Εκδοχές της ιστοριογραφικής μεταμυθοπλασίας: Επίσκεψη στους κόσμους του Τόμας Πίντσον και του Πέτερ Εστερχάζι

Photo metafiction

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες τροπές της μεταμοντέρνας μυθιστορηματικής αφήγησης, όπως έχει αναδείξει προσφυώς η Καναδή Λίντα Χάτσεον, είναι η ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία. Ανασυστήνοντας και επαναμαγεύοντας τις φθαρμένες συμβάσεις του είδους, το ιστοριογραφικό μεταμυθιστόρημα, στις λεπταίσθητες εκφάνσεις του, έδωσε μέχρι σήμερα λαμπρά δείγματα, με σημαίνοντες σταθμούς το Μέισον και Ντίξον[1] του Τόμας Πίντσον και την Ουράνια αρμονία[2] του Πέτερ Εστερχάζι. Οργανική απότοκος των ευρύτερων φιλοσοφικών αναζητήσεων του μεταμοντερνισμού, η ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία εμπνέεται, σε μεγάλο βαθμό, από τις θεωρητικές επεξεργασίες του Χάιντεν Γουάιτ, οι οποίες αποκρυσταλλώθηκαν έξοχα στην εμβληματική του Μεταϊστορία. Εις πείσμα όσων επιμένουν αμετανόητα σε «αντικειμενικές», απαρέγκλιτες αλήθειες και αυστηρές επιστημονικές μεθοδολογίες, ο Γουάιτ διατυμπανίζει με εντυπωσιακή ενάργεια τη στείρα ματαιότητα τέτοιων «φιλόδοξων» εγχειρημάτων. Το ίδιο το ιστορικό γίγνεσθαι νοείται ως κείμενο, όχι τόσο με την έννοια του συγκεκριμένου, ελεγχόμενου και προσβάσιμου γραπτού σώματος, όσο στη λογική ενός εγγενώς «ανοικτού» γινομένου σημείων που επιδέχεται πολλαπλών –αν όχι άπειρων– ερμηνειών και αναγνώσεων. Η Ιστορία αντιμετωπίζεται πλέον όχι ως μία νομοτελειακή διαδικασία που διαθέτει ισχύ απαράβατου φυσικού νόμου αλλά, ακριβώς επειδή συνιστά αντικατοπτρισμό της πολυσύνθετης και περίπλοκης ανθρώπινης κατάστασης (για την ακρίβεια, αποτελεί το έμπρακτο, ορατό ίχνος της ή την απτή, εν χρόνω «εφαρμογή» της), πραγματώνεται πρωτίστως ως αφήγηση. «Δεν υπάρχει τίποτα πέραν του κειμένου» τονίζει, σε ανύποπτο χρόνο, ο Ζακ Ντερριντά με το Περί Γραμματολογίας του, χωρίς φυσικά να εννοεί πως παραμένουμε αναπόφευκτα εγκλωβισμένοι στη δαιδαλώδη φυλακή των βιβλίων. Ο Γάλλος φιλόσοφος ουδόλως καταφάσκει έναν χυδαίο, μηδενιστικό σχετικισμό σύμφωνα με τον οποίο «όλα επιτρέπονται» ή «η πραγματικότητα έχει ανεπανόρθωτα διαβρωθεί από τη λογοτεχνία». Ο Ντερριντά απλώς προειδοποιεί τους παντοειδείς θιασώτες της ερμηνευτικής μονοσημίας πως δεν υπάρχει πουθενά γυμνό γεγονός απόλυτης, καταγωγικής αντικειμενικότητας. Τα πάντα είναι δυνάμει αναγνώσιμα, δηλαδή τείνουν να λαμβάνουν διαφορετικές, και συχνά αντικρουόμενες, υποκειμενικές ερμηνείες.

Επομένως, ο ιστοριογράφος δεν κατορθώνει –παρά τις υψηλόφρονες προγραμματικές του προθέσεις– να συγγράψει αντικειμενική, αμερόληπτη ή ουδέτερη «Ιστορία» επειδή δεν δύναται να απαλείψει το ατομικό του στίγμα ως αφηγητή και, κατά συνέπεια, κυρίαρχο, αποκλειστικό οργανωτή των καταγραφόμενων γεγονότων. Εν ολίγοις, η ίδια η υφή του ιστοριογραφικού κειμένου επιβάλλει την αυταρχική δεσποτεία της (φύσει «στρατευμένης») οπτικής γωνίας του δημιουργού του. Οι κατά καιρούς διαφορετικές ιστορικές γραφές ενδιαφέρουν περισσότερο για τους ιδιαίτερους ρητορικούς χειρισμούς τους, καθώς και για την όποια τυχόν αισθητική τους δραστικότητα. Έτσι, επί παραδείγματι, διαβάζοντας την περίφημη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου σήμερα, δεν αναζητούμε ακλόνητες, πηγαίες ή αμιγείς αλήθειες αλλά μάλλον αναλύουμε τους οιονεί μυθιστορηματικούς τρόπους με τους οποίους ο συγγραφέας επινοεί και κατασκευάζει μια συνεπή «Ιστορία του Ελληνισμού», η οποία θα ανταποκρίνεται πιστά στην προσωπική του κοσμοθεωρητική και ιδεολογική αντίληψη των πραγμάτων (Μεγάλη Ιδέα, αίσθημα της ιστορικής συνέχειας, εθνικισμός κ.λπ.).

Ως εκ τούτου, το μεταμοντερνιστικό ιστορικό μυθιστόρημα καθόλου δεν στοχεύει στην πιστή, «φωτογραφική» ή αμερόληπτη αποτύπωση των γεγονότων αλλά μάλλον υποσκάπτει, παρωδεί, απομυθοποιεί και απορρυθμίζει, συναινώντας στη σαρωτική αποσάθρωση κάθε προκατασκευασμένης αντίληψης ή ακλόνητου, αναμφίβολου ιδεολογήματος. Ο πολυπλόκαμος και εμπαθής διάλογος που εκκινεί ο μυθιστοριογράφος με την Ιστορία δεν είναι αναπαραγωγικός ή αντανακλαστικός αλλά πρωτίστως διακειμενικός και μετακριτικός. Η λεγόμενη «επιστημονική» ιστοριογραφία καθίσταται άλλο ένα λογοτεχνικό κείμενο προς δημιουργική και θλαστική ερμηνευτική εξακτίνωση, ένα πολύσημο γλωσσικό ενέργημα το οποίο επιδέχεται αμφισβήτησης, απόρριψης ή ακόμη και παιγνιώδους παρώδησης. Περαιτέρω, όλοι οι σπουδαίοι μεταμοντέρνοι μυθιστοριογράφοι δυσπιστούν κατάφωρα απέναντι στις κυρίαρχες «μεγάλες αφηγήσεις» και την ενοχλητικά κοινότοπη, καθεστωτική περιγραφή τους. Ο Πίντσον, λόγου χάρη, ενδιαφέρεται περισσότερο για εναλλακτικές, «παράλληλες» απεικονίσεις της πραγματικότητας, εμμένοντας στη σκοτεινή, αθέατη πλευρά των συμβάντων και βασιζόμενος κυρίως σε υπόγειες θεωρίες συνωμοσίας ή αλλοπρόσαλλους αστικούς θρύλους προκειμένου να εξηγήσει την εν πολλοίς χαοτική εξέλιξη των πραγμάτων. Στο Μέισον και Ντίξον, επιλέγοντας σαρκαστικά να υιοθετήσει την άκαμπτη μιμητική «φωνή» του κλασικού ιστορικού μυθιστορήματος, επιτυγχάνει την περίφημη «ανοικείωση», μέσω της ειρωνικής αποστασιοποίησης που γεννά η θηριώδης, πυριφλεγής διάσταση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου. Ο Ντον ΝτεΛίλλο, από την άλλη πλευρά, στον θαυμάσιο Ζυγό του, καταθέτει την προσωπική –εξίσου εκκεντρική και συνωμοσιολογική– εκδοχή του περί της δολοφονίας του Κένεντι, συνθέτοντας μια πλασματική, ψευδοϊστορική βιογραφία του Λη Χάρβει Όσβαλντ και συναιρώντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, απαράμιλλα μυθοπλασία και ιστοριογραφική αφήγηση. Εξέχουσα περίπτωση αποτελεί κι ένας άλλος μείζων μεταμοντέρνος συγγραφέας, ο Ρόμπερτ Κούβερ, ο οποίος στο κεφαλαιώδες μυθιστόρημά του The Public Burning αναδιηγείται βέβηλα την εκτέλεση των Τζούλιους και Έθελ Ρόζενμπεργκ, αυτή τη φορά ως φαντασμαγορικό λαϊκό θέαμα, εν είδει ενός βάρβαρου, αιμοσταγούς Κολοσσαίου, σκηνοθετημένο από τον χολιγουντιανό κινηματογραφιστή Σεσίλ Ντε Μιλλ.

Τόσο ο Πίντσον όσο και ο Εστερχάζι, από διαφορετικές αφετηρίες, δείχνουν να σμιλεύουν μια παραβατική, αιρετική και αποσυνάγωγη εκδοχή των ιστορικών πεπραγμένων. Ο Πίντσον, στο πλαίσιο ενός στίλβοντος «υστερικού ρεαλισμού» (όπως εύστοχα μια μερίδα κριτικογράφων αρέσκεται να χαρακτηρίζει τα έργα του ορκισμένου ερημίτη) εμμένει σε κρυφές, λανθάνουσες ή ζοφερές πτυχές που εναντιώνονται στην επίσημη και συστημική εξήγηση των συμβεβηκότων. Στο παρανοϊκά ερεβώδες σύμπαν του Αμερικανού μυθιστοριογράφου, το άτομο συντρίβεται ανηλεώς από τους αδυσώπητους μηχανισμούς μιας αμείλικτης, σαρκοβόρας και απρόσωπης Εξουσίας που μηχανορραφεί και βυσσοδομεί ακατάσχετα κατά πάντων. Στον παραισθητικό, μεταφυσικό ιστό που εξυφαίνει με τολμηρή δεξιοτεχνία ο Πίντσον, η οικουμένη βρίθει μυστικών πρακτόρων, στυγνών προδοτών και αδίστακτων κατασκόπων. Ένας ολοκληρωτικός, πανοπτικός Έλεγχος φαίνεται να καλύπτει αποπνικτικά κάθε ρανίδα της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Από την άλλη πλευρά, οι βαθύτερες προθέσεις του Ούγγρου συγγραφέα της Ουράνιας Αρμονίας επ’ ουδενί δεν περιορίζονται στο να συνθέσει απλώς ένα ακόμη σύνηθες ιστορικό μυθιστόρημα ούτε να αναδιηγηθεί χρονογραφικά, με πρόσχημα την όντως συναρπαστική βιογραφία του αριστοκρατικού γένους του, την ηρωική και μακραίωνη ιστορία της πατρίδας του. Αντίθετα, η ιδιόρρυθμη ιστορική επανανάγνωση που γενναία προτείνει ο Εστερχάζι, διαθλώμενη πρωτίστως από την παραμορφωτική και αρκούντως σκοτεινή σφαίρα της λογοτεχνίας, προϋποθέτει απαραιτήτως τη διακειμενικότητα καθώς και έναν δεινό, μυημένο αναγνώστη –διαπιστευμένο ή εμμανή γνώστη της παγκόσμιας λογοτεχνικής παράδοσης– που θα παρακάμψει τα εξωτερικά, «πραγματικά» συμβάντα προκειμένου να εγκλωβιστεί στην παλίμψηστη υφή του μεγαλόπνοου και αναμφίβολα πολυφωνικού κειμενικού σύμπαντος. Σε κάποια απ’ τις πάμπολλες διακλαδώσεις της πλοκής, ο «πατέρας» του ανώνυμου αφηγητή τεχνηέντως παραλληλίζεται με τον πεφωτισμένο ηγέτη Μωυσή και ο ουγγρικός λαός με το περιούσιο εβραϊκό έθνος. Άραγε, ο δαιμόνιος δημιουργός επιθυμεί να προβάλει την πεποίθησή του για τον αμετάβλητα επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα του ιστορικού γίγνεσθαι ή μήπως, μέσω της ιδιάζουσας ειρωνικής αποδραματοποίησης που προκαλούν οι αλλεπάλληλοι διακειμενικοί συνειρμοί, οι συχνές ρητορικές εκδιπλώσεις και η αλυσιτελής «αισθητικοποίηση» της Ιστορίας, η παρωδιακά επική αφήγηση μετατρέπεται σε ένα άκρως δηκτικό σχόλιο για το «ένδοξο πολεμικό παρελθόν» της Ουγγαρίας; Εκτός αυτού, η Ουράνια Αρμονία υπερβαίνει θεαματικά τις μάλλον περιορισμένες διαστάσεις του λογοτεχνικού χρονικού των ουγγρικών πεπραγμένων για να αποτελέσει έναν λαμπερό, πολυσύνθετο φιλοσοφικό στοχασμό για τη φύση της Ιστορίας αλλά και την ίδια την ανθρώπινη συνθήκη. Ο Εστερχάζι υποσκάπτει κάθε παραδοσιακό κανόνα περί απαρασάλευτης χωροχρονικής ενότητας, αυστηρής δομής, γραμμικής εξέλιξης του μύθου ή αναγκαίας αληθοφάνειας για να δημιουργήσει ένα υβριδικό, φυγόκεντρο, λαβυρινθώδες (αλλά, εν τέλει, ουράνια αρμονικό) αφήγημα που συμφύρει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και ιστοριογραφικό επιστημονικό λόγο.

Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, ίσως το πιο στρυφνό και δύστροπο γραπτό του Πίντσον, ενοφθαλμίζει μερικές αριστουργηματικές αφηγηματικές περιδινήσεις οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να ενταχθούν στις προϋποθέσεις που επιτάσσει η ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία. Σε ορισμένες σελίδες, μάλιστα, ο προγραμματικά διασαλευμένος ειρμός μοιάζει να εξανεμίζεται ανεπιστρεπτί, παραχωρώντας τη θέση του σε παραληρηματικές, σχεδόν σχιζοφρενικές, λεκτικές εκρήξεις. Με το Μέισον και Ντίξον, ο Πίντσον συγγράφει, ένα πλούσιο, εύγλωττο και διακειμενικά θωρακισμένο μεταμοντέρνο αντιμυθιστόρημα μαθητείας, ακολουθώντας το νήμα των εκπληκτικών Ταξιδιών του Γκιούλλιβερ ή του Τρίστραμ Σάντι. Οι δύο ήρωες, περιδιαβαίνοντας τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο της παρθένου αμερικανικής ηπείρου, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις ορθολογιστικές παρωπίδες τους και να θέσουν υπό εξονυχιστική δοκιμασία κάθε άτεγκτη, δογματική και προκατασκευασμένη πίστη, βυθιζόμενοι προοδευτικά σε μια εκστατική πραγματικότητα ανεξέλεγκτης μαγείας και απαραμείωτα σαγηνευτικών παραδοξοτήτων. Όπως οι επιδέξιοι προπάτορες Σουίφτ και Στερν –όντας, παρεμπιπτόντως, κληρικοί, όπως ο κλειδοκράτορας του πιντσονικού καλειδοσκόπιου Αιδεσιμότατος Τσέρικοουκ– χλευάζουν τη θλιβερή έλλειψη φαντασίας των συγχρόνων τους, ο Πίντσον ενορχηστρώνει μια αδίστακτη, κατά μέτωπο επίθεση στον αμετροεπή και επηρμένο επιστημονικό θρίαμβο του «πάμφωτου» 19ου αιώνα. Συν τοις άλλοις, η απολαυστική ξενάγηση του Ντίξον στον υπόγειο πολιτισμό των παράξενων, νανοειδών πλασμάτων παραπέμπει ευθέως στην πασίγνωστη, ουτοπική Λιλιπούτη του Σουίφτ. Ταυτόχρονα, το Μέισον και Ντίξον αποτίει υποδόριο φόρο τιμής σ’ ένα από τα πλέον μεγαλιθικά κείμενα της αγγλοσαξονικής γραμματείας, το αδιαφιλονίκητο magnum opus του, επίσης ιερωμένου, Ρίτσαρντ Μπέρτον. Η ογκώδης, γοητευτικά απροσπέλαστη Ανατομία της Μελαγχολίας –εξίσου ιδιοσυγκρασιακό και ιδεώδες bildungsroman– μπορεί να αναγνωσθεί και ως μια εγκυκλοπαιδική, μυθιστορηματική ασκητεία στη λύπη, μια γενεαλογική προσέγγιση της ψυχικής διαταραχής ως κατεξοχήν λογοτεχνικού τόπου.

Φυσικά, μια τόσο αγέρωχη, πολυπρισματική μυθιστοριογραφία δεν αρκείται να μηρυκάζει, με ανέφελη, συνετή κι ευήθη σεμνοπρέπεια, τις εκζητήσεις, τις παραδρομές ή τις παλινωδίες της θεωρίας, ούτε βέβαια αρέσκεται να συντονίζεται άκριτα με τις λιπαρές κοινοτοπίες του εκάστοτε συρμού· αποφεύγοντας σχηματοποιήσεις, στερεότυπα και καθιζήσεις, εκτοξεύεται στον αστερισμό της γνήσιας, συμπαγούς και ακατάβλητης λογοτεχνικής δημιουργίας.

[1] Τόμας Πίντσον, Mason & Dixon, μτφρ. Γιώργος Κυριαζής, Χατζηνικολή, Αθήνα 2003.

[2] Πέτερ Εστερχάζι, Ουράνια αρμονία, μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου-Μανουέλα Μπέρκη, Ποταμός, Αθήνα 2005.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

6 thoughts on “Εκδοχές της ιστοριογραφικής μεταμυθοπλασίας: Επίσκεψη στους κόσμους του Τόμας Πίντσον και του Πέτερ Εστερχάζι

  1. Ανώνυμος Δεκέμβριος 11, 2015 στο 16:55

    Τόσο καλό που το διάβασα 2 φορές.Μπράβο Θοδωρή!!!

    Μου αρέσει!

  2. Διονύσης Σουρλής Δεκέμβριος 12, 2015 στο 21:45

    Βρίσκω το παράδειγμα με την Ιστορία του Παπαρρηγόπουλου πολύ εύστοχο!

    Μου αρέσει!

  3. Ανώνυμος Δεκέμβριος 13, 2015 στο 21:26

    Σ’ ευχαριστώ ανώνυμε φίλε μου! Ελπίζω να μη σε κούρασα!

    Μου αρέσει!

  4. Θοδωρής Σταμάτης Δεκέμβριος 13, 2015 στο 21:30

    Ευχαριστώ θερμά, κύριε Σουρλή! Θα είχε ενδιαφέρον, νομίζω, η ανάγνωση της σύγχρονης ιστοριογραφίας μας με άξονες τη ρητορική τους εκδίπλωση ή τους τρόπους με τους οποίους συγκροτείται η αφηγηματικότητά τους.

    Μου αρέσει!

  5. Διονύσης Σουρλής Δεκέμβριος 15, 2015 στο 17:55

    Υπάρχουν, κ. Σταμάτη, τέσσερις βασικές εποχές ανάγνωσης της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Παραθέτω ένα πρόσφατο άρθρο που νομίζω έρχεται σε παραλληλία με τα λεγόμενά σας. Ιδού:

    http://www.kathimerini.gr/766543/opinion/epikairothta/politikh/ena-e8nos-tesseris–istorikes-afhghseis

    Μου αρέσει!

  6. Θοδωρής Σταμάτης Δεκέμβριος 16, 2015 στο 11:11

    Εξαιρετικό το άρθρο του Καλύβα, κύριε Σουρλή. Μακάρι να διαβαστεί χωρίς τις συνήθεις αρτηριοσκληρωτικές ιδεοληψίες.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: