Για την αϊστορικότητα της θεωρίας

220px-Riza-yi-Abbasi_008

Ο σπουδαίος θεωρητικός Χέιντεν Γουάιτ έχει ασχοληθεί, κατά τη διάρκεια της πολύχρονης ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, μ’ ένα τεράστιο εύρος ζητημάτων. Τα αντικείμενα των μελετών του εκτείνονται απ’ τη θεωρία της ιστορίας και της λογοτεχνίας μέχρι τη φιλοσοφία και την ιστορία της. Σε όλες όμως τις μελέτες του, μπορεί να διακρίνει κανείς κάποιες σταθερές. Για παράδειγμα, ήδη απ’ το magnum opus του, Metahistory [Μεταϊστορία], που γράφτηκε το 1973, ο Γουάιτ χρησιμοποιεί ένα τροπολογικό σχήμα για την ανάλυση των ιστορικών και λογοτεχνικών κειμένων. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, κάθε κείμενο είναι, στην πραγματικότητα, δομημένο με βάση τέσσερις βασικούς ρητορικούς τρόπους: τη μεταφορά, τη μετωνυμία, τη συνεκδοχή και την ειρωνεία. Επιπλέον, αυτοί οι τέσσερις ρητορικοί τρόποι μπορούν να χρησιμεύσουν και για μια συνολική θεώρηση της λογοτεχνικής παραγωγής. Κάθε κείμενο χαρακτηρίζεται κυρίως από έναν τρόπο: το ένα είναι κυρίως μεταφορικό, το άλλο κυρίως μετωνυμικό κ.λπ. Συνεπώς, μπορούμε να ταξινομήσουμε οποιοδήποτε κείμενο στον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Μια άλλη σταθερά του έργου του είναι η τυπολογική ερμηνεία, ένα ερμηνευτικό σχήμα που προέρχεται απ’ τον Έριχ Άουερμπαχ και τον Νόρθροπ Φράι. Σύμφωνα με αυτό, κάθε κείμενο είναι ταυτόχρονα τύπος κάποιου μεταγενέστερου και εκπλήρωση κάποιου προγενέστερου χρονικά κειμένου. Έτσι, οποιοδήποτε λογοτεχνικό έργο μπορεί να ενταχθεί σε μια αλυσίδα, στην οποία κάθε κρίκος επαναλαμβάνει, κατά κάποιο τρόπο, κάποιον προηγούμενο κρίκο.

Χάρη σε αυτές τις σταθερές του έργου του, ο Γουάιτ δημιουργεί, στην πραγματικότητα, ένα σύστημα ερμηνείας, το οποίο όμως είναι, σε μεγάλο βαθμό, αϊστορικό. Όπως γράφει ο ίδιος, για να υπερασπιστεί τον δάσκαλό του Νόρθροπ Φράι από μια όμοια κατηγορία για αϊστορικότητα: «Αλλά αυτό ισχύει όπως θα ίσχυε για κάθε δημιουργό ενός συστήματος. Η συστηματοποίηση είναι η χωροποίηση μιας διαδικασίας που πρέπει, με το χαρακτήρα των λειτουργιών της, να καταπνίξει τη συνείδηση της χρονικότητας και της αλλαγής και να επικεντρώσει την προσοχή μόνο σε αυτό που παραμένει σταθερό.» [1]

Η λογοτεχνική θεωρία παραμένει, όπως φαίνεται, δέσμια του προπατορικού αμαρτήματος της αϊστορικότητας. Με αυτό το γνώρισμα γεννήθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα απ’ τους φορμαλιστές και το ίδιο πρόβλημα εξακολουθεί να την ταλανίζει σχεδόν εκατό χρόνια μετά. Αυτή την αϊστορικότητα είχε εντοπίσει ήδη το 1928 ο Μιχαήλ Μπαχτίν ως βασικό ελάττωμα του φορμαλισμού:

Απ’ όλη τη θεωρία της λογοτεχνικής εξέλιξης των φορμαλιστών λείπει ένα ουσιώδες στοιχείο – η κατηγορία του ιστορικού χρόνου, πράγμα που είναι αναπόφευκτη συνέπεια όλων των στοιχείων της θεωρίας τους που εξετάσαμε.

Στην ουσία, οι φορμαλιστές γνωρίζουν μόνο κάποιου είδους «διαρκές παρόν», μια «διαρκή συγχρονία». [2]

[1] Hayden White, Λογοτεχνική θεωρία και ιστορική συγγραφή, μτφρ. Γιώργος Πινακούλας, Επέκεινα, Τρίκαλα 2015, σελ. 203.

[2] Μιχαήλ Μπαχτίν, Фрейдизм. Формальный метод в литературоведении. Марксизм и философия языка. Статьи [Φροϋδισμός. Η φορμαλιστική μέθοδος στην επιστήμη της λογοτεχνίας. Μαρξισμός και φιλοσοφία της γλώσσας. Άρθρα], Лабиринт, Μόσχα 2000, σελ. 344.

Γιώργος Πινακούλας

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: