Το μελάνι των κανιβάλων

blog painting

Αρκετό καιρό τώρα, παρακολουθώ, με ανάμεικτα συναισθήματα, όσους δημοσιολογούν στο διαδίκτυο. Υπάρχουν στιγμές που υποκύπτω στη σαγήνη των αστραπιαίων αντανακλαστικών τους: παραδόξως, βρίσκονται πάντα εκεί, ετοιμοπόλεμοι, με τους κυνόδοντές τους σε κοινή θέα και τα νύχια τους αρκούντως αιχμηρά, λυσσαλέοι ιαγουάροι που ονειρεύονται νυχθημερόν τον κατασπαραγμό. Τις περισσότερες φορές, όμως, μου προκαλούν ένα αφόρητο αίσθημα ναυτίας· με αγχώνει η θορυβώδης τους διαφάνεια, ο μολυσματικός παροξυσμός, η διαβρωτική ζέση τους να δηλώσουν επιδεικτικά την εκκωφαντική τους παρουσία. Μερικοί εξ αυτών, οι πιο χυδαίοι, έχουν εξελιχθεί σε εθνικής εμβέλειας παντογράφους, γενικών καθηκόντων χαλκέντερους κοινωνικούς σχολιαστές, οι οποίοι ταχυγραφούν εν ριπή οφθαλμού για το οτιδήποτε (ανακριβές: το καθ’ όλα ευρύτατο γνωστικό τους φάσμα δεν έχει, μέχρι στιγμής, συμπεριλάβει την εντομολογία, τη λιθογλυπτική, τις αποφράξεις φρεατίων και την υψηλή ραπτική). Φαίνεται πως η υποσημείωσή τους –άλλοτε σιελορροούντως παιγνιώδης και άλλοτε αχρείαστα σοβαροφανής– προτίθεται να εισδύσει (ως ταύρος μαινόμενος) ή να επικαθίσει (όπως η σκόνη ή ο λεκές) όπου βρει ελεύθερο χώρο, δηλαδή και εν ολίγοις παντού. Επαληθεύεται, έτσι, η πασίγνωστη θεωρία περί των λίαν αφροδισιακών ιδιοτήτων της εξουσίας: στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον πυρέσσοντα φαλλό αντικαθιστά η ένστυτη γραφίδα (ή, μάλλον, η σχεδόν τελετουργική κίνηση των δακτύλων επί του πληκτρολογίου – κίνηση τετριμμένη και μηχανιστική όπως οι έντονες παλινδρομήσεις της ιδρωμένης παλάμης στον αυνανισμό). Γραφή κατεξοχήν φαλλική (παρότι εκ των πραγμάτων ανεγκέφαλη), η οποία εγκολπώνεται λάθρα τον κώδικα και τη ρητορική της πορνογραφίας: αυτού του είδους ο λόγος, κατ’ αναλογία με το υπερμέγεθες γεννητικό όργανο του άνδρα-επιβήτορα στα πορνογραφικά φιλμ, οφείλει να διογκωθεί, να ανυψωθεί και να σκληρύνει μέχρις εσχάτων, ώστε να ικανοποιήσει πλήρως τις χαμερπείς ορέξεις του (εντός ή εκτός κάδρου) αναγνώστη. Αυτός ο λόγος, όμως, στην πραγματικότητα δεν μπορεί ούτε να διακορεύσει ούτε να γονιμοποιήσει. Οι υμένες έχουν προ πολλού διαρραγεί και τα αιδοία πλημμυρίζουν σπερματοκτόνα. Εν τέλει, ό,τι μένει είναι τα κατάλοιπα μιας εκτυφλωτικά θεαματικής σε διάρκεια και ποσότητα εκσπερμάτωσης. Αρκεί όμως αυτό; Εδώ πρόκειται προφανέστατα για άλλης τάξεως σύμπτωμα: η γραφή εκπίπτει σ’ ένα ακατάσχετο εντυπωσιοθηρικό δημοσιογραφείν, προορισμένο να αγρεύσει όσο το δυνατόν περισσότερες επευφημίες. Το αδικαίωτο δράμα του γραφομανούς έγκειται στην ίδια του τη νεύρωση: επιθυμεί διακαώς η τελευταία λέξη (και κάθε τελευταία λέξη) να είναι αποκλειστικά δική του. Από την άλλη, ο γραφομανής βδελύσσεται, σε βαθμό ψύχωσης, τον κενό χώρο: κάθε τι πρέπει πάση θυσία να επεξηγηθεί, να αναπαραχθεί, να διχοτομηθεί, να πολλαπλασιασθεί. Κι αυτό, επειδή ο horror vacui λειτουργεί ως καθρέφτης: σε φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με την ίδια σου την κενότητα. Αυτός ο τρόμος, άλλωστε, προκάλεσε τον θάνατο της Μέδουσας. Η αντανάκλασή της, ο μοναδικός αδιάψευστος μάρτυρας της φονικής της τερατωδίας.

Ο Μίλαν Κούντερα περιγράφει εξαίσια ανάλογες μορφές δαφνοστεφών μυσταγωγών της ιδεολογικής αδιαλλαξίας στο συγκλονιστικό μυθιστόρημά του Η ζωή είναι αλλού.[1] Παρατηρώντας κανείς φευγαλέα τους ωχρούς ποετάστρους που αναδύθηκαν απ’ τα χέρσα ερέβη της άνηβης ουτιδανότητας και ανδρώθηκαν στους γόνιμους νυμφώνες της πενταετούς κρίσης, δύναται πάραυτα να οσφρανθεί, άναυδος, την ασύδοτη καταβαράθρωση του σύγχρονου δημόσιου λόγου. Οι αρειμάνιοι μαρκήσιοι της ανέφελης vita contemplativa, αφού εγκατέλειψαν τα ζεστά τους ελεφάντινα μέλαθρα, με τη γάργαρη χορεία των απολαύσεων και τις λιπαρές ασωτίες, προσάραξαν στις παρυφές του Αρμαγεδδώνα, κραδαίνοντας ό,τι πιο σεπτό: το σολοικοβάρβαρο, φαραωνικό ιδίωμα, την έμφυτη ρητορική στιλπνότητα και, κυρίως, το απροσκύνητο σθένος. Ως άλλοι δασύτριχοι, πριαπικοί τιτάνες της Γρηγορούσας Πρωτοπορίας, μετατράπηκαν με ευλαβικό πάθος στην κομψεπίκομψη θρυαλλίδα που πυροδότησε άλλη μια κατακλυσμιαία έκρηξη ανάμεσα στις μεραρχίες των αρχαίων αντιπάλων. Το χρέος διττό: αφενός να διαφωτίσουν τα πλήθη μαρτυρώντας την αίγλη της ελευσόμενης σωτηρίας, αφετέρου να εξοντώσουν ολοσχερώς τους μιαρούς αρουραίους που επιμένουν να εμφωλεύουν στα σκύβαλα του σκωληκόβρωτου σοσιαλδημοκρατικού κήτους. Ομοβροντίες. Ορυμαγδός. Εξαντλητικοί μαραθώνιοι μέσα στα χυμένα σπλάγχνα του –αδόξως και αδεξίως– αποκεφαλισμένου Πασόκ. Τα (ερειπωμένα) χειμερινά ανάκτορα κηλιδώθηκαν απ’ το πηχτό, βαθυπόρφυρο αίμα. Η διάτορη κονίστρα της Überpolitik, με το εκστατικό θάμβος και την αχαλίνωτη μεσσιανική της βία, δημιουργεί –αναπόφευκτα– απύθμενο δέος, σκορπίζοντας αφειδώς λοιμογόνες φολίδες άναρθρου ζόφου.

Αργότερα, όταν αποκτηνώθηκε η φίλαρχη δίψα τους, έσπευσαν να διεκδικήσουν ρόλο πολιτισμικού αναμορφωτή: αστερόεντες προφήτες και πλανόδιοι διδάχοι, αψίκοροι σημειολόγοι, θλαστικοί χιουμορίστες, αδέκαστοι ξυλευτές κάθε ωμής συντηρητικής στερεοτυπίας, πηγαίοι στιχοπλόκοι, φιλόσοφοι εκ του προχείρου, κραταιοί βιβλιοκριτικοί και, προσφάτως, ογκηροί μυθιστοριογράφοι επιστράτευσαν και την παραμικρή ρανίδα φαιάς ουσίας για να προστατεύσουν τα αρτιγέννητα λάφυρα που εξασφάλισε η «νικητήριος επέλαση», αλλά και να χαλυβδώσουν τα επαναστατικά ορμέμφυτα του αγγελοκρουσμένου τους όχλου. Η συνταγή, βεβαίως, θλιβερά κοινότοπη: εύπεπτες ασκήσεις ανθρωπιστικής γυμναστικής, ανερμάτιστα μανιφέστα που παπαγαλίζουν τα γλαφυρά προσευχητάρια του μειλίχιου Ζντάνοφ, σπαρταριστές πτήσεις (χωρίς αλεξίπτωτο) στις ανέξοδες εδεμικές ουτοπίες (ήτοι τα πιο βάναυσα, στυγερά κολαστήρια), ασπόνδυλοι μύδροι και απηνείς λεκτικές φραγγελώσεις, μακρόσυρτες διελκυστίνδες οδυρμών πρόθυμες να καταπραΰνουν τις λεγεώνες των ανήμπορων και των βασανισμένων (πάντοτε σε κραυγαλέα μελοδραματικές αποχρώσεις), φλύαρες αοριστίες για μια τεχνηέντως θολή ελευθεριακότητα, άφθονη πίστη στο αγνό, αλάνθαστο ένστικτο του «περήφανου λαού», ηχηρά καταγγελτικά ρεκάσματα και ρηχή συνθηματολογία σε ισόποσες δόσεις. Ό, τι δηλαδή ο Κούντερα θα εξόριζε ευχαρίστως στο σιδηρόφρακτο γκουλάγκ της λήθης.

Ωστόσο, η ολοφρενής αφοσίωση σύσσωμων των εντεταλμένων κειμενογράφων στην αδιάκοπη λιτανεία υπέρ των οσίων του κυβερνητικού συρμού δεν πρέπει να πιστωθεί σε ανεξιχνίαστα ψυχοπαθολογικά σύνδρομα ή σκοτεινές, ενδόμυχες παρορμήσεις. Καμιά φλογερή ζάλη, αλίμονο, δεν συντάραξε την ερπετόδερμη νηνεμία τους. Υπάρχει μονάχα η εναγώνια, ακατάβλητη λαγνεία της αναρρίχησης στα υψίπεδα του συντεχνιακού κατεστημένου, η οποία, προφανώς, θα επιτευχθεί με οιονδήποτε τρόπο και όρο. Αν δεν κατόρθωσαν να διαπρέψουν ως μαιευτήρες λεπταίσθητων υφολογικών ταλαντώσεων, τουλάχιστον διακρίθηκαν ως αδιαφιλονίκητοι δεξιοτέχνες της κυβίστησης. Πράγματι, αυτή η χαμαιλεοντική προσαρμοστικότητα –ίσως το μοναδικό τους αγλάισμα, μαζί με το υδροκέφαλο θράσος– έμελλε να εξακοντιστεί σε ολύμπια ύψη. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ομολογουμένως, όσον αφορά στις συνειδησιακές περιδινήσεις πολλών ακάθεκτων ιεροκηρύκων του αγέρωχου προλεταριακού μεγαλείου, η ραγδαία διολίσθηση από τον βλοσυρό, πικρόχολο φλέγμα της (νεο)φιλελεύθερης ψυχρότητας στην ακάνθινη τύρβη της λάβρας αριστεροφροσύνης.

Φαιδρά κλειδωμένοι μέσα στον αδιάβροχο μανδύα της μακάριας πτωχείας και βυθισμένοι στα συμπαγή φυλλώματα της στρεψόδικης νάρκης τους, κομπορρημονούν και κορδακίζονται, εκτοξεύοντας αγκυλωτούς κρωγμούς και αστραφτερά αποφθέγματα για να υπερφαλαγγίσουν τον εχθρό (η κίβδηλη στίλβη του αφορισμού υπήρξε ανέκαθεν το ασφαλές καταφύγιο της απολεπισμένης σκέψης που αφυδατώθηκε στη μέγγενη της αφαίρεσης). Ανατινάζουν κάθε τόσο τα τελματωμένα τους κρανία και ψελλίζουν ασυνάρτητους παιάνες, φυματικές αρές, βελούδινες ύβρεις.

Εξαιτίας της συνένοχης αλληλεγγύης εκείνου του περίφημου ομαδόν (χωρίς το οποίο τίποτα δεν θα είχε επιτευχθεί και ευοδωθεί), –με τις ενορχηστρωμένες επιθέσεις, τις προπηλακίσεις, τους ιοβόλους σωρείτες των συκοφαντήσεων, τη σκληροπυρηνική μισαλλοδοξία του φανατισμένου ή την ιδιότυπη λογοκρισία στο όνομα μιας νεφελώδους ηθικής επιταγής–, η ρυπαρή συμμορία των πτωχαλαζόνων ανθυποστοχαστών κρηπιδώθηκε δίχως απώλειες, εκπορθώντας ένα προς ένα τα φρούρια των μίσθαρνων και των εξωνημένων. Στέφθηκαν πανηγυρικά, επομένως, οι ιδανικοί προπαγανδιστές της νεόκοπης ηγεμονίας, με την ευφορική, δήθεν απενοχοποιημένη εξύμνηση της αισχρότητας, τις χονδροειδείς ακροβασίες, την τραβεστί οξυδέρκεια, τον υπερεκχειλίζοντα κυνισμό (χαριτωμένα τραχύ και ασεβώς οργίλο, εμβαπτισμένο στην εύθρυπτη χρυσόσκονη του παλαιοαριστερού jargon, ό,τι πρέπει δηλαδή για να κατευνάσει τους ατροφικούς –πλην λαίμαργους– στομάχους των διαφόρων εξωμήτριων του Στάλιν και των πάσης φύσεως «αγανακτισμένων»), την πεζοδρομιακή επιθεωρησιογραφία, τους ανεκδιήγητους μαρξιστικούς λήρους και την απείρως γελοιωδέστερη εξουσιολατρία, η οποία ασφυκτιά κάτω από τους διάτρητους χιτώνες της επαρχιωτίστικης ειρωνείας… Άλλοτε πάλι, ανέσυραν από το αστείρευτο οπλοστάσιο της παχυλής, ασθμαίνουσας υπεροψίας τους μικρόψυχες και μεμψίμοιρες συνωμοσιοπαρανοϊκές κορώνες, με απώτερο στόχο την καθύπνωση, τη φίμωση και την παραπλάνηση ετερόδοξων ή ομονοούντων.

Παρασυρμένοι από τον στρόβιλο της ανίατης αυταρέσκειας, επιδόθηκαν σε φρικτά διανοητικά ανοσιουργήματα, βλακώδεις σοφιστείες και αγοραίες ιερεμιάδες, όπως, επί παραδείγματι, τη δακρύβρεκτη σταυροφορία εναντίον της τοξικής «κεντρώας συναίνεσης», ωσάν οι αυστηρές –στην άτεγκτη ακρίβεια της κοινωνιοβιολογικής νομοτέλειας– συντεταγμένες του αφελέστατου μανιχαϊσμού τους να επέβαλαν αποκλειστικά και μόνο τους εξής δύο ακραιφνείς πόλους της προαιώνιας ταξικής πάλης: (ριζοσπαστική, κομμουνιστική, αναρχίζουσα) Αριστερά και (δαιμονόληπτο, αμοράλ, σαρκοβόρο) Κέντρο μάχονται ανηλεώς, με το καλλίκομο φάντασμα της αγίας, διαφωρικής Δεξιάς να πλανάται τη δική του οικτράν (ωστόσο απολύτως αθώα) πλάνην… Ωσάν, επίσης, οι ταλαίπωροι ιδαλγοί του ημιτελούς εκσυγχρονιστικού παραδείσου και τα λοιπά αδέσποτα των αλήστου μνήμης «58» να αποτελούν την ειδεχθή εμπροσθοφυλακή του εγχώριου κεφαλαιοκρατικού Λεβιάθαν…

Ο αναιδής διάπλους τους στο πνιγηρό κρύσταλλο του κυβερνοδιαστήματος, παρά τα πυκνά κύματα θελκτικής αχλύος που εκπέμπει, συνιστά καθαρή ματαιοπονία, αφού ό,τι θα επιζήσει από την πρόσκρουση θα είναι ο ίδιος ο ίλιγγος της ταχύτητας, η συναρπαστική ανάφλεξη, οι επώδυνες συστροφές του κοχλία στον δαίδαλο των αλλεπάλληλων στιβάδων που συγκροτούν τη μεταμοντέρνα μας χοάνη. Ας γινόταν, τουλάχιστον, στις γκροτέσκες διακτινώσεις αυτής της παρατεταμένης φάρσας να ανιχνεύσουμε ελάχιστα έστω ρινίσματα ακέραιης συντριβής ή ανείπωτου άλγους· απ’ το άψογο, πετρώδες γέλιο τους να εκλυόταν ο παλλόμενος μυελός μιας φωνής επαμφοτερίζουσας, ακηδεμόνευτης και ανενδοίαστα ειλικρινούς, που οξειδώνεται, ασπαίρει και καταρρακώνεται, που μεταμφιέζει τη λύπη της σε σαρδόνια ιαχή και συχνά στομώνει τις λεπίδες της πάνω στις πληγές μιας ασίγαστης απελπισίας.

Αίφνης, στάθμευσαν στην αριστοκρατική μέθη που χαρίζει η κατεδαφιστική διακωμώδηση. Πότε, επιτέλους, όλοι αυτοί οι πυγμαίοι μείρακες, με τον νηπιακό οίστρο και τον δύσμορφο στόμφο, θα αντιληφθούν πως η σάτιρα (ακόμη και η πλέον ανάλαφρη) απαιτεί ανυπερθέτως ευμεγέθεις όρχεις, τους οποίους η δική τους συνομοταξία (εξέχουσα αλλά μάλλον παγερά πολυπληθής) ούτε κατά διάνοια δεν διαθέτει; Τουλάχιστον, η απροσποίητη, ναΐφ παρακμή του συνοικιακού καφενείου προσφέρει, ακουσίως, μερικούς σπινθήρες γνήσιας ευφυΐας.

[1] Μίλαν Κούντερα, Η ζωή είναι αλλού, μτφρ. Γιάννης Η. Χάρης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2008.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

2 thoughts on “Το μελάνι των κανιβάλων

  1. Ανώνυμος Σεπτεμβρίου 6, 2015 στο 11:17

    Εκπληκτικό κείμενο Κυρ-Θοδωρή,συγχαρητήρια!!!Ένα κείμενο που πρέπει να διαβαστεί από πολλούς «λυσσαλέους ιαγουάρους που ονειρεύονται νυχθημερόν τον κατασπαραγμό». Στα πλην: Άσε και κάτι για το επόμενο κείμενο ρ σύντροφε.Κάθε φορά κάνω αμάν να το τελιώσω(συνήθως με όρεξη διαβάζω μέχρι την 3η-4η παράγραφο)

    Μου αρέσει!

  2. Θοδωρής Σταμάτης (@thodstamatis) Σεπτεμβρίου 7, 2015 στο 18:22

    Σ’ ευχαριστώ για το ενθαρρυντικό σχόλιο, ανώνυμε φίλε μου! Κατανοώ την ένσταση και υπόσχομαι στο εξής να αυτοπεριοριστώ… Πολλούς συντροφικούς χαιρετισμούς!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: