Τα ιογενή γεύματα του Μπάροουζ

Burroughs

Ακόμη και σήμερα, δεκαοκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του Ουίλιαμ Μπάροουζ, σημαντική μερίδα της κριτικής συνεχίζει να τρέφει σοβαρές επιφυλάξεις για την αληθινή αξία του έργου του. Επηρεασμένη μάλλον αρνητικά εξαιτίας της προβοκατόρικης, κραυγαλέας και εν πολλοίς σκανδαλώδους ζωής του, πιστεύει, εσφαλμένα, πως σε μεγάλο βαθμό η τεράστια φήμη του ήταν απότοκος της σθεναρά προκλητικής του στάσης και της γενικευμένης, σαρωτικής αυθάδειας που συστηματικά επεδείκνυε εναντίον όλων. Ο Μπάροουζ φαντάζει στα μάτια της ως ένας επιπλέον οξυδερκής μάνατζερ του εαυτού του και της δημόσιας εικόνας του, ο οποίος, λόγω μιας σειράς ευτυχών συγκυριών, κατόρθωσε να διατηρείται στο προσκήνιο, ανανεώνοντας το ενδιαφέρον του αδηφάγου (αναγνωστικού και όχι μόνο) κοινού με επιδέξιους λεκτικούς βομβαρδισμούς ανούσιων και άτεχνων φληναφημάτων. Συχνά, η θηριώδης άγνοια αναφορικά με το ασύλληπτο μέγεθος του πολυσχιδούς Μπάροουζ μεταφραζόταν πρόχειρα στο κάπως νηπιακό σλόγκαν: «ο γκουρού της μπητ γενιάς, ίσως ο πιο επιδραστικός ροκ συγγραφέας». Για όσους δεν έχουν ακόμη εξοικειωθεί με ύφη και τρόπους γραφής που παρεξέκλιναν κατά πολύ από την στρωτή, παραδοσιακή αφήγηση, κείμενα όπως το περιβόητο Γυμνό γεύμα, φαίνονται στρυφνά, απωθητικά και ακατανόητα. Το Γυμνό γεύμα ανήκει στα μοχθηρά, μνησίκακα εκείνα μυθιστορήματα που παγιδεύουν αψοφητί τον αναγνώστη στο ακαταμάχητο σύμπαν τους· αργά και υπόγεια, ύπουλα και βραδυφλεγώς, αρέσκονται να βασανίζουν όποιον τολμηρό θα διακινδυνεύσει να αναμετρηθεί μαζί τους. Ο όρος «μυθιστόρημα» χρησιμοποιείται εδώ καταχρηστικά, αφού αυτό το κείμενο πολύ δύσκολα μπορεί να ταξινομηθεί με βάση τις υπάρχουσες, παραδεδεγμένες, καθεστωτικές γραμματολογικές κατηγορίες του στείρου μας φιλολογικού ακαδημαϊσμού. Η πλοκή είναι αποσπασματική, ανεξέλεγκτα φυγόκεντρη, σχεδόν προσχηματική: αυτό που εν τέλει αναδύεται μέσα από τις αλλεπάλληλες σπείρες των κατακερματισμένων αφηγηματικών της θυλάκων, είναι η παραληρηματική, ιδιότυπα καφκική, βύθιση του ήρωα στον ζόφο των παραισθησιογόνων ουσιών και την ψύχωση της εξάρτησης. Κυρίως, όμως, το Γυμνό γεύμα αποτελεί μια έξοχη, ανησυχητική σπουδή πάνω στην απαρασάλευτη κτηνωδία των συστημάτων χειραγώγησης που η εκάστοτε εξουσία διαχρονικά εφαρμόζει στις μάζες. Ο Μπάροουζ εντελώς λανθασμένα ταυτίστηκε με το κίνημα των μπήτνικς. Πέραν της διόλου αμελητέας ηλικιακής διαφοράς με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας (Κέρουακ, Γκίνσμπεργκ, Κόρσο), η στόχευση και το βάθος της θλαστικής, απαστράπτουσας πρόζας του τον απομακρύνει από τα στενά, περιορισμένα αιτούμενα της μπητ ποιητικής. Ο Μπάροουζ, κατεξοχήν μεταμοντέρνος πεζογράφος, εξερεύνησε με τα γραπτά του επικίνδυνες, αιματηρές πτυχές, οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ την αμφισβητησιακή, αριστερίζουσα, επιφανειακά μηδενιστική οπτική της ομάδας των μπήτνικς. Και, ενώ τα κείμενα αυτών των λογοτεχνών σήμερα μόνο ως ιστορικές, χρονογραφικές αποτυπώσεις του τεταμένου, εκρηκτικού κλίματος των ευφορικών δεκαετιών του ’50-’60 μπορούν να προσληφθούν, η μπαροουζική γραφή αποδεικνύεται επιμόνως και εξακολουθητικά επίκαιρη. Άλλωστε, το Γυμνό γεύμα δημοσιεύθηκε το 1959 και η επίπονα θραυσματική φόρμα του, οι ιλιγγιώδεις περιδινήσεις της αφήγησης, αλλά και οι αλλοπρόσαλλοι σχιζοφρενικοί χαρακτήρες πυροδότησαν τις μεγαλειώδεις μυθοπλασίες των Πίντσον, Γκάντις, Κούβερ και ΝτεΛίλλο που απογείωσαν τις λογοτεχνικές κατακτήσεις της τελευταίας πεντηκονταετίας. Ο ανέκαθεν κρυπτικός Πίντσον, θα ομολογήσει, εξάλλου, τις ανυπολόγιστες οφειλές του στον «αόρατο άνθρωπο με τη γκρίζα ρεπούμπλικα»: μυθιστορήματα όπως το V, το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας αλλά και το Vineland, γράφτηκαν υπό το ραδιενεργό, τοξικό φως των κειμένων του Μπάροουζ. Μια πλειάδα οραματικών δημιουργών θα προεκτείνει τα ακανθώδη ζητήματα που πρώτος αυτός πραγματεύτηκε ανεπανάληπτα, με την επίφαση της ψυχροπολεμικής παράνοιας: συντριπτικοί μηχανισμοί ελέγχου και εξόντωσης, καθολική εξάπλωση της τοξικομανίας, αφειδής εξύμνηση της ομοφυλοφιλίας ενάντια στην ορκωτή ετεροκανονικότητα του δυτικού πολιτισμού, δυστοπικές κοινωνίες, εξωγήινες οντότητες, σεξουαλικά μεταδιδόμενες επιδημίες (λέγεται, καθ’ υπερβολήν βέβαια, πως ο Μπάροουζ προέβλεψε την επερχόμενη μάστιγα του Aids, αναφέροντας μια ασθένεια με παρόμοια συμπτώματα στο Γυμνό Γεύμα, είκοσι χρόνια πριν το πρώτο κρούσμα του ιού). Φυσικά, μια τόσο απαιτητική, «κατακόρυφη» –για να μνημονεύσουμε τον Γιώργο Χειμωνά–, λογοτεχνία αναπόφευκτα απομακρύνει τους αμύητους, οι οποίοι δικαίως δυσανασχετούν με την απερίφραστη έλλειψη πλοκής, τις αχαλίνωτες γλωσσικές ακροβασίες και την παράδοξη, αφόρητα νοσηρή (αλλά πάντοτε συναρπαστικά περιπαικτική), θεματολογία. Ωστόσο, ο Μπάροουζ, εμπαθής αριστοκράτης της γραφής και ασίγαστος ανατόμος του αργόσυρτου εφιάλτη που δυναμιτίζει την ανθρώπινη κατάσταση, ποτέ δεν επαναπαύθηκε ακκιζόμενος στις δάφνες του αλλά μέχρι το τέλος της μακράς και απόκρημνης ζωής του πειραματίστηκε ανηλεώς με τη μορφή και οδήγησε την τέχνη του σε δυσθεώρητα ύψη, σύμφωνα με τα σκληρά διδάγματα του ανυπέρβλητου δασκάλου του, Τζόυς. Αφού επιδόθηκε με λαμπρή προσήλωση στις μεθόδους του «cut-up», του «fold in» και του κολλάζ μαζί με τον αφοσιωμένο συνεργάτη του, ιδιοφυή εικαστικό Μπράιον Γκάιζιν, εκδίδοντας έργα-σταθμούς στην ιστορία της αβανγκάρντ λογοτεχνίας, όπως το The Soft Machine και το Nova Εxpress, επαναπροσάρμοσε και διεύρυνε τον μυθοπλαστικό του ορίζοντα. Με τον εξαίσιο, χειμαρρώδη θρίαμβο των Άγριων αγοριών, ο Μπάροουζ φαντασιώνεται μια εναλλακτική κοινότητα εφήβων που αποθεώνουν τα ναρκωτικά και το έγκλημα, ηδονιζόμενοι με πράξεις απεχθούς βίας. Στα ύστερά του αριστουργηματικά βιβλία (Ο τόπος των νεκρών δρόμων, Οι πόλεις της κόκκινης νύχτας, Δυτικές χώρες), επανέρχεται πανηγυρικά στην αφήγηση εγκαταλείποντας περίτεχνες φορμαλιστικές τεχνικές που φαίνεται να εξάντλησαν τη δυναμική τους. Εδώ, οι οπερατικές, δαιδαλώδεις διακτινώσεις της πλοκής, η εσχατολογική ρητορεία, η ακατάσχετη συνωμοσιολαγνία, η άτεγκτη προσήλωση στις ιοβόλους δυνατότητες της γλώσσας, το αναρχικό, διαβρωτικό πνεύμα, η στυγνή ακτινογραφία της φύσης του Κακού, ο βλοσυρός σατιρικός οίστρος, η θανάσιμη πάλη με τα δαιμόνια του εθισμού, η μεσσιανική πίστη σε μελλοντικές, αυτοδιαχειριζόμενες ουτοπίες, η μπαταϊγική θανατοφιλία και η ανελέητη κριτική του αμερικανικού modus vivendi καθίστανται οι εμβληματικοί άξονες που θα γονιμοποιήσουν τη μεταμοντέρνα μυθιστοριογραφία των επιγόνων: από τον εμπνευσμένο μαθητή και συνοδοιπόρο Τζ. Γκ. Μπάλλαρντ, έως τις κυβερνοπάνκ φαντασμαγορίες του Ουίλιαμ Γκίμπσον, τον αψύ Τσακ Παλάνιουκ και τον πένθιμα σαρδόνιο Γουίλ Σελφ.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: