[Μία συνάντηση με τον Μιχαήλ Μπαχτίν]

Bahtin-Mihail-Mihajlovich

[Το κείμενο που μεταφράζουμε εδώ είναι ένα απόσπασμα απ’ το άρθρο της Майя Каганская [Μάγια Καγκάνσκαγια] «Шутовской хоровод» [«Γελωτοποιός χορός»], περ. Синтаксис [Σύνταξις], τόμ. 12, 1984, σελ. 139-190 (τώρα στο Майя Каганская, Собрание сочинений [Άπαντα], τόμ. 1, Salamandra P.V.V., 2011, σελ. 291-330). Το κείμενο της Καγκάνσκαγια είναι μια γενική αποτίμηση του έργου του Μπαχτίν. Εδώ μεταφράζουμε μόνο το πρώτο μέρος (σελ. 139-144· 291-294), στο οποίο αφηγείται τις αναμνήσεις της από τη μία και μοναδική φορά που συνάντησε τον Μπαχτίν. Η Μάγια Καγκάσκαγια (1938-2011) ήταν Ρωσοεβραία φιλόλογος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος. Σ.τ.Μ.]

…Ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς βρισκόταν σε απόλυτη ακαταληψία:
– Δεν καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω καθόλου!… Η νοσοκόμα, μια απολύτως λογική, θα ’λεγε κανείς, νοσοκόμα, αργοπορεί, όταν τη φωνάζουμε, σχεδόν παράλογα… Της χάρισα το βιβλίο μου, αλλά κάπως, ξέρετε, αμήχανα: «Λένε», μου λέει, «ότι είστε συγγραφέας, θα μπορούσα άραγε να διαβάσω κάτι δικό σας;» Λοιπόν, της το χάρισα. Φοβάμαι, φυσικά, να τη ρωτήσω, και αυτή επίσης, μια τόσο ευαίσθητη κοπέλα, αποφεύγει να με κοιτάξει στα μάτια. Αυτά βέβαια συμβαίνουν στη ζωή, δεν έχω παράπονο. Εδώ και τρεις μέρες όμως, μου φέρνει, εμφανώς παραινετικά, τούτο δω…

Και ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς κούνησε πάνω κάτω «τούτο δω», κι έτσι έριξε το θερμόμετρο που είχε βάλει στην καθορισμένη θέση, δηλαδή κάτω απ’ τη μασχάλη του, εκείνο γλίστρησε προς κάποια κατεύθυνση και κάπου χάθηκε, η Ελένα Αλεξάντροβνα έβαλε τις φωνές, κάποιος απ’ τους παρόντες υποπτεύτηκε το μπατζάκι της πιτζάμας, ένας δεύτερος έσκυψε κι έψαχνε μυωπικά το πλησιέστερο στον Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς τμήμα του πατώματος, και πάτησε το θερμόμετρο, ένας τρίτος απ’ τους φιλοξενούμενους γενίκευσε χαμηλόφωνα: «Καρναβάλι».

Οι φιλοξενούμενοι βρέθηκαν σε αμηχανία. Η Ελένα Αλεξάντροβνα απελπίστηκε. Ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς όμως, με ολύμπια αταραξία, έβγαλε απ’ το κουτί με την επιγραφή «ανδρικά παπούτσια», όπως ο Περούν απ’ τη φαρέτρα[1], το επόμενο θερμόμετρο, το έβαλε στην καθορισμένη θέση, δηλαδή κάτω απ’ τη μασχάλη του, κι έπειτα εξέφρασε την απορία του:

– Λοιπόν, εντάξει η νοσοκόμα… Ξέρω όμως απ’ τον Βαντίμ Βαλεριάνιτς, επομένως αξιόπιστα, ότι όλη η μοσχοβίτικη διανόηση το διαβάζει μετά μανίας, τη στιγμή που εγώ δεν κατάφερα ούτε το ένα τρίτο. Μπουλβάρ;! Καμία σχέση! Το μπουλβάρ είναι λογοτεχνία, και μάλιστα πολύ γοητευτική, αλλά τούτο δω –ήθελε πάλι να κουνήσει πάνω κάτω «τούτο δω», αλλά η Ελένα Αλεξάντροβνα γαντζώθηκε απ’ το ριγέ μανίκι του– είναι απλώς πληκτικό. Πολύ πληκτικό. Αφάνταστα πληκτικό.

«Τούτο δω είναι πολύ πληκτικό» – ήταν το νέο μυθιστόρημα του Βσέβολοντ Κότσετοφ Τι θέλεις λοιπόν; (Чего же ты хочешь?)

Έτσι άρχισαν, μπροστά στα ματιά μου, οι διαφωνίες του Μ. Μ. Μπαχτίν με το κύρος, που για πολλά χρόνια ήταν εντελώς υπηρεσιακό και υποταγμένο.

Εκείνο το αλησμόνητο βράδυ, το κύρος παρουσιάστηκε, στο αρχοντικό δεκεμβριανό ηλιοβασίλεμα, στο δωμάτιο ενός σανατόριου κοντά στη Μόσχα (αμυδρός ηλεκτρισμός, παχύ γυάλινο δάπεδο, το γυαλί σκοτεινό, πίσω απ’ το γυαλί όμως έφεγγε ακόμα απ’ την πυκνά χιονοστρωμένη αυλή με τα χριστουγεννιάτικα έλατα τοποθετημένα εγκαίρως στις γωνίες), σε δύο πασίγνωστα ονόματα κατευθείαν απ’ το ρωσικό αρχοντικό μυθιστόρημα – και σε μένα, την άγνωστη.

Ο φορέας ενός απ’ τα ονόματα (ας τον ονομάσουμε «Α») ήδη από καιρό ανήκε στον μπαχτινικό κύκλο, ο άλλος (ας τον ονομάσουμε «Β» λόγω της διφορούμενης έννοιας του «Μπ»[2]) παρουσιάστηκε στην αυλή εκείνο το βράδυ. Κι εγώ επίσης.

(Παραλείπω τα ονόματα όχι από φόβο μήπως προξενήσω κάποια βλάβη στους κατόχους τους, αλλά εξαιτίας του υποκειμενικού χαρακτήρα αυτών των αναμνήσεων, που για κάποιο λόγο παρουσιάζουν αρρυθμία στην εικόνα και στο χρώμα, σαν ελαττωματική ταινία. Φαντάζομαι λόγω ταραχής: Κι όμως, ο Μπαχτίν είναι η μοναδική ζωντανή μεγαλοφυΐα στη ζωή μου από τότε και μετά!…)

Εντωμεταξύ, ενώ εγώ εδώ δικαιολογούμαι, στον ντόπιο ουρανό έγινε βραχυκύκλωμα: το ηλιοβασίλεμα ασθμαίνοντας έσβησε. Η Ελένα Αλεξάντροβνα μαζεύτηκε στη γωνία και αναστενάζει κακοδιάθετα. Η νοσοκόμα έριξε μια ματιά, πρέπει να ήταν η ίδια η Κοτσετόφσκαγια, έλεγξε το θερμόμετρο, αποδοκίμασε: «Πάλι φυσιολογική», και βγήκε. Όλοι σιώπησαν για λίγο, και τότε ο Μ. Μ. ξερόβηξε και συνεχάρη τον Β. για το λαμπρό του άρθρο για τον Τόυνμπυ.
– Μα εγώ ποτέ δεν έγραψα άρθρο για τον Τόυνμπυ! έβαλε τρομοκρατημένος τις φωνές ο Β., γυρίζοντας προς την Ελένα Αλεξάντροβνα. Και δεν έκανε λάθος.
– Αιωνίως, Μίσενκα, τα μπερδεύεις όλα, του σφύριξε. Ο …οφ …οβιτς έγραψε ένα άρθρο για τον Σπένγκλερ, στο οποίο μνημονεύει τον Τόυνμπυ.
Ο Α. έβαλε ευτυχής τα γέλια, και ο Μ. Μ. συνεχάρη τον Β. για το λαμπρό του άρθρο για τον Σπένγκλερ.
– …εφ …εβιτς, φώναξε αυστηρά η Ελένα Αλεξάντροβνα, ελάτε εδώ, γίνεστε απρεπής.
– Avec plaisir, απάντησε ζωηρά ο Α. και βολεύτηκε κοντύτερα στην Ελένα Αλεξάντροβνα. Σιώπησαν. Ο Β. ξερόβηξε και ρώτησε τον Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς τη γνώμη του για τον Μπούμπερ.

Για τον Μπούμπερ ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς είχε τη γνώμη ότι αυτός –ο Μπούμπερ– ήταν ο σπουδαιότερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα και, ίσως, ο μοναδικός γενικά φιλόσοφος αυτού του καχεκτικού φιλοσοφικά αιώνα. Ακριβώς επειδή προσέχει να μη συγχέει τη φιλοσοφία με τα δύο άλλα, ξένα προς αυτήν, είδη πνευματικής απάθειας, τη σοφία και τον στοχασμό, και τον φιλόσοφο με τους φορείς αυτών των ειδών, τον σοφό και τον στοχαστή. Σοφός, για παράδειγμα, ήταν ο Σωκράτης, και απ’ τους συγχρόνους ο Παχώμιτς, νυχτοφύλακας σε σοβχόζ. Με τον Παχώμιτς ο Μ. Μ. γνωρίστηκε τον καιρό που ήταν λογιστής στο ίδιο σοβχόζ. Όσον αφορά τον στοχασμό, ο συγκεκριμένος τύπος εμφανίζεται καθαρά με τους κυρίους Μπερντιάγεφ, Σεστόφ, κι επίσης με τον Ζ. Π. Σαρτρ. Ο σοφός ξέρει την αλήθεια, ο στοχαστής όμως αναρωτιέται: ποια είναι; Και γενικά, στοχάζεται. Γι’ αυτό, για εκείνο… Πιστεύει – δεν πιστεύει, αλλά αν πιστεύει, τότε γιατί; Ή ο Ντοστογιέφσκι. Γενικά, για τη λογοτεχνία. Οι στοχαστές αγαπούν να στοχάζονται περί λογοτεχνίας. Αλλά η φιλοσοφία είναι, προσέξτε, ένας ειδικός κλάδος της ανθρωπιστικής γνώσης. Γνώσης, ναι. Όπως τα μαθηματικά. Όχι «όμοια» ή «παρόμοια», αλλά «όπως»… Με τη δική της ειδική γλώσσα και παράδοση, όπως αντίστοιχα οι σοφοί και οι στοχαστές χρησιμοποιούν εκλαϊκευτική γλώσσα και δε χρειάζονται την παράδοση. Αλλά ο Μπούμπερ είναι φιλόσοφος. Κι εγώ του οφείλω πολλά. Ιδιαίτερα την ιδέα του διαλόγου. Αυτό εξάλλου είναι προφανές σε όποιον διαβάζει τον Μπούμπερ…

Τότε ο Β., εκδηλώνοντας σημάδια έντονης ψυχικής ταραχής, τινάχτηκε και είπε:
– Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς! Μου δώσατε σήμερα ευτυχία που δεν την προσδοκούσα. Ο Μπούμπερ είναι τα πάντα για μένα. Κι εσείς είστε τα πάντα για μένα. Και να, εσείς, εσείς ο ίδιος σήμερα ενώσατε τον εαυτό σας με αυτόν. Ω…! Συγχωρέστε με! Συγχωρέστε με για την ανόητη συγκίνησή μου! Ξέρω πως κάνω σαν μωρό, για την ακρίβεια είμαι αξιολύπητος. Δεν μπορώ να φερθώ σωστά. Φέρομαι πάντα αντίθετα απ’ ό,τι πρέπει. Να, και στα Θέματα λογοτεχνίας μου είπαν να μη γράφω πάντα τα ίδια, αλλά με χιουμοριστικές αποχρώσεις. Αλλά δεν μπορώ με αποχρώσεις… Και φανταστείτε, φανταστείτε την απελπισία μου, όταν κάποτε, και μάλιστα όχι τόσο παλιά, όταν ακόμα δεν είχα την τιμή να σας παρουσιαστώ, τόλμησα να ρωτήσω τον Βαντίμ Βαλεριάνιτς, ως άνθρωπο κοντινό σε σας, τη γνώμη σας για τον Μπούμπερ, και –φανταστείτε!– δε μου απάντησε καθόλου, αλλά με κοίταξε σαν να έβγαλα μπροστά σε κόσμο κάποιον απρεπή ήχο. Απ’ αυτό συμπέρανα ότι εσείς… ότι ο Μπούμπερ κι εσείς… Και να, μια τέτοια ευτυχής λύση!…
– Ησυχάστε, ησυχάστε, αγαπητέ μου, του απάντησε ήρεμα ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς, αμήχανα εντούτοις, κοιτάζοντας την Ελένα Αλεξάντροβνα. Ο Βαντίμ Βαλεριάνιτς είναι ευφυέστατος και ευγενέστατος άνθρωπος, αλλά αντισημίτης. Εννοείται πως ξέρει τη σχέση μου με τον Μπούμπερ, αλλά την αποκρύπτει. Ναι, είναι αντισημίτης, κι εγώ Νεοκαντιανός. Προσαρμοσμένος στη φαινομενολογία του Χούσσερλ.

Γενικά, παρατηρώ, στην ιδιωτική ομιλία (και όχι στη ζωή, την οποία δεν ξέρω), ο Μ. Μ. ήταν άνθρωπος ευμενής (благосклонный) προς το ξένο χιούμορ, αλλά όχι πάρα πολύ επιρρεπής (склонный) στο δικό του. Απ’ αυτή την άποψη, θύμιζε περισσότερο το λογοτεχνικό του ύφος παρά τις αντιλήψεις του. Στις αντιλήψεις του όμως έμοιαζε, κατά προσέγγιση, με τον Χέγκελ επί τρία ή με τον Αϊνστάιν επί το τετράγωνο της ταχύτητας του φωτός. Στο λόγο ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς ήταν σοβαρός και ρητορικός, στη συμπεριφορά διδακτικός και συνετός. Θα το πω, τέλος, χωρίς να το κρύψω: αρνούμενος την αλήθεια στην ανώτατη βαθμίδα, ήταν ο ίδιος η αλήθεια. Όχι επειδή η αλήθεια φανερωνόταν σ’ αυτόν ή επειδή τη φανέρωνε, αλλά γιατί τη δημιουργούσε. Το φως της αλήθειας πήγαζε απ’ τον Μπαχτίν και, όπως κάθε φορέας του αληθινού φωτός, ήταν διαφωτιστής.

Το υπόλοιπο βράδυ, βέβαια, ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς δε μας διαφώτισε τόσο, όσο μας φώτισε: από χαρά. Υπήρχε μεγάλη αγάπη μεταξύ του Μπαχτίν και του Β. Μιλούσαν περισσότερο για κοινούς γνωστούς, και κάθε φορά που μιλούσε ο ένας, στα μάτια του άλλου άναβε μια χαρούμενη λάμψη και τα χείλη του σχημάτιζαν ένα χαμόγελο ευτυχίας: …Στην ουσία, ο Βάγκνερ έχει μια βαθιά θηλυκότητα – Θυμάστε αυτό το κωμικό πάθος του για τις φωτογραφίες του; – Και ο μπερές! – Και το κασκόλ στον ώμο; – Φαντάζομαι πόσο εκνευριζόταν ο Νίτσε, πάντα ανδροπρεπής και μονίμως συγκρατημένος, αν και, μεταξύ μας, μετά τη ρήξη με τον Βάγκνερ θα μπορούσε να βρει καλύτερη μουσική απ’ τον Μπιζέ, ω, εννοείται, η Κάρμεν είναι υπέροχη, απλώς δεν είναι όπερα αλλά οπερέτα, και ο Τόμας Μαν δεν κατάφερε να αποδώσει τον Νίτσε, και ο Δόκτωρ Φάουστους, το χειρότερο μυθιστόρημά του, η παιδική ηλικία του ήρωα απλώνεται στο μισό βιβλίο…, κι ύστερα αποδεικνύεται ότι δεν είναι καθόλου ήρωας αλλά ένα καχεκτικό υποκείμενο με ξεχαρβαλωμένα νεύρα, τέτοιο που ο διάβολος δεν του ρίχνει ούτε μια ματιά, ενώ ο Μπουλγκάκοφ έγραψε πάρα πάρα πολύ ωραία, ναι, πάρα πολύ, γιατί παρουσιάζει την παραίσθηση σαν τον κόσμο που έχει περιγράψει, και είναι πραγματικά ωραιότατος, χα χα…

Μόνο το γεγονός ότι οι παρόντες είχαν περάσει απ’ τη μέση εκπαίδευση μας κράτησε σε αυτή τη γιορτή του ξένου συναισθήματος και μας ενθάρρυνε να κάνουμε αυτό που είχε ανάγκη και αυτό που προσδοκούσε ο καθένας μας:

Ο Α., για να πικάρει τον Β. Β. Κόζινοφ, που κακολογούσε τη μοσχοβίτικη διανόηση, ανακοίνωσε τον γενικό ενθουσιασμό της για τον Κίρκεγκωρ. Γεγονός που αντικατοπτριζόταν στη δημοφιλή τσαστούσκα: «Από πέρα απ’ το λόγγο, από πέρα απ’ το βουνό / φεύγει ο μπάρμπα-Κίρκεγκωρ»[3].

Εγώ αφηγήθηκα τη χασιδική παραβολή, που απεικονίζει καθαρά τη χαρακτηριστική για τον χασιδισμό καρναβαλοποίηση του χρόνου και του τόπου: «[…] Κι έκανε ο Κύριος ένα θαύμα: παντού ήτανε Σάββατο, αλλά απ’ όπου περνούσε ο Ραμπίνοβιτς ήταν Παρασκευή».

Η Ελένα Αλεξάντροβνα πρόσταξε τον Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς να βάλει θερμόμετρο τελευταία φορά (το τόνισε) για το βράδυ.

Ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς έβαλε υπάκουα το θερμόμετρο στο χάσμα της πιτζάμας· επιδοκίμασε τη μοσχοβίτικη διανόηση γιατί στη δύσκολη επιλογή μεταξύ Κότσετοφ και Κίρκεγκωρ προτίμησε τον δεύτερο· σχετικά με το παράδειγμα της χασιδικής παραβολής απάντησε στην κατηγορία εναντίον των Εβραίων περί τελετουργικής σοβαρότητας.

Αλλά τα εξωτερικά σημάδια περιποίησης δεν μπορούσαν να κρύψουν το βασικό: αυτός και ο Β. αισθάνονταν μόνοι τους σ’ αυτό το γεμάτο δωμάτιο και, ίσως, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Δεν είδα ξανά τον Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς, μόνο φήμες έφταναν, η μία θλιβερότερη απ’ την άλλη: η Ελένα Αλεξάντροβνα πέθανε, ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς πλάγιαζε στο κρεβάτι του όλο και συχνότερα, σηκωνόταν όλο και αραιότερα. Κατά τη διάρκεια ενός απ’ τους εντυπωσιακούς μονόλογους του Β. Β. Κόζινοφ, παρατήρησε κουρασμένα: «Αφήστε ήσυχους τους Εβραίους, έχουν τους παλιούς λογαριασμούς τους με τον Θεό», και γύρισε προς τον τοίχο βαριεστημένος. Δέθηκε μ’ έναν μαύρο γάτο με τ’ όνομα Κίσινγκερ, όνομα που του ’δωσε ο ίδιος εξαιτίας της επίμονης, γατίσιας αφοσίωσης στο πηγαινέλα μεταξύ του σκουπιδαριού της αυλής και της πάντα γεμάτης γαβάθας στο δωμάτιο. Κάποτε ο Κίσινγκερ δεν επέστρεψε απ’ το τακτικό του ταξίδι, κι ύστερα απ’ αυτό ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς αναφώνησε κάτι σαν: «Άντε, τώρα η σειρά μου». Και πέθανε.

…Συναντήθηκα πρόσφατα με τον Μπαχτίν στη Σανζ Ελυζέ: τυλιγμένος με μια λευκή τήβεννο γκαλιμάρ, στολισμένος με μια επιτάφια λατινική γραμματοσειρά, στεκόταν στα σύνορα μεταξύ του όψιμου Μεσαίωνα και της πρώιμης Αναγέννησης. Κέρδισε επάξια και το φως και την ειρήνη: την τελευταία κατοικία του μαιτρ – ένα ράφι βιβλιοθήκης .

Αλλά να, στην προηγούμενη, επίγεια πατρίδα του, η μεταθανάτια ύπαρξη του Μπαχτίν είναι, όπως όλα δείχνουν, εξίσου σκοτεινή και ταραγμένη όσο κι η ζωή του.

Μάγια Κανγκάσκαγια

Μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας

[1] Ο Περούν, προχριστιανικός σλαβικός θεός, ήταν ο θεός των καταιγίδων. Με το τόξο του έριχνε κεραυνούς και αστραπές. [Σ.τ.Μ.]

[2] Στο ρωσικό αλφάβητο το б (μπ) προηγείται του в (β). Η συγγραφέας όμως χρησιμοποιεί ως αρχικό το В αντί του Б για να μη δημιουργηθεί σύγχυση με το αρχικό γράμμα του ονόματος του Μπαχτίν (Бахтин). [Σ.τ.Μ.]

[3] Η τσαστούσκα είναι ένα είδος ρώσικης μαντινάδας. Στη μετάφραση χάνεται η ομοιοκαταληξία γκορ (βουνό) – Κίρκεγκωρ. [Σ.τ.Μ.]

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: