Μιχαήλ Επστέιν – Απ’ τον σαβόκ στον μπαμπόκ

1417739801_361034_50

[Ο Μιχαήλ Επστέιν (1950), Ρώσος θεωρητικός της λογοτεχνίας, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος, είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Ντάραμ. Το κείμενό του που μεταφράζουμε εδώ δημοσιεύτηκε στην εφ. Νόβαγια Γκαζέτα στις 5.12.2014 με τίτλο «От совка к бобку». Εδώ δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα του κειμένου. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο στο περιοδικό Et cetera]

Πολιτική επιστήμη της ψυχής

Φαίνεται ότι το 2014 προοριζόταν ν’ αποτελέσει σημείο καμπής για την ιστορία της Ρωσίας. Η μετασοβιετική εποχή, που άρχισε το 1991, έφτασε στο τέλος της, κι η νέα εποχή δεν έχει ακόμα όνομα, και δεν ξέρουμε αν μπορούμε να εφαρμόσουμε σ’ αυτήν οποιουσδήποτε κοινωνικο-πολιτικούς όρους.

Μια τεράστια ως προς το μέγεθος και πάνοπλη χώρα, η οποία όμως δεν έχει συμμάχους και ξεκάθαρη ιδεολογία, τόλμησε να προκαλέσει όλο τον κόσμο και να «αποσπαστεί» απ’ το σύστημα του διεθνούς δικαίου. Η πρόκληση ήταν καθαρά συναισθηματική και υπαρξιακή. Ενάντια σε όλους, αντίθετα με όλους…

Βέβαια, υπάρχουν και πραγματικές αιτίες γι’ αυτήν: διαφθορά, συμμοριτισμός, εγκλήματα, ο φόβος των αποκαλύψεων, ο πόλεμος διαγράφει τα πάντα… Από μόνες τους όμως αυτές οι αιτίες δεν μπορούν να εξηγήσουν τον ενθουσιασμό της χώρας για την απόφαση να εναντιωθούμε, υπεροπτικά και μοναχικά, σε όλη την κατεστημένη τάξη του πολιτισμού. Μας προξενεί χαρά η ίδια η δυνατότητα να αποτινάξουμε κάθε κανόνα, «επιβεβλημένο απ’ τη Δύση», και να ζήσουμε επιτέλους με τη βούλησή μας, ως «κυρίαρχοι». Κανένας νόμος δεν έχει γραφτεί για μας: ούτε ο ΟΗΕ ούτε το διεθνές σύστημα συμφωνιών ούτε οι υποχρεώσεις που αναλάβαμε στο παρελθόν. Εμείς και μόνο διαφεντεύουμε τις τάιγκές μας. Οι πολιτικοί επιστήμονες σπάνε το κεφάλι τους προσπαθώντας να εξηγήσουν αυτή την απότομη, ανορθολογική αλλαγή πορείας. Αν όμως ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά τον Ντοστογιέφσκι, ήδη στις Σημειώσεις απ’ το υπόγειο έχουν όλα προειπωθεί:

Και οι χρυσές βελόνες από πλήξη προκύπτουν, αλλά αυτό δεν ήταν ακόμα τίποτα. Το φρικτό είναι (αυτό επίσης εγώ το λέω), ότι τότε δεν θα το έχουν σε τίποτα, ξέρετε, να ευχαριστιούνται και με τις χρυσές βελόνες. Ο άνθρωπος, βλέπετε, είναι βλάκας, είναι φαινόμενο βλακείας. Δηλαδή, μπορεί και να μην είναι τόσο βλάκας, είναι όμως τόσο αχάριστος, που όμοιό του δεν θα βρεις. Ξέρετε, δεν θα εκπλαγώ διόλου, για παράδειγμα, αν εκεί που δεν το περιμένουμε, εν μέσω της γενικής σύνεσης, εμφανιστεί κανένας τζέντλεμαν, καθόλου ευγενικός ή, για να το πω καλύτερα, ένας αναχρονιστικός και ειρωνικός τύπος, που θα βάλει τα χέρια στη μέση και θα μας πει όλων μας: τι λέτε, κύριοι, μήπως να τινάξουμε όλη αυτή τη σύνεση με μια κλωτσιά στον αέρα, με μοναδικό σκοπό να στείλουμε όλους αυτούς τους λογαρίθμους στο διάβολο και να ζήσουμε και πάλι με την ανόητη βούλησή μας;[1]

Να που άρχισε, η εποχή της «ανόητης βούλησης», η εποχή της πρόκλησης όλων για χάρη του ενός και μοναδικού, «ανώφελου» οφέλους: να ζήσουμε επιτέλους σύμφωνα με το καπρίτσιο μας, ακόμη και το πιο βλακώδες και το εντελώς παράλογο. Και όσο πιο βλαβερή, τόσο εντονότερη η γλύκα της πρόκλησης. Με όλα αυτά η ύπαρξη παίζει, ανάβει το αίμα και θολώνει το λογικό. Πρέπει λοιπόν να κοιτάξουμε όχι στο κοινωνικο-πολιτικό αλλά στο φιλοσοφικό και ψυχολογικό λεξικό. Τι είναι αυτή η ύπαρξη (экзистенция); Είναι μια γυμνή ύπαρξη (существование), που δεν ενισχύεται από κανέναν νόμο, από κανένα θεμέλιο, από καμία ουσία – αντίθετα με όλους. Είναι μια απόλυτη αντίθεση στον καρτεσιανό ορθολογισμό: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Σε μας ισχύει ακριβώς το αντίθετο: «Υπάρχω, άρα αμφισβητώ το λόγο». Κι ακόμη εντονότερα: «Είμαι τρελός, άρα υπάρχω».

Η προσωπική μας, ελεύθερη και ανεξάρτητη βούληση, το προσωπικό μας, έστω και το πιο ωμό καπρίτσιο, η φαντασία μας, ερεθισμένη ενίοτε μέχρι τρέλας – αυτό είναι εκείνο το παραλειπόμενο, το πιο ωφέλιμο όφελος, το οποίο δεν υπόκειται σε καμιά ταξινόμηση κι από το οποίο όλα τα συστήματα και οι θεωρίες πάνε διαρκώς κατά διαβόλου.[2]

Να γιατί είναι δύσκολο να βρούμε ορθολογική εξήγηση για την τελευταία παραξενιά της ρωσικής ιστορίας, για όλα αυτά τα «ξαφνικά» και τα «αντίθετα με». Είναι αναγκαία μια υπαρξιακή πολιτική επιστήμη, για την οποία δεν υπάρχει επιστημονική βάση – αλλά είναι άραγε και δυνατή; Από πού προέρχεται αυτό το μίσος, που φτάνει μέχρι την παραφροσύνη και στρέφεται ενάντια σε όλο τον κόσμο, ενάντια σε οτιδήποτε δεν είναι «δικό μας»;

Μισοκοσμία

Πρώτα απ’ όλα, δεν πρέπει να συγχέουμε τη μισοκοσμία (мирозлобие) με τη μισανθρωπία. Ο μισάνθρωπος (αυτός που μισεί τους ανθρώπους) είναι ακοινώνητος, αποφεύγει την κοινωνία, έχει πολύ κακή γνώμη για τους ανθρώπους, περιλαμβανομένου και του ίδιου του του εαυτού· είναι μια εχθρική, αλλά παθητική, βασανιστική σχέση με τον κόσμο, η συνειδητοποίηση των ελαττωμάτων και των αδυναμιών του. Η μισοκοσμία, αντίθετα, είναι μια συναισθηματικά επιθετική σχέση με τον κόσμο, χαιρεκακία για τις δυστυχίες και τις κακοτυχίες του. Ο μισόκοσμος (мирозлобец) νιώθει προσβεβλημένος και θέλει να εκδικηθεί, και ο άνθρωπος του υπογείου του Ντοστογιέφσκι είναι ένας απ’ τους πρώτους και λαμπρότερους εκπροσώπους αυτού του τύπου.

Ακούγοντας έναν τηλεπαρουσιαστή, που απειλεί να μετατρέψει την Αμερική σε ραδιενεργό στάχτη, και έναν καθηγητή γεωπολιτικής, που καλεί τον ρωσικό στρατό να κατακτήσει την Ευρώπη και να επιβάλει σε αυτή την εξουσία του Ρώσου τσάρου, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο στον κόσμο, είναι πιο επικίνδυνο ακόμη και απ’ τον φασισμό ή τον κομμουνισμό. Αυτή η ιδεολογία σχετίζεται με τον φασισμό σχεδόν όπως τα πυρηνικά όπλα με τα συνηθισμένα. Μιλάμε για την παμφοβία (панфобия) – το ολοκληρωτικό μίσος: όχι προς κάποια άλλη τάξη, έθνος ή φυλή, αλλά προς τον κόσμο καθ’ αυτόν.

Είναι η δίψα για απόλυτη ηγεμονία στον κόσμο κι η επιδίωξη να επιβάλουμε σ’ αυτόν τη θέλησή μας – ή να τον καταστρέψουμε. Είναι η παράφρων, ανορθολογική ιδέα της παντοδυναμίας μιας συμμορίας, που βάζει στον κρόταφο όλης της ανθρωπότητας το στόμιο του πυρηνικού όπλου.

Ο Κονσταντίν Λεόντιεφ στην εποχή του προφήτεψε: «Η Ρωσία θα γεννήσει τον Αντίχριστο». Παλιότερα σκεφτήκαμε ότι προείδε τον κομμουνισμό κι ότι αφήσαμε πίσω μας πια αυτόν τον κίνδυνο. Αλλά μπορεί ο κομμουνισμός να ήταν απλώς ο πρόλογος γι’ αυτή τη φρικτή παμφοβία, η οποία, σύμφωνα με όσα λέει ένας απ’ τους ηγέτες της, σχεδιάζει την «εσχατολογική αρπαγή της πλανητικής εξουσίας. Την πανούργα και άσπλαχνη αρπαγή.» Στην κατήχηση της νεολαίας της Ευρασιατικής Ένωσης διαβάζουμε: «Είμαστε οικοδόμοι της αυτοκρατορίας τελευταίου τύπου και δε συμφωνούμε με τίποτε λιγότερο από την εξουσία επί του κόσμου. Διότι είμαστε κύριοι της γης, είμαστε παιδιά και εγγόνια κυρίων της γης. Μας προσκύνησαν χώρες και λαοί […]» Η επιλογή είναι απλή: αν η ανθρωπότητα δε συμφωνήσει να είναι υποτελής και «ευρασιατική», τότε καλύτερα γι’ αυτή να καεί στην πυρηνική φωτιά. Προηγουμένως φαινόταν ότι αυτά ήταν βιβλιακές, ρομαντικές ανοησίες. Ο σπουδαιότερος όμως θεωρητικός του ευρασιατισμού, καθηγητής της Ακαδημίας του Γενικού Επιτελείου, ήδη εδώ και καιρό στρέφει σ’ αυτά το πνεύμα των «μαθητών» του. Έτσι, τα πυρηνικά όπλα και η φλογερή σκέψη ενός παράφρονα μπορεί να ενωθούν και να μετατρέψουν πραγματικά τον κόσμο σε ραδιενεργό στάχτη.

Τη σχέση της ύπαρξης και της κακίας τη μελέτησε σε βάθος ο Ντοστογιέφσκι. Να πώς αρχίζουν οι Σημειώσεις απ’ το υπόγειο: «Είμαι ένας άνθρωπος άρρωστος… Ένας κακός άνθρωπος. Άνθρωπος αποκρουστικός. […] Όχι, δεν θέλω να τρέχω για γιατρειές, από κακία. Όμως εσείς αυτό, σίγουρα, δεν το καταλαβαίνετε. […] ξέρω καλύτερα από τον καθένα ότι μόνο τον εαυτό μου θα βλάψω έτσι, κανέναν άλλο. Παρ’ όλα αυτά, αν δεν θέλω να θεραπευτώ είναι από κακία.»[3]

Ο άνθρωπος του υπογείου δε θέλει να τρέχει για γιατρειές, διότι κάθε φρόνιμη, ορθολογική, δημιουργική πράξη τού προξενεί απέχθεια, παροξυσμό μανίας και επιθετικότητας. Αν γίνεται λόγος για τον άρρωστο κοινωνικό οργανισμό, αυτός απορρίπτει κάθε θεραπεία, γιατί η κακία τον έχει στρέψει ενάντια ακόμη και στην ίδια την υγεία. Να αγωνιστεί για επιστροφή στη ζωή, για υγιή οικονομία, για υγιές κράτος, για ισχυρό κοινοβούλιο, για ελεύθερες εκλογές σημαίνει να παραδεχτεί την ήττα του. Αν όμως πεθάνω, ε λοιπόν, αυτός θα είναι ο ίδιος ο θάνατος του δικαίου. «Να χαθεί ο κόσμος ολόκληρος ή να πιω το τσάι μου; Να χαθεί ο κόσμος, κι εγώ να συνεχίσω να πίνω το τσάι μου, θα πω.»[4] Ο άνθρωπος του υπογείου καταλαβαίνει καλά πως και ο ίδιος, με την τσαγιέρα και την τσάσκα του, θα χαθεί μαζί με τον κόσμο – και, παρ’ όλα αυτά, προτιμά την τεϊοποσία απ’ την κοσμοσωτηρία.

[1] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Υπόγειο, πρόλ.-μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, Ίνδικτος, Αθήνα 2010, σελ. 52.

[2] Ό.π., σελ. 52-53.

[3] Ό.π., σελ. 23-24.

[4] Ό.π., σελ. 76.

Advertisements

Tagged: , ,

2 thoughts on “Μιχαήλ Επστέιν – Απ’ τον σαβόκ στον μπαμπόκ

  1. Blackdog (@mpoupa) Δεκέμβριος 29, 2014 στο 18:42

    Εύγε Γιώργο!

    Μου αρέσει!

  2. Γιώργος Πινακούλας Δεκέμβριος 29, 2014 στο 19:37

    Ευχαριστώ, Blackdog! Να ‘σαι καλά.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: