Το πικρότατο χρονικό της νιότης

Grant Wood, American_Gothic

Μες στην ομάδα ήμουν
άχρηστος πάντα
σαν ένα σαν
Για την ομάδα ήμουν
ύποπτος πάντα
σαν την αλήθεια
Άρης Αλεξάνδρου [1]

Το Για την αγάπη της γεωμετρίας,[2] που εκδόθηκε το 2011, αποτελεί το ένατο κατά σειρά μυθιστόρημα το οποίο έρχεται να προστεθεί στην πολύπτυχη, πληθωρική συγγραφική παρουσία της Σώτης Τριανταφύλλου. Πρόκειται, όπως εύγλωττα μας πληροφορεί η κατατοπιστική περίληψη του οπισθόφυλλου, για το «πικρότατο χρονικό της νιότης». Μιας νιότης οικτρά σπαταλημένης μέσα στους συντριπτικούς μηχανισμούς που συνέχουν την αυταρχική οικογένεια Μπότσαρη. Η ερεθιστική, γλαφυρή αφήγηση της Τριανταφύλλου καλύπτει σχεδόν μια τριακονταετία, εκκινώντας απ’ το 1971 και καταλήγοντας στο 2000. Το Για την αγάπη της γεωμετρίας διασταυρώνεται πολλαπλώς με την συναρπαστική μυθιστορηματική της αυτοβιογραφία υπό τον τίτλο Ο χρόνος πάλι[3], κείμενα ομόκεντρα που αξίζει να διαβαστούν παράλληλα.

Η πλοκή παρακολουθεί τη βαθμιαία κατάρρευση της Ανατολής, η εφηβεία της οποίας σημαδεύεται από την προβληματική συμβίωση με τους γονείς της. Ο Λευτέρης Μπότσαρης, επιτυχημένος δικηγόρος, ιδεοληπτικός κομμουνιστής και δηλωσίας της Μακρονήσου, βάναυσος σύζυγος και πατέρας, παλινδρομεί ανάμεσα στην τρυφηλότητα της μεσοαστικής του ευμάρειας και στην αταλάντευτη, σχεδόν παθολογική του αφιέρωση στο ΚΚΕ και τα ουτοπικά ιδανικά της, κραταιής τότε, Σοβιετικής Ένωσης. Η μητέρα Βασιλεία, επίσης δικηγόρος, ένα άβουλο και νευρωτικό πλάσμα, υφίσταται τη βία, τις προσβολές και την περιφρόνηση του Λευτέρη και της μοχθηρής, δεσποτικής πεθεράς της. Στην οικία των Μπότσαρη παρελαύνει μια πλειάδα συγγενών, κυρίως πολιτικών προσφύγων, εξόριστων και τυφλών ζηλωτών: μεταξύ των οποίων, συναντούμε τον χολερικό αντάρτη Λουκά, με την ασπόνδυλη ιδιοσυγκρασία και τα τσακισμένα νεύρα, καθώς και τον Μάξιμο, ηγετικό στέλεχος της ζαχαριαδικής, «αντιχρουστσοφικής» φράξιας της Τασκένδης, εκδότη και διαπρύσιο κήρυκα της εφημερίδας Κόκκινο σφυροδρέπανο. Η Ανατολή, απείθαρχη και παρορμητική, επιβιώνει ακούγοντας ροκ, καταβροχθίζοντας περιπαθώς λογοτεχνία και παρασύρεται στην εκστατική περιδίνηση που της προσφέρει η μαγεία της γεωμετρίας. Καταστρώνει λίστες και τοπ-τεν, συναγελάζεται τους αψίκορους ήρωες του Τσαρλς Ντίκενς και του Τόμας Χάρντυ, χορεύει μανιωδώς με υπόκρουση τις τραχιές μελωδίες των Joy Division και ονειρεύεται πολύεδρα. Ο μικρότερος αδελφός της Τόυ ξαφνικά βουβαίνεται, αντιμετωπίζοντας τη διογκούμενη νοσηρότητα μέσα στην ασφάλεια που του χαρίζει η άθραυστη πανοπλία της σιωπής, για να αγκυροβολήσει, ενήλικος πια, στη φιλήσυχη ραστώνη του αδιάρρηκτου συμβιβασμού του, απορροφημένος από την ευήθη ηρεμία του έγγαμου βίου, βλέποντας τηλεόραση και διαβάζοντας Ριζοσπάστη. Σ’ αυτό το βλοσυρό σύμπαν διαστροφικής, απόξενης πειθαρχίας και αδιάλλακτης ερήμωσης, μοναδικοί συμπαραστάτες της είναι η Αγγλίδα κουβερνάντα Γκρίνα και, κυρίως, ο Παύλος, με τον οποίο μοιράζονται τη γλυκιά συνενοχή μιας αφοσιωμένης ερωτικής φιλίας. Ο Παύλος αναχωρεί για σπουδές στο Λονδίνο και η Ανατολή, απόκληρη και ραγισμένη, αποτυγχάνει στις εισαγωγικές εξετάσεις της Μαθηματικής Σχολής, μετά τον άγριο ξυλοδαρμό της από τον Λευτέρη. Εγκαταλείπει άρον άρον το πατρικό διαμέρισμα, εργάζεται ως ωρομίσθια καθηγήτρια σε φροντιστήρια αγγλικών και παντρεύεται τον Μιχάλη, έναν άξεστο, σκληροπυρηνικό Κνίτη, κακέκτυπο επί το λαϊκότερον του αυστηρού, απόμακρου πατέρα της, επαναλαμβάνοντας τον φαύλο κύκλο των ταπεινώσεων και των εξευτελισμών που εξαπέλυε σωρηδόν ο άκαμπτος Μπότσαρης. Η εξουθενωμένη, αλλά μέχρι τέλους αιχμηρή και αδογμάτιστη ευφυΐα της Ανατολής απεχθάνεται τον υποκριτικό, ανεγκέφαλο φαρισαϊσμό του Κόμματος, το οποίο θυμίζει «εκκλησιαστική οργάνωση» (σ. 275), μια «αγέλη φανατικών πουριτανών» (σ. 217), μια «αποτρόπαιη αίρεση» (σ. 263). Ακριβώς όπως συνέβαινε στην αεροστεγή σατραπεία του Λευτέρη, η Ανατολή υποφέρει τα πάνδεινα από αυτή την ανενδοίαστη συναγωγή βαρβάρων που ηδονίζεται θωπεύοντας τις δαγκάνες ενός απαρχαιωμένου και μονολιθικού κοινοτιστικού παραδείσου. Ο Μιχάλης, παρά τις αμφιβολίες και τους οδυνηρούς κλυδωνισμούς του σχετικά με την αποτελεσματικότητα της στράτευσης, ξοδεύεται σε «άθλιες, ντουμανιασμένες αίθουσες» (σ. 217), μαζί με εκείνη την καταγέλαστη συνομοταξία που απαρτίζουν οι «συντρόφισσες», ασήμαντες, κενές γυναίκες προορισμένες κατά βάθος να γίνουν μάνες και μειλίχιες, αμίλητες νοικοκυρές. Ο κομφορμιστής Παύλος νυμφεύεται την άχρωμη, τυχάρπαστη Πέννυ όταν αυτή μένει έγκυος, εξαγοράζοντας τις ενοχές που τον κατακλύζουν για τη συμπεριφορά του απέναντι στην Ανατολή με την ανέφελη ακινησία ενός γάμου απ’ τον οποίο εκλείπει παντελώς το συναίσθημα. Ο Μπότσαρης θα αυτοκτονήσει με υπερβολική δόση ινσουλίνης, «ήσυχα στην πολυθρόνα του» (σ. 315), το 1995, πέντε χρόνια μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Παρότι η Ανατολή εξελίσσει το σπουδαίο ταλέντο της, πρωτεύοντας στην Ολυμπιάδα Μαθηματικών, βιώνει για μια ακόμη φορά την απόρριψη σ’ ένα κατάμεστο –αλλά καχύποπτο και δύσθυμο– ακροατήριο του Πανεπιστημίου Κέιμπριτζ της Μασσαχουσσέττης. Εν τέλει παραπαίει, ασυγκρότητη και συγκεχυμένη, διασχίζοντας έναν παραληρηματικό κυκεώνα ακυρωμένων επιθυμιών και απαρηγόρητων αναμνήσεων: «Κι εγώ δεν είμαι αυτή που ήμουν· όσο περνάει ο καιρός μοιάζω όλο και λιγότερο σ’ αυτό που ήμουν» (σ. 346).

Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια έκρυθμη, σπαρακτική και στοιχειωμένη ελεγεία του ανεκπλήρωτου και της απώλειας. Η πυκνή, απροσχημάτιστη και δωρική αφήγηση που σμιλεύει με τη γνωστή της αθόρυβη στιβαρότητα η Τριανταφύλλου, εναλλάσσεται σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη, ενώ άκρως ενδιαφέρουσες αποδεικνύονται οι περίτεχνες μεταμυθοπλαστικές εκβλαστήσεις οι οποίες δυναμιτίζουν την ένταση των εξιστορούμενων: συγκεκριμένα, παρεμβάλλονται θραυσματικές συνειρμικές σημειώσεις που ονομάζονται «Ημερολόγιο του κάρβουνου» από την εποχή της επεισοδιακής παραμονής της σε ψυχιατρική κλινική χάριν φρονηματισμού, καθώς και σύντομα, δοκιμιακού ύφους, πλαγιογραφημένα σχόλια, τα οποία συχνά διακρίνονται για την οξύτατη αφοριστική τους διαύγεια. Ο μυθιστορηματικός κόσμος της Σώτης πόρρω απέχει απ’ τις ξεκούρδιστες ονειρώξεις που βαυκαλίζουν τη σεμνότυφη, λαγαρή ηθογραφία των τελευταίων ετών. Το Για την αγάπη της γεωμετρίας δεν στοχεύει φυσικά να βυθοσκοπήσει τις ιλαροτραγικές διαψεύσεις του εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος[4], ούτε να ακτινογραφήσει τον υδροκέφαλο, κιτς παροξυσμό της Μεταπολίτευσης, πόσο μάλλον να σκηνοθετήσει ένα βαρύγδουπο θέατρο δωματίου με επίκεντρο τις αλλεπάλληλες αιμοβόρες αψιμαχίες μιας κατ’ ουσίαν άρρωστης οικογένειας που βασανίζει και κανιβαλίζεται. Η Τριανταφύλλου κατορθώνει να μας φιλοξενήσει σ’ αυτό το τεφρό, αποπνικτικό σφαγείο με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία. Η εφιαλτική κατάβαση της Ανατολής στο έρεβος του ψυχιατρείου και οι διαλυτικοί στροβιλισμοί της στην ασφυξία του οικιακού κολαστηρίου δεν αποτυπώνονται με γκροτέσκες υπερχειλίσεις, πηχυαίες λεκτικές εκζητήσεις ή μπαρόκ μελοδραματικές εξάρσεις. Η έμπειρη συγγραφέας καρυκεύει τον μίτο της πλοκής της με λεπτούς υπαινιγμούς, αδιόρατες υπόνοιες και θαρραλέες ειρωνικές αποστρακίσεις, χωρίς ούτε στιγμή να υποκύπτει στον πειρασμό του στείρου καταγγελτικού λόγου, της στρυφνής αλληγορίας ή του ανερμάτιστου ιμπρεσσιονιστικού ψηφιδωτού. Εντούτοις, εμπλουτίζει το παλίμψηστο κείμενό της με σελίδες ατόφιας λυτρωτικής ελαφρότητας, νησίδες αχαλίνωτου οίστρου και ακαριαίες εκλάμψεις χαρούμενης αθωότητας. Εκτός από πυρετώδες, ασθματικό συναξάρι της προδοσίας, του άφατου πόνου και της απόγνωσης, το ζέον αυτό αφήγημα συνιστά και μια έξοχη, λοξή και αποσυνάγωγη παρωδία του κλασικού Bildungsroman, ανανεώνοντας δραστικά τις φθαρμένες συμβάσεις μιας μακραίωνης λογοτεχνικής παρακαταθήκης. Η αρκούντως ευφάνταστη Τριανταφύλλου επιλέγει να κλείσει το ωριμότερο ίσως μυθιστόρημά της με μια μελαγχολική, μάλλον στυφή ακροτελεύτια απόφανση που υπογραμμίζει εμφαντικά την ανίατη σύνθλιψη της Ανατολής Μπότσαρη στο χειρουργείο του αδηφάγου συστήματος, ένα φαρμακερό επιμύθιο κατά τα πρότυπα του μελανόκαρδου Εμίλ Σιοράν: «Θα χάσεις αυτούς που αγαπάς· όλους· στο τέλος, θα χάσεις τον εαυτό σου και τη γη» (σ. 346). Ωστόσο, παρά τη στωική αποδοχή της ήττας, η καταστροφική παραφορά της ηρωίδας διόλου δεν καταλήγει σ’ ένα ασυνάρτητο ξέσπασμα, μια μετέωρη κραυγή απελπισίας στο κενό: η Τριανταφύλλου δεν συγχωρεί τους άσφαιρους μηδενιστικούς παιάνες· η ζωή της Ανατολής θα μπορούσε όντως να ήταν διαφορετική. Αγέρωχο και συνταρακτικό, οργισμένο και αποστομωτικά ρομαντικό, χωρίς ίχνος απάνθρωπης γαλήνης ή πεισιθάνατης έπαρσης, το Για την αγάπη της γεωμετρίας ομνύει μεγαλοφώνως στην αδιαμφισβήτητη αυταξία της ατομικότητας ενάντια στους ολοκληρωτισμούς και τις μισαλλοδοξίες κάθε είδους.

[1] «Αλεξανδροστρόι», Άγονος γραμμή, 1952.

[2] Σώτη Τριανταφύλλου, Για την αγάπη της γεωμετρίας, Πατάκης, Αθήνα 2011.

[3] Σώτη Τριανταφύλλου, Ο χρόνος πάλι, Πατάκης, Αθήνα 2009.

[4] Παρά τις εκκρεμείς οφειλές και τα ανεπούλωτα τραύματα, όπως κατατίθενται στο πηγαία εξομολογητικό Ο χρόνος πάλι, η συγγραφέας ουδόλως δεν ναρκισσεύεται στηλιτεύοντας τις ανήκεστες παθογένειες της ελληνικής Αριστεράς, με τις νηπιακές αυταπάτες, τη γλοιώδη χαμέρπεια, την αποκτηνωμένη εκδικητικότητα μιας συμμορίας κοντόφθαλμων φονταμενταλιστών που καταπιέζει το ευάλωτο, ευνουχισμένο ποίμνιό της με σωρείες τοξικών συμπλεγμάτων και κάθε λογής φθονερές τιμωρίες: «Χρόνια αργότερα, όταν μιλήσεις για όλ’ αυτά –σίγουρα θα μιλήσεις–, θυμήσου τα και μίλα γι’ αυτά με επιείκεια και καλοσύνη» (σ. 338).

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: