καταπίνουν σάρκες -ζωγράφισα δόντια παρόμοια με εκείνα στον Κήπο, όμως εδώ τα έβαλα να κατασπαράζουν ανθρώπους-, χορωδίες ν’ ακολουθούν τα προστάγματα βδελυρών πλασμάτων, εκστασιασμένα δαιμόνια να μαχαιρώνουν ανθρώπους, φλεγόμενες πολιτείες και μαύρα βουνά. Έναν αγαπημένο άνθρωπο που τον εντάξαμε στο Μεγάλο Κήπο, μέσα στο παχνί του σάκου της ζωή, να χαϊδεύει την κοιλιά μιας γυμνής κοπέλας, τον ζωγράφισα και στην Κόλαση· αυτή τη φορά έβαλα να τον τριβελίζουν. Τον άφησα να μισοκρέμεται έξω από ένα μαυρισμένο σάκο πάνω από την τρύπα του Άδη και να περιμένει μια τελευταία πιρουνιά στο σβέρκο. Δίπλα του έβαλα δυο άλλους αγαπημένους να γεμίζουν το λάκκο του Άδη με κόπρανα, ξερατά, αιμοσάλιο, προτού πέσουν κι αυτοί οι ίδιοι μέσα. Άφησα να φαίνεται η λαγνεία της σάρκας, χωρίς οποιονδήποτε ερωτισμό, και την έβαλα να τιμωρείται με κάθε τρόπο.»

Γιώργος Πινακούλας

Advertisements

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: