Οι υπερβολές του Χάρολντ Μπλουμ

derby005Αναμφισβήτητα, ο Χάρολντ Μπλουμ αποτελεί ένα από τα ιδιοφυέστερα και παραγωγικότερα κριτικά πνεύματα της εποχής μας. Ωστόσο, η έπαρση και η εριστικότητα που συνηθίζει να επιδεικνύει τα τελευταία χρόνια στις κατά καιρούς συνεντεύξεις του[1] ηχούν ενοχλητικά μονόχορδες. Ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας του μνημειώδους Δυτικού κανόνα, παρά το κατακλυσμιαίο λογοτεχνικό αισθητήριο και την ακράδαντη οξυδέρκεια που σταθερά τον διακρίνει, έχει ανεπιστρεπτί βυθισθεί σε ένα άγονο, αυτιστικό και αισθητιστικό τέλμα. Προσωποποιεί τον ματαιόδοξο, κοντόφθαλμο διανοούμενο που διασκεδάζει κατ’ αποκλειστικότητα με τα δυσνόητα γλωσσολαγνικά λογοπαίγνια του Τζόυς και τις βαρύγδουπες, ατελέσφορες, υπερτροφικές προτάσεις του Προυστ. Από την άλλη πλευρά, ο Μπλουμ ενσαρκώνει τον ελιτιστή, κατεξοχήν μνησίκακο στοχαστή που εχθρεύεται με σφοδρότητα και βδελυγμία ο,τιδήποτε χαίρει της μαζικής εκτίμησης του μεγάλου κοινού. Θα ήταν τουλάχιστον αφελές να έχουμε την προσδοκία ο Κάφκα ή ο Μπροχ να τέρπουν τις πλατιές αναγνωστικές μάζες. Κάτι τέτοιο μόνο βαρβαρότητα θα μπορούσε να αντανακλά, όπως σημείωνε κάποτε, με τη γνωστή αφοριστική της λάμψη, η Μαλβίνα Κάραλη. Και, προς Θεού, τόσο τα «λαϊκά» μυθιστορήματα του Στίβεν Κινγκ όσο και ο κατασυκοφαντημένος Χάρι Πότερ, συνιστούν μεγάλη λογοτεχνία, αρκεί να ειδωθούν εντός του αυστηρού πλαισίου που επιτάσσει το γραμματολογικό τους είδος. Δικαιούμαστε, άραγε, να απαιτούμε από τους συγγραφείς αστυνομικής ή φανταστικής λογοτεχνίας να γράφουν όπως οι κλασικοί ρεαλιστές; Πρόκειται για μεγέθη τελείως διαφορετικής τάξεως, και, ως εκ τούτου, μη συγκρίσιμα. Θα ήμασταν καταγέλαστοι αν αναζητούσαμε το ύφος και τη θεματολογία του Μπέκετ στον Τσάντλερ ή στην Χάισμιθ, φερ’ ειπείν. Εξάλλου, ο κόσμος που ονειρεύεται ο αθεράπευτα ρομαντικός Μπλουμ, όπου σπινθηροβόλα νήπια θα αναλύονται σε βροντερά γέλια απολαμβάνοντας στο έπακρο το εγκεφαλικό χιούμορ της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων, μοιάζει το λιγότερο δυστοπικός.

Ο Μπλουμ ανήκει, αδιαφιλονίκητα, στο είδος των κριτικών που επιμένουν να συμπεριφέρονται ως αναχωρητές και φυγόκοσμοι, εγκλωβισμένοι στο απόρθητο και απαρασάλευτο διανοητικό τους φρούριο. Ενώ εμφανώς και αδιακρίτως καταδικάζει κάθε ιδεολογική ερμηνεία, εξορίζοντάς την από την πραγματικότητα του έργου τέχνης, δείχνει να αφομοιώνεται πλήρως από τη δική του άκαμπτη ιδεολογία· αυτήν του αεροστεγούς, περίκλειστου ατομισμού. Ο σπουδαίος διανοητής προκρίνει, από όσο μπορώ να καταλάβω, την ανάγνωση (όπως, αντίστοιχα, και τη συγγραφή) ως μια απόλαυση που πραγματώνεται κατά μόνας. Αν, για τον Μπλουμ, μέγιστη μορφή ελευθερίας είναι αυτή ακριβώς η πράξη της ανάγνωσης, τότε, φαίνεται και εμπράκτως να εναντιώνεται συλλήβδην σε κάθε μορφή συλλογικότητας. Φυσικά, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ανδρώθηκε σε μια εποχή που βίωσε με τον πλέον ζοφερό τρόπο τη θηριωδία των ιδεολογιών και τη φρίκη των ολοκληρωτισμών. Όμως, σε καμία περίπτωση, η λογοτεχνία δεν εξαντλείται αποκλειστικά στην αισθητική σφαίρα. Μια τέτοια στενή, σχεδόν ασφυκτική, οπτική θα συρρίκνωνε απελπιστικά την θηριώδη ευρύτητα ενός καλλιτεχνικού έργου.

Εν ολίγοις, οι αναλύσεις του Μπλουμ επαναλαμβάνουν το επικίνδυνο, εγελιανό σχήμα της διαλεκτικής κυρίου-δούλου. Το ερμηνευτικό οικοδόμημα της μπλούμειας ανάγνωσης στηρίζεται προφανώς στην περιβόητη έννοια της επίδρασης. Το κείμενο νοείται ως ένα πυκνό, δαιδαλώδες δίκτυο διακειμενικών αναφορών, το πεδίο διεξαγωγής αιματηρών πατροκτονιών και καθηλωτικών οιδιπόδειων συμπλεγμάτων. Παρόλ’ αυτά, το σχήμα που προτείνει εξοβελίζει ουσιαστικά τον αναγνώστη, υποβαθμίζοντας σιωπηρά τον ρόλο που διαδραματίζει η πρόσληψη του έργου στο, εγγενώς διαδραστικό, λογοτεχνικό «παιχνίδι». Υπάρχουν αφενός οι συγγραφείς-δημιουργοί, οι οποίοι παράγουν λογοτεχνία, όντας σε διαρκή, αδυσώπητο ανταγωνισμό με τους καταξιωμένους τους προγόνους, αφετέρου οι κριτικοί, εξίσου δημιουργοί με τη σειρά τους (αφού, κατά τον Μπλουμ, η κριτική είναι ποίηση σε πεζό), που επιβάλλουν τις (παρ)αναγνώσεις τους, διαμορφώνοντας, συνακόλουθα, τον περίφημο Κανόνα. Το αναγνωστικό κοινό, επομένως, τίθεται εντός παρενθέσεων, εφόσον αναγκαστικά υποτάσσεται στις άνωθεν επιβολές (αυτές των λογοτεχνών-ερμηνευτών). Η αναγνωστική κοινότητα είναι, για τον Μπλουμ, κάτι το αόριστο, το συγκεχυμένο και το ετερόκλητο, αφού ο αναγνώστης δρα πάντοτε εξατομικευμένα. Εκεί μάλλον έγκειται η γενικευμένη δυσπιστία του απέναντι στις κοινωνικοπολιτικές συνδηλώσεις του λογοτεχνικού κειμένου.

Εκπλήσσει αρνητικά, επίσης, το αδικαιολόγητο μένος του εναντίον των φεμινιστικών και πολιτισμικών σπουδών. Οικτρά φοβικά σύνδρομα αυτού του είδους, για την αξία και το κύρος ενός Μπλουμ, κρίνονται όχι μόνο αδιανόητα αλλά και ανεπίτρεπτα. Μήπως και ο ίδιος, στις παλαιότερες, ρηξικέλευθες μελέτες του, δεν χρησιμοποίησε –με επιτυχία– εργαλεία από άλλες επιστημονικές σφαίρες, όπως λόγου χάρη η ψυχανάλυση; Πόσο μακριά βρίσκεται, αλήθεια, από τον μέχρι τέλους διαλλακτικό, ανεκτικό και γενναιόδωρο κριτικό λόγο του κοσμοπολίτη Ντερριντά. Ο Ντερριντά, που τόσο κατηγορήθηκε και λοιδορήθηκε από ισχυρή μερίδα της διανόησης, συναινούσε, με το πάντα ενδιαφέρον έργο του, στην ανοχή του διαφορετικού, στην πολυσημία και, τελικά, στον αδήριτο σεβασμό του Άλλου. Ολόκληρη η επικεντρωμένη στη γραφή ντερριντιανή σκέψη, ανέδειξε το κείμενο ως τον κατεξοχήν δημοκρατικό χώρο, ένα πλέγμα πολλών και διαφορετικών φωνών που διαχέονται και συγχωνεύονται, ώστε η περίφημη, παιγνιώδης «διαφωρά», με την ατέρμονη διολίσθηση και τη σαρωτική αστάθεια του νοήματος, να καθίσταται τρομερά απελευθερωτική. Εκεί έγκειται η καινοτόμος συμβολή της αποδόμησης, η οποία προσπάθησε να απαλλάξει τον φιλοσοφικό στοχασμό από στείρους δογματισμούς και αδιέξοδες μισαλλοδοξίες. Η τελευταία, σπάνιας διαύγειας, συνέντευξη[2] του, καταβεβλημένου από τον καρκίνο, Ντερριντά συνοψίζει μοναδικά το αποδομιστικό του εγχείρημα, επιβεβαιώνοντας περίτρανα το μέγεθός του ως φιλοσόφου· παρά τις άστοχες αιτιάσεις για πρόδηλο μηδενισμό και νιτσεϊκή δυσπιστία, η ντερριντιανή γραφή καταφάσκει απεγνωσμένα, εκκωφαντικά και σχεδόν μυστικιστικά τη ζωή και τον άνθρωπο.

Η εκρηκτική αλαζονεία του Χάρολντ Μπλουμ αποδεικνύει για μια ακόμη φορά το τεράστιο αδιέξοδο στο οποίο έχει προ πολλού οδηγηθεί η ακαδημαϊκή κριτική σκέψη σε παγκόσμιο επίπεδο. Πακτωλοί εμπάθειας και κενοδοξίας, άπλετος συντηρητισμός, εμετική σοβαροφάνεια και ανεξιχνίαστες μονολιθικές ιδεοληψίες ταλανίζουν τη συντριπτική πλειονότητα του σύγχρονου κριτικού λόγου. Οι ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, που τολμούν να υψώσουν το ανάστημά τους μέσα στους εχθρικούς κόλπους της γενικευμένης διανοητικής καχεξίας, απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

[1] Βλ., για παράδειγμα, Λαμπρινή Κουζέλη, «Χάρολντ Μπλουμ: Απελπιστική η παρακμή του αναγνωστικού κοινού», εφημ. Το Βήμα, 25 Σεπτεμβρίου 2011 (ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=421556).

[2] Jacques Derrida, Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει. Συνέντευξη με τον Jean Birnbaum, μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, Άγρα, Αθήνα 2006.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

2 thoughts on “Οι υπερβολές του Χάρολντ Μπλουμ

  1. Spiros Katsas (@Azargled) Ιανουαρίου 30, 2015 στο 10:18

    ωραίος Θοδωρή! το έκανα και share.

    Μου αρέσει!

  2. Θοδωρής Σταμάτης (@thodstamatis) Ιανουαρίου 31, 2015 στο 09:35

    Σ’ ευχαριστώ, Σπύρο! Να ‘σαι καλά.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: