Μερικές σκέψεις για τη συγγραφή και την ανάγνωση

William_Blake_006

Στον Δημήτρη Καρακίτσο

Η περίφημη «λευκή σελίδα» έχει καταστεί το πλέον κοινότοπο φόβητρο στους συγγραφικούς κύκλους και το οποίο πρέπει να εξορκιστεί πάση θυσία. Τα διάφορα εγχειρίδια δημιουργικής γραφής μηχανεύονται τρόπους και τεχνικές προκειμένου να υπερνικηθεί αυτή η καταστροφική εμπλοκή, έτσι ώστε ο λογοτέχνης να παραδοθεί απερίσπαστος στα κύματα της απρόσκοπτης, κατακλυσμιαίας έμπνευσης. Πρόκειται, βέβαια, για φυγόμαχους ερασιτεχνισμούς, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με την επίπονη πλεύση στους απόκρημνους μυχούς του λογοτεχνικού φαινομένου. Ο αληθινός δημιουργός, αντίθετα, θέλγεται απ’ το λευκό, εφόσον η γραφή του είναι εξαρχής προορισμένη να καταλήξει στο κενό. Ο Κάφκα, ο Προυστ, ο Μαλλαρμέ, ο Ντοστογιέφσκι ή ο Μπέρνχαρντ, βυθισμένοι στη διαβρωτική τους ανασφάλεια και πυρπολημένοι από τα μοχθηρά φαντάσματα της αμφιβολίας, αναμετρήθηκαν με τη σιωπή και το άρρητο, θεωρώντας το έργο τους ημιτελές, ελλειμματικό και ανολοκλήρωτο.

Το λογοτεχνικό έργο ανέκαθεν βιωνόταν από τον δημιουργό του ως παταγώδης αποτυχία. Αφ’ ενός γιατί το παραχθέν κείμενο, η υλική μορφή της Ιδέας, προσκρούει βίαια στη βασανιστική τελειοθηρία του συγγραφέα, αφ’ ετέρου επειδή η ιδιαίτερη, διαταραγμένη φύση του καλλιτέχνη, εγγενώς ανικανοποίητη, επηρμένη και, προπαντός, άπληστη για το Άλλο (ο δημιουργός αναζητά απεγνωσμένα το Άλλο και η τραγωδία του έγκειται στο ότι, δυστυχώς, σχεδόν πάντα αυτή η συνάντηση αναβάλλεται επ’ αόριστον) δεν μπορεί ποτέ να ησυχάσει, να κορεσθεί, να επαναπαυθεί στις δάφνες μιας εξισορροπητικής, αυτάρεσκης φιλοδοξίας. Η ίδια η λογοτεχνική δημιουργία, εξάλλου, αντανακλά μια διαρκή και αμείλικτη πάλη με το ανέφικτο. Τα απαστράπτοντα σπαράγματα του Σολωμού το αποδεικνύουν περίτρανα. Ο Σολωμός δεν αποθέωσε εξ’ αρχής την αποσπασματική μορφή, ούτε αφιερώθηκε προγραμματικά στη ρομαντική αισθητική του θραύσματος. Η περιβόητη αποσπασματικότητα των μειζόνων σολωμικών συνθεμάτων αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή την ύστατη, ολοσχερή ήττα του ποιητή από το Έργο. Το Έργο, ως το απόλυτο καλλιτεχνικό δημιούργημα, συνιστά το αιμόφυρτο ίζημα μιας στυγερής, μέχρις εσχάτων, μάχης δύο αδυσώπητα εχθρικών κόσμων, του εαυτού και της πραγματικότητας. Η ζωή, ο κόσμος, ο καιρός ληστεύει, λοιδορεί, εξαπατά και διαψεύδει τον νοσηρά ευαίσθητο δημιουργό. Αυτός ο αθεράπευτος ιδεαλιστής, όμως, εκδικείται φρικτά την πραγματικότητα, μ’ έναν διεστραμμένο, αλαζονικό θρίαμβο, συνθέτοντας έργα που την αποδομούν και την υπερβαίνουν, προξενώντας ύπουλες, ανεπανόρθωτες ρωγμές στην έτσι κι αλλιώς επισφαλή συνοχή της. Ο αυθεντικός λογοτέχνης, όντας ένθεος, διασώζει κάτι από τον μανικό οίστρο της διονυσιακής βακχείας ή τη θρησκευτική έκσταση των θεοπτών ασκητών. Το ιερό, ευλογημένο πλάσμα που αποκαλούμε συγγραφέα διαθέτει το απαράμιλλο χάρισμα να πλαστουργεί φαντασμαγορικούς, έναστρους κόσμους, καταργώντας θαρραλέα τα σύνορα που χωρίζουν την πραγματικότητα από τη φαντασία. Η λογοτεχνική γραφή, και δη η μυθιστορηματική, αποτελεί ύψιστη κοσμογονική πράξη. Το Έργο είναι η λεπτή, αραχνοΰφαντη αερογέφυρα μεταξύ των δύο αντικρουόμενων κόσμων, ένα φθορίζον και ανεξερεύνητο λαβυρινθώδες κατώφλι. Η Λογοτεχνία καθόλου δεν περιορίζεται στην ξηρή, «αντικειμενική» φωτογράφιση του εξωτερικού, αισθητού περιβάλλοντος (τότε θα επρόκειτο περί τετριμμένης, αγοραίας δημοσιογραφίας), ούτε στη χειμαρρώδη, ιμπρεσιονιστική πραγμάτευση της βιογραφίας του συγγραφέα (τότε θα εξέπιπτε σε υπερτροφική, καλπάζουσα, μελοδραματική συναισθηματολογία). Η Λογοτεχνία είναι αδιαφιλονίκητα αυτό το ανελέητο μεταξύ, το οριακό και αδικαίωτο, η γυμνή μεταμόρφωση, ο ραγδαίος μετασχηματισμός του ατομικού (ο συγκεκριμένος, υπαρκτός γράφων και η κοσμοθεωρία του, μέσα σ’ ένα ορισμένο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο) σε Σύμπαν. Γράφω σημαίνει υπόσχομαι, με απελπισμένη ερωτική αφοσίωση, την ολότητά μου στη στυγνή εξουσία του θανάτου. Η εποχή της γραφής μου συμπίπτει με την εποχή του θανάτου μου. Γράφω όντας νεκρός, δηλαδή γράφω μη όντας. Η υπερβολή του μη όντας, το ανακόλουθο, περιγράφει το Έργο. Το Έργο είναι μόνο. Εκτός τόπου και χρόνου, ισορροπώντας βέβηλα στον ιλιγγιώδη, υπέρλαμπρο θρόνο του εκτός. Εξουδετερώνει την πεπερασμένη, ιστορική ύπαρξη του δημιουργού του. Βδελύσσεται τη στράτευση, απεχθάνεται την κοινωνική πραγματικότητα, όπως και κάθε απτή, ορατή πραγματικότητα. Όλα συντρίβονται από την ακράδαντη, ανεπίδοτη πραγματικότητα του ίδιου του Έργου. Έλκεται παράφορα από το Πιθανό, συνομιλεί αποκλειστικά με το Αόριστο, το Άρρητο και το Αμετάβατο. Το Έργο, εν τέλει, γράφει τον συγγραφέα του παρά γράφεται από αυτόν. Διεισδύει, εξαπλώνεται μέσα σου, ώσπου να γίνει εσύ και εσύ να μην είσαι τίποτε άλλο παρά ένας φευγαλέος, ουτιδανός αρμός στους σκοτεινούς, ανεξιχνίαστους δαιδάλους του.

Η λογοτεχνία δεν είναι πάρεργο ή παράπλευρη δραστηριότητα, δεν αποκρυσταλλώνει μια ευχάριστη δημιουργική παρένθεση στη ζωή του συγγραφέα. Τέτοιες ασεβείς ή άκριτες συμπεριφορές, αναπόφευκτα, οδηγούν σε ισχαιμικά φαντασιοκοπήματα ενός εξογκωμένου, αλαζονικού και γραφομανούς ψυχισμού. Γράφοντας κανείς ικανοποιεί την ασίγαστη δίψα του για επικοινωνία. Η επιθυμία για γραφή ενοφθαλμίζει αυτή την αναγκαία φιλοδοξία του μεταδόσιμου. Ο δημιουργός εκλιπαρεί, με έντρομη αγωνία, για τον άγνωστο, μοναδικό του αναγνώστη.

Ο άπειρος συγγραφέας θέλει καταρχήν να «εκφραστεί». Έχει την ακλόνητη πίστη πως η ειλικρίνεια του βιώματος, η γύμνια του συναισθήματος και η αλήθεια της εξομολόγησης θα εκτιμηθούν δεόντως. Γράφει λοιπόν, προσπαθώντας να αποτυπώσει την προσωπική του ιστορία, να διηγηθεί την ατομική του περίπτωση. Ωστόσο, σχεδόν ποτέ δεν κατορθώνει να υπερβεί τα στενά όρια που θέτει αυτή η ατέρμονη ομφαλοσκόπηση του εαυτού του, συνθέτοντας κείμενα που συχνά θυμίζουν άνευρο βιογράφημα ή αμήχανα θρύψαλα ημερολογίου. Τα γραπτά του, τις περισσότερες φορές, μοιάζουν ασπόνδυλα, χωρίς δομικό άξονα και ισχυρά θεμέλια. Ο άπειρος συγγραφέας σπάνια ενδιαφέρεται για τον αναγνώστη, τυφλωμένος από την αλαζονεία του εκλεκτού που «παράγει τέχνη» και ατενίζει την αιωνιότητα. Κι αυτό γιατί ξεχνά πως η λογοτεχνία είναι πρωτίστως απόλαυση. Άλλοτε, όντας αδέξιος χειριστής του υλικού του, παρασύρεται σε λεκτικές υπερβολές, γίνεται εντυπωσιοθήρας, δυναμιτίζει την οικονομία του γραπτού του με πλαδαρές παρεκβάσεις, αχρείαστες επαναλήψεις, ενοχλητικές παλινωδίες ή μελοδραματικές εξάρσεις. Ο άπειρος συγγραφέας μένει εκνευριστικά προσκολλημένος στα αναγνώσματα που τον καθόρισαν, με αποτέλεσμα οι πρώτες λογοτεχνικές του απόπειρες να είναι άτεχνες μιμήσεις, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, έντονης δημιουργικής πνοής ή βλάσφημης ανατρεπτικότητας.

Η δύναμη του θέματος εκκινεί κάθε συγγραφική απόπειρα του έμπειρου συγγραφέα. Το θέμα επιβάλλει όχι μόνο το είδος, αλλά και το ύφος. Τα ώριμα κείμενα προκύπτουν από την αρμονική κράση μορφής και περιεχομένου, λέξης και ιδέας. Ο έμπειρος συγγραφέας δεν βυθίζεται στις εμμονές του, ούτε εφησυχάζει θεωρώντας πως κατέκτησε την τέχνη του· πειραματίζεται, αμφιβάλλει, απεχθάνεται την ακινησία, αποστρέφεται κάθε είδους βαλτώδη ηρεμία. Πρώτιστο μέλημά του πρέπει να είναι ο αναγνώστης, χωρίς ωστόσο να υποχωρεί στις απαιτήσεις του συρμού και τις ανοησίες του κοινού γούστου (ειδάλλως κινδυνεύει να γίνει οικτρός λαϊκιστής, ο οποίος παραπλανά με καλλιεπείς κοινοτοπίες). Ο έμπειρος συγγραφέας δεν αντιγράφει ούτε μιμείται· συνομιλεί, διαλέγεται, υπονομεύει, αποδομεί.

Ο άπειρος αναγνώστης σαγηνεύεται από τη γλαφυρή πλοκή και τους καλοσχηματισμένους χαρακτήρες, μαγνητίζεται από κείμενα τα οποία ρέουν αβίαστα, με τις σελίδες να κυλούν η μία μετά την άλλη με μεγάλη ταχύτητα (εξού και η τόσο εντυπωσιακή δημοφιλία των μπεστσέλλερς). Ταυτίζεται τόσο πολύ με τους ήρωες, ώστε τρέφει την ψευδαίσθηση πως το λογοτεχνικό έργο περιγράφει εκείνον αποκλειστικά. Έτσι, παρακάμπτει το γεγονός πως η λογοτεχνία γράφεται με λέξεις. Παρασύρεται από τη συγκίνηση και την αληθοφάνεια, επιζητεί τη συναισθηματική υπερεκχείλιση, υπερεκτιμά την καταιγιστική δράση, αναζητεί μανιωδώς τον ρεαλισμό, ανασκαλεύει την κειμενική ύλη ψάχνοντας για πραγματολογικά στοιχεία και αφηγήσεις «βασισμένες σε αληθινές ιστορίες». Ο άπειρος αναγνώστης δυσφορεί με τη λογοτεχνία εκείνη που κατεδαφίζει στερεότυπα, μονολιθικές πεποιθήσεις και άκαμπτα δόγματα, επιθυμώντας εύπεπτα, καθησυχαστικά κείμενα που γαληνεύουν τους βαυκαλισμούς του.

Ο έμπειρος αναγνώστης είναι στην ουσία συνδημιουργός του κειμένου. Δεν σταθμεύει στις εξωτερικές λεπτομέρειες (πλοκή, ήρωες, δράση), αλλά αντλεί απόλαυση απ’ τον πυρήνα της λογοτεχνικής δημιουργίας, τη γλώσσα. Εφόσον δεξιώνεται το έργο με την απαραίτητη (κάποτε ειρωνική) αποστασιοποίηση, είναι σε θέση να αντιληφθεί και να αποκωδικοποιήσει τους εσωτερικούς μηχανισμούς του κειμένου, τη βαθύτερη οικονομία του, το υλικό του πλέγμα (με τους θρόμβους, τα χάσματα, τις λευκές κηλίδες, τα σημεία ραφής). Για τον έμπειρο αναγνώστη, κάθε βιβλίο δεν φανερώνει απλώς ένα αυτόνομο και αυθύπαρκτο σύμπαν, αλλά μια ψηφίδα στο άναρχο συνεχές της γραφής, έναν επιπλέον τόμο στην απέραντη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ που ονειρεύτηκε ο Μπόρχες.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: