Ο κανόνας και οι εξαιρέσεις της εγχώριας μυθιστορηματικής ένδειας

leonora carrington

Η καθ’ ημάς κριτική, ασφυκτικά εγκλωβισμένη στον αδιάβροχο νυμφώνα του ενδημικού επαρχιωτισμού της, αντιμετωπίζει την απουσία μείζονος νεοελληνικού μυθιστορήματος με σιωπηλή παραδοχή, ενίοτε με τη συνήθη οργίλη στρεψοδικία. Εφημεριδογράφοι, βιβλιοπαρουσιαστές και αφοσιωμένοι ταγοί της συντεχνιακής ορθοφροσύνης εις μάτην πασχίζουν να διασκεδάσουν αυτή τη σκανδαλώδη ανυπαρξία, εξαπολύοντας καθησυχαστικούς διθυράμβους, αποθεώνοντας το «πηγαίο» και το «βιωματικό», νοσταλγώντας «χλοερές πατρίδες» και «χαμένα κέντρα».

Η ερμηνεία που συναρτά άμεσα την εξέλιξη του μυθιστορηματικού είδους με τη σταθεροποίηση και ακμή του αστικού πολιτισμού φαντάζει σήμερα ελλιπής, αποσπασματική και σίγουρα περιορισμένης εμβέλειας. Αναπόφευκτα, οι οικονομικοκοινωνικές αλλαγές που σηματοδότησε η ταχεία άνοδος της αστικής τάξης στα κράτη της Ευρώπης είχαν άμεσο αντίκτυπο και στην πολιτισμική σφαίρα. Μια σειρά σημαντικών κατακτήσεων όπως η επιστημονική έκρηξη του Διαφωτισμού αλλά και η μαζική διάδοση του βιβλίου, λόγω της πλατιάς άνθισης της τυπογραφίας, σηματοδότησαν την απαρχή της μεγάλης μυθιστορηματικής αφήγησης. Ωστόσο, μια τόσο άτεγκτα μηχανιστική και κοινωνιολογίζουσα θεωρία της γένεσης του μυθιστορήματος ηχεί αφάνταστα παρωχημένη. Εκτός αυτού, υπήρχε μήπως ισχυρή, θάλλουσα αστική τάξη στη Ρωσία των Τολστόι και Ντοστογιέφσκι, την Κούβα του Χοσέ Λεσάμα Λίμα ή την Τσεχία του Πάβελ Κόχουτ και του Μίλαν Κούντερα; Το ζήτημα είναι, αναμφίβολα, πολυσύνθετο.

Η αναιμική μυθιστορηματική παραγωγή της χώρας μας οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην ιδιοσυστασία της περιφερειακής λογοτεχνικής μας παράδοσης. Η Ελλάδα, στην κρίσιμη περίοδο μετά την απελευθέρωση, δεν κατόρθωσε ποτέ να συντονιστεί απολύτως με τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα της Γηραιάς Ηπείρου, πόσο μάλλον να διαδραματίσει καθοριστικό, σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση και εξέλιξή τους. Έτσι, για παράδειγμα, η μυθιστοριογραφία των ετών 1830-1880 προσέλαβε ατελώς και, κάπως διεστραμμένα, το κίνημα του ρομαντισμού, προσαρμόζοντάς το στα εγγενώς περιορισμένα ζητούμενα μιας κατά βάση εθνικής λογοτεχνίας, σφόδρα πατριωτικής, εθνεγερτικής και ψυχωφελούς. Ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός, ενόσω θριάμβευαν στην Αγγλία και την Γαλλία, άφησαν τα ίχνη τους πιο έντονα (αν και συγκεχυμένα), ενώ το εντόπιο συμβολιστικό μυθιστόρημα αποδείχθηκε εξίσου καχεκτικό (με εξαίρεση το ανάδελφο Φθινόπωρο του Χατζόπουλου). Αυτή η εξόφθαλμη έλλειψη στιβαρών αφηγηματικών βάσεων, καθώς και η απουσία πλούσιας μυθιστορηματικής παρακαταθήκης, καθήλωσαν το νεοελληνικό μυθιστόρημα σε μια θλιβερή, αναπότρεπτη στασιμότητα. Αυτή η εκκωφαντική ακινησία θα μπορούσε να συνδυαστεί, μάλιστα, με τη διάτορη έλλειψη (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) πρωτότυπου, στιβαρού φιλοσοφικού λόγου και στοχασμού. Φαίνεται πως η λογοτεχνία μας δεν κατόρθωσε, μέχρι σήμερα, να υπερβεί τον πυκνό κλοιό των σαρωτικών επιδράσεων και να τολμήσει το καθοριστικό επόμενο βήμα, αυτό της δυναμικής αυτάρκειας.

Πόσα, άραγε, νεοελληνικά πεζογραφικά έργα μπορούν να συναγωνιστούν, ή έστω να παρακολουθήσουν από απόσταση ασφαλείας, τις κατακτήσεις της ευρωπαϊκής και αμερικανικής μυθιστοριογραφίας; Ακόμη και ο πλέον πρόχειρος νοερός απολογισμός δημιουργεί αποκαρδιωτικά συναισθήματα. Ούτε ο εμφανώς γερασμένος και υποτονικός σήμερα Τερζάκης, ούτε ο χειμαρρώδης αλλά επιπόλαια ανοικονόμητος και ασπόνδυλος Καραγάτσης, πόσο μάλλον ο εγκεφαλικός Θεοτοκάς ή ο εκνευριστικά φλύαρος Βενέζης επαρκούν για να χρήσουν την εγχώρια μυθιστορηματική μυθοπλασία αξιόλογη στο σύνολό της.

Η συντριπτική πλειονότητα των μυθιστορημάτων που τυπώνονται σήμερα μοιάζει εξαιρετικά άνευρη και, το κυριότερο, απελπιστικά μέτρια. «Επαγγελματίες», εξακολουθητικά πολυγραφότατοι πεζογράφοι (Ραπτόπουλος, Τατσόπουλος, Χωμενίδης, Κορτώ) έχουν δυστυχώς προσβληθεί από έναν ακατάσχετο συγγραφικό οίστρο, με αποτελέσματα θεαματικά μεν σε μέγεθος, αμφίβολης αισθητικής αξίας δε. Παλαιότεροι, από την άλλη πλευρά, συγγραφείς, οι οποίοι στο παρελθόν έδωσαν κάποια ενδιαφέροντα δείγματα, εκφύλισαν ραγδαία τη μυθοπλαστική τους ικανότητα, εγκαταλελειμμένοι στη διαβρωτική ασφάλεια της μανιέρας (Κουμανταρέας, Βασιλικός) ή επιδιδόμενοι σε υπερφίαλα και εξαντλητικά έμμονους λεκτικούς ακροβατισμούς, μοιραία καταδικασμένους σε παταγώδη αποτυχία.

Αφηγήματα που σφράγισαν τον νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα, όπως το εμβληματικό Ζιγκ Ζαγκ στις νεραντζιές της Έρσης Σωτηροπούλου, το Ο ήλιος δύω της Μαρίας Μήτσορα ή το σπουδαίο Flash στη νύχτα του Γιώργου Αριστηνού, όντας μάλλον εκτεταμένες νουβέλες, πόρρω απέχουν απ’ το να συγκαταλεχθούν στη χορεία των καθαρόαιμων μυθιστορηματικών συνθέσεων, όσο κι αν διευρύνουμε, επιεικώς και γενναιόδωρα, τα όρια της ειδολογικής τους ταυτότητας. Ανυπέρβλητοι τεχνίτες της μικρής φόρμας, όπως ο Κουφόπουλος, ο Δημητριάδης ή ο Παπαδημητρακόπουλος, αντιστέκονται σθεναρά στον πειρασμό του μυθιστορήματος, ενώ ακράδαντα ταλαντούχες γραφίδες επαναπαύθηκαν σχεδόν αυτιστικά στις ολέθριες δάφνες μιας οικτρής έπαρσης, παραδίδοντάς μας υδροκέφαλους, αυτοαναφορικούς ακκισμούς: τα τελευταία κείμενα της Καραπάνου και της Ζατέλη το επιβεβαιώνουν περίτρανα.

Ξεχωρίζουν, ομολογουμένως, τα δύο εκκεντρικά παλίμψηστα του Γιάννη Πάνου, οι μεμονωμένες, μοναχικές και ανεπανάληπτες, φωνές των Αλεξάνδρου και Καχτίτση, ο αδιαφιλονίκητα sui generis Πεντζίκης (όπως και συλλήβδην η Σχολή της Θεσσαλονίκης, στον γόνιμο διάλογό της με τα προτάγματα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού), αλλά και η εκθαμβωτικά πρωτοποριακή Μέλπω Αξιώτη των Δύσκολων Νυχτών ή της Κάδμως.

Ως εκ τούτου, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς αποδεικνύεται ο ικανότερος και συνεπέστερος μεταπολεμικός μυθιστοριογράφος, το έργο του οποίου ακτινοβολεί, συγκρινόμενο με τις απείρως υποδεέστερες, ωστόσο άδικα και ανέλεγκτα προβεβλημένες, σύγχρονές του συγγραφικές απόπειρες. Ο Κοτζιάς εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη μακρά, συστηματική αναγνωστική του θητεία στους κολοσσούς του κλασικού μυθιστορήματος (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Μπαλζάκ, Ντίκενς), όσο και τις μεγαλόπνοες κατακτήσεις του υψηλού μοντερνισμού (Κάφκα, Τζόυς, Γουλφ, Φώκνερ). Ο όγκος και η ποιότητα των συνθεμάτων του Κοτζιά τον κατατάσσουν, ανεπιφύλακτα, στην πλειάδα των βαρυσήμαντων ευρωπαίων συγγραφέων μυθιστορηματικής μυθοπλασίας. Τα επτά μυθιστορήματα που εμπνεύστηκε αναδεικνύουν εναργέστατα την σπάνια αφηγηματική του δεξιοτεχνία, τη δημιουργική αφομοίωση των επιρροών, την τελειοθηρική μανία του για τη γλώσσα αλλά και μια εντυπωσιακή εξέλιξη από το ένα βιβλίο στο άλλο (εκκινώντας από την ντοστογιεφσκική Πολιορκία και καταλήγοντας στη μεταμοντέρνα Φανταστική περιπέτεια).

Θα ήμασταν επίσης ασυγχώρητοι αν παραλείπαμε τον ιδιοφυή, απαστράπτοντα Βαλτινό των Στοιχείων για τη δεκαετία του ’60, της Ορθοκωστάς και του Συναξαριού του Αντρέα Κορδοπάτη, αλλά και τον παραγνωρισμένο Παύλο Μάτεσι. Η γραφή του Μάτεσι, παρότι συχνά στρυφνή και δύσκαμπτη –ομνύοντας σε μια έκρυθμη, χλευαστικά ανεστραμμένη απεικόνιση του κόσμου–, δεν υποκύπτει ποτέ στην παγίδα του εύπεπτου, ρηχού ακαδημαϊσμού, ούτε στη γλυκερή αυταρέσκεια και τις φολκλόρ εξάρσεις που μαστίζουν τους ιθαγενείς ιεροκήρυκες της «ελληνικής αυθεντικότητας». Ενώ τα πρώιμα διηγήματα της Ύλης δάσους οφείλουν πολλά στον Κάφκα, στον Μπέκετ και στο θέατρο του παραλόγου εν γένει , όλα τα επόμενα πεζογραφήματά του αρδεύονται από τον σκοτεινό φωκνερικό καταρράκτη. Η ανέλπιστα δημοφιλής Μητέρα του σκύλου απομακρύνεται ριζικά από την αφελή, περίκομψη ηθογραφία του κραυγαλέου εξωραϊσμού της λαϊκότητας που τόσο ταλάνισε τη νεοελληνική μας πεζογραφία (ελέω των ανίατων ιδεοληψιών της Γενιάς του Τριάντα και των απειράριθμων κακόζηλων ψιττακιστών της), για να βυθοσκοπήσει τα άρρωστα σπλάγχνα μιας Ελλάδας, τεφρής και λασπωμένης, η οποία σπαράσσεται απ’ τα αδηφάγα φαντάσματα της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το Πάντα καλά, εντούτοις, παρόλο που υπογράφεται «αισθηματικό μυθιστόρημα», αποτελεί μια περισσότερο επιτηδευμένη και σαρκαστική εκδοχή του Τρίτου στεφανιού. Εδώ ο ευφάνταστος Μάτεσις γελοιοποιεί ανηλεώς όχι μόνο την καθυπνωτική ελαφρότητα της αφόρητης συναισθηματολογίας που χαρακτηρίζει τη λεγόμενη «γυναικεία λογοτεχνία», αλλά και τις φεμινιστικές υπερβολές της ηλιθιωδώς «κινηματικής» δεκαετίας του ογδόντα. Αν όμως το κιτς στον Ταχτσή (και στον αφοσιωμένο συγκαιρινό θαυμαστή του, Μιχάλη Γεννάρη) είναι μάλλον ακούσιο και απροσχημάτιστο (το χαριτωμένα ασυναίσθητο κιτς της μετεμφυλιακής μικροαστικής τάξης), στον Μάτεσι απογειώνεται στον αστερισμό της μπαρόκ φαντασμαγορίας. Στον Παλαιό των ημερών, ο Μάτεσις προσεγγίζει περισσότερο τη μυστηριακή ατμόσφαιρα του Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζατέλη, ενώ μπορεί κανείς να διακρίνει αμυδρές συγγένειες με το ύφος και τη σκηνοθεσία του Χειμωνά (ιδίως στην τετραλογία του «τέλους του καιρού», αλλά και στον Εχθρό του ποιητή). Βέβαια, ενώ η Ζατέλη εμπνέεται πρωτίστως από τον πληθωρικό μαγικό ρεαλισμό του Μάρκες και ο Χειμωνάς εμμένει σε μια εξημμένη, τελετουργική απεικόνιση της Αποκάλυψης, στο ιδιότροπο σύμπαν του Μάτεσι δεσπόζει το γκροτέσκο – με τις πολύκλωνες, αστραφτερές εκφύσεις του, την καρναβαλική παραφορά και τις συχνά παρωδιακές εκρήξεις. Σ’ αυτή την περίπτωση, αναδύεται ο σπηλαιώδης, καταιγιστικός Φώκνερ και οι επιδέξιοι Νοτιοαμερικανοί ανατόμοι του γοτθικού ζόφου.

Ίσως ο μόνος αξιοπρόσεκτος σύγχρονος συγγραφέας, ο οποίος, στο διάστημα μιας δεκαετίας, μας έχει χαρίσει τουλάχιστον τρία σημαντικά μυθιστορήματα, είναι ο Μιχάλης Μιχαηλίδης. Η γοητευτικά ασύδοτη μυθοπλασία του Μιχαηλίδη συνομιλεί, μ’ έναν άκρως ιδιοσυγκρασιακό τρόπο, κατευθείαν με το αμερικανικό μεταμοντέρνο μυθιστόρημα. Από τον πρωτόλειο Μηχανισμό της Σύγχυσης, την αριστουργηματική Σκύλα και το κουτάβι, έως την εφιαλτική Νυχτερινή διαδρομή και τον βλάσφημο παροξυσμό της Πινακοθήκης τεράτων, ο αποσυνάγωγος Μιχαηλίδης εκπλήσσει υπέροχα με την αφηγηματική δεινότητα αλλά και την περίτεχνη επεξεργασία του ύφους. Εξάλλου, η κρίσιμη θεματολογία που θέλγει τον Μιχαηλίδη τον τοποθετεί επάξια δίπλα στους ακαταμάχητους Αμερικανούς ομοτέχνους του: ο δαιμονικός υπερκαταναλωτικός οίστρος, η βάναυση, πορνογραφική επέλαση της τηλεόρασης, το κτηνώδες, αιμοχαρές πρόσωπο της εξουσίας, η ακόρεστη δίψα για σεξ, βία και θέαμα, η σαρωτική κατάρρευση των άλλοτε πανίσχυρων μύθων που εξέθρεψε η νεωτερικότητα, η σχιζοφρενική συνωμοσιολαγνία της ανώνυμης, εσαεί χειραγωγούμενης μάζας.

Μένει λοιπόν οι επίδοξοι κριτικοί να αποφανθούν συστηματικά και εμπεριστατωμένα για το διαρκές αίνιγμα της παρατεταμένης νηπιακής ηλικίας που διανύει η νεοελληνική μας μυθιστοριογραφία, απαλλαγμένοι από τους επάρατους ιδεοψυχαναγκασμούς και τις τοξικές αγκυλώσεις του παρελθόντος. Και ποιος ξέρει, ίσως, κάποτε, να διαψευσθεί η μοχθηρή κοινοτοπία του «δυστυχώς ή ευτυχώς, έχουμε το μυθιστόρημα που μας αξίζει».

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: