Ο ευφάνταστος σκηνοθέτης του αμερικανικού εφιάλτη

stephen-king-it-movie-director

Ελάχιστοι συγγραφείς διαθέτουν την αφηγηματική δεξιοτεχνία και τη μυθοπλαστική ευχέρεια του Στίβεν Κινγκ. Στα σχεδόν σαράντα χρόνια της πολυσχιδούς δημιουργικής του σταδιοδρομίας, πέρα από σαγηνευτικός και πηγαίος παραμυθάς, υπήρξε αμείλικτος ανατόμος της μεταμοντέρνας παράνοιας, ευαίσθητος παλμογράφος του κακού που φωλιάζει πίσω από τη λαμπερή αθωότητα των αμερικανικών προαστίων. Ενώ τα περισσότερα έργα του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά και έχουν τύχει ενθουσιώδους υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό, οι εγχώριοι κριτικογράφοι συνήθως τον αντιμετωπίζουν με απρόθυμη συγκατάβαση, αν όχι με εχθρική αδιαφορία. Άλλωστε, παρόλο το οξυμμένο ενδιαφέρον για «χαμηλά» είδη (όπως το αστυνομικό μυθιστόρημα ή η δυστοπική επιστημονική φαντασία), η λογοτεχνία τρόμου παραμένει εν πολλοίς περιθωριακή και αποσυνάγωγη. Ο Κινγκ –παρά τις όποιες αντιρρήσεις της σοβαροφανούς κριτικής και του αυστηρού Χάρολντ Μπλουμ (ο οποίος σπεύδει να τον κατακεραυνώνει κάθε τόσο)– αποδεικνύεται εξαιρετικά ικανός μυθοπλάστης, δημιουργώντας σύνθετους μυθιστορηματικούς κόσμους, με αληθοφανή πλοκή και ολοκληρωμένους χαρακτήρες. Από την άλλη πλευρά, ο δαιμόνιος Αμερικανός πρέπει να θεωρηθεί κατεξοχήν λαϊκός συγγραφέας, όπως ο Ντίκενς, ο Γουίλκι Κόλλινς ή ο Κόναν Ντόυλ.

Το Σάλεμς Λοτ, δεύτερο βιβλίο του Κινγκ, εκδίδεται το 1975 (έχει προηγηθεί το εκρηκτικό ντεμπούτο της Κάρι). Ο συγγραφέας Μπεν Μιρς επιστρέφει στο Σάλεμς Λοτ, μια μικρή πόλη στο Μέιν όπου μεγάλωσε, προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για ένα μυθιστόρημα που ετοιμάζει. Ταυτόχρονα, στην πόλη καταφθάνει ο Αυστριακός Κουρτ Μπάρλοου, με σκοπό ν’ ανοίξει ένα κατάστημα με αντίκες. Στην πραγματικότητα, ο Μπάρλοου είναι βρικόλακας και κατορθώνει να μετατρέψει σχεδόν όλους τους κατοίκους του Σάλεμς Λοτ σε βαμπίρ. Πρόκειται για το γνωστό μοτίβο της άφιξης του «μυστηριώδους ξένου», της καταχθόνιας οντότητας που μεταφέρει το κακό και τη μόλυνση (όπως, επί παραδείγματι, στον Δράκουλα του Στόκερ, την Καρμίλα του Λε Φανού, αλλά και τα Χρήσιμα αντικείμενα του ίδιου του Κινγκ). Αυτό που κυρίως έχει σημασία δεν είναι τόσο το τετριμμένο θέμα, όσο η εις βάθος εξερεύνηση της ζωής στην κλειστή κοινότητα και η οξυδερκής περιγραφή της αμερικανικής επαρχίας. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα (και σε μερικά αριστουργηματικά διηγήματα όπως Τα παιδιά του καλαμποκιού ή το Άφετε τα παιδία), η γραφή του Κινγκ προσεγγίζει περισσότερο το ύφος της σχολής του southern gothic, και ιδιαίτερα της Φλάννερι Ο’ Κόννορ, του Γουόλκερ Πέρσι ή της Σίρλεϊ Τζάκσον.

Η Λάμψη (1977) αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο καλλιτεχνικό θρίαμβο του Κινγκ. Ο Τζακ Τόρανς, πρώην αλκοολικός συγγραφέας, αναλαμβάνει να δουλέψει ως επιστάτης στο ξενοδοχείο Θέα ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο. Αυτός, η γυναίκα του Γουέντι και ο γιός του Νταν θα διαμείνουν εκεί ολομόναχοι για τέσσερεις μήνες, αποκλεισμένοι από τα χιόνια. Το ξενοδοχείο έχει βεβαρημένο παρελθόν: μια σειρά φόνων είχε συμβεί εκεί πριν χρόνια, με αποτέλεσμα να στοιχειώνεται από φαντάσματα και απόκοσμες παρουσίες. Ο Νταν διαθέτει υπερφυσικό χάρισμα (ένα είδος τηλεπαθητικής ικανότητας, που ο ηλικιωμένος υπάλληλος της Θέας στην αρχή του βιβλίου αποκαλεί «η λάμψη»), και αρχίζει να βλέπει τρομακτικά οράματα. Παράλληλα, το ξενοδοχείο τρελαίνει τον Τζακ, κάνοντάς τον να θέλει να σκοτώσει τη γυναίκα και το παιδί του. Το ίδιο το αλλόκοτο κτίριο μοιάζει να διαθέτει νοημοσύνη, όντας ένας παρασιτικός οργανισμός που τρέφεται από τους θανάτους των ενοίκων του.

Το Οχυρό (κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τίτλο Το κοράκι) συγκαταλέγεται ανάμεσα στα σπουδαιότερα μετααποκαλυπτικά μυθιστορήματα της μεταπολεμικής περιόδου. Η δαιδαλώδης, επικών διαστάσεων πλοκή του απασχόλησε τον Κινγκ για αρκετά χρόνια. Η ανθρωπότητα αποδεκατίζεται από μια πανδημία ιού γρίπης. Ελάχιστοι επιβιώνουν. Μια μικρή ομάδα συνασπίζεται γύρω από τη Μητέρα Άμπιγκεηλ, μια τυφλή νέγρα εκατόν οκτώ ετών, η οποία συνομιλεί με τον Θεό και προφητεύει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου, δημοκρατικού κρατιδίου, της «Ελεύθερης Ζώνης». Οι επιζώντες, υπό την καθοδήγηση της φωτισμένης Άμπιγκεηλ, πολεμούν τον Ράνταλ Φλαγκ, ένα πανίσχυρο δαιμονικό πλάσμα που εγκαθιδρύει ένα τερατώδες, τυραννικό καθεστώς, κάπου κοντά στο Λας Βέγκας. Ο Φλαγκ, μια ενσάρκωση του Αντιχρίστου, προετοιμάζει μεθοδικά τη βασιλεία του, έχοντας στη σφαίρα επιρροής του αρκετούς επιζήσαντες. Η επικράτεια του απόκοσμου πλάσματος, ένας εφιαλτικός τόπος τρόμου και βασανιστηρίων, θυμίζει τη σκοτεινή χώρα του Μόρντορ από τον Άρχοντα των δαχτυλιδιών. Η τελική μάχη ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό τερματίζεται υπέρ του πρώτου: στην πιο εντυπωσιακή σκηνή του μυθιστορήματος, η Χειρ του Θεού αποκαλύπτεται, καταστρέφοντας ολοσχερώς το κράτος του Φλαγκ.

Το Καλοκαίρι της διαφθοράς (1982) είναι ένα μικρό αλλά ωστόσο υπέρπυκνο και καταιγιστικό μυθιστόρημα, που κατατάσσεται περισσότερο στο είδος του ψυχολογικού θρίλερ και λιγότερο στην ακραιφνή λογοτεχνία τρόμου (όπως συνήθως συμβαίνει με τα βιβλία του Κινγκ). Ο δεκατριάχρονος Τοντ Μπόουντεν, ο οποίος ασχολείται μανιωδώς με ό,τι έχει σχέση με τα ναζιστικά εγκλήματα, ανακαλύπτει πως ο φιλήσυχος ηλικιωμένος γείτονάς του είναι στην πραγματικότητα ο ναζί εγκληματίας πολέμου Κουρτ Ντουσάντερ. Ο Ντουσάντερ, ασύλληπτος και με το όνομα Άρθουρ Ντένκερ, ζει απομονωμένος σε μια μικρή πόλη της Καλιφόρνιας. Ο Τοντ επισκέπτεται τον Ντουσάντερ και απειλεί ν’ αποκαλύψει σε όλους την αλήθεια, αν εκείνος δεν του διηγηθεί με κάθε λεπτομέρεια τις θηριωδίες που διέπραξε κατά τη διάρκεια του πολέμου. Μια ιδιότυπη, διαστροφική σχέση αναπτύσσεται μεταξύ του υπερήλικα και του εφήβου: ο Ντουσάντερ σταδιακά μυεί τον Τοντ στην ωμότητα, περιγράφοντάς του τις πιο αποτρόπαιες πράξεις των Ες Ες. Ο Τοντ παραμελεί τα μαθήματά του, απορροφημένος ολοκληρωτικά από τη συντροφιά του νέου του φίλου, με αποτέλεσμα ο διευθυντής του σχολείου να καλέσει τους γονείς του, για να τους ενημερώσει για τις κακές του επιδόσεις. Τότε, ο Ντουσάντερ εμφανίζεται, παριστάνοντας τον παππού του Τοντ και δικαιολογεί τον «εγγονό» του, προφασιζόμενος οικογενειακά προβλήματα. Στο μεταξύ, ο Τοντ αρχίζει να δολοφονεί αστέγους, προσπαθώντας να συναγωνιστεί σε σκληρότητα τον δάσκαλό του. Εν τέλει, ο Ντουσάντερ παθαίνει καρδιακή προσβολή και μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Κατά διαβολική σύμπτωση, στο ίδιο δωμάτιο νοσηλεύεται ένας Εβραίος επιζήσας από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο οποίος τον αναγνωρίζει. Ο Γερμανός αυτοκτονεί με χάπια (όπως, αντίστοιχα, οι Χίτλερ και Χίμλερ, προκειμένου ν’ αποφύγουν τη σύλληψη), ενώ ο Τοντ πέφτει νεκρός από τα πυρά των αστυνομικών, κατά τη διάρκεια μιας καταδίωξης. Το Καλοκαίρι της διαφθοράς είναι ένα από τα πλέον απαισιόδοξα μυθιστορήματα του Κινγκ: το εξόχως προκλητικό του θέμα (η περίπτωση ενός κυνικού εφήβου-δολοφόνου), και η ανελέητη κριτική που ασκεί στον κλιμακούμενο εκφασισμό της σκληροπυρηνικής αμερικανικής ενδοχώρας, προαναγγέλλει, κατά κάποιο τρόπο, περιστατικά όπως η σφαγή στο Κόλουμπαιν.

Το Αυτό αποτελεί το σημαντικότερο μυθιστόρημα του Κινγκ μαζί με το Οχυρό. Πρωταγωνιστές της αφήγησης (που αρθρώνεται σε δύο παράλληλους χρονικούς άξονες, το 1957-1958 και το 1980-1985) είναι επτά φίλοι, ο Μπιλ, ο Σταν, ο Έντι, η Μπεβ, ο Ρίτσι, ο Μάικ και ο Μπεν, οι οποίοι ενώνουν τις δυνάμεις τους για ν’ αντιμετωπίσουν τον Πενιγουάιζ, μια σατανική οντότητα που τρομοκρατεί τους κατοίκους του Ντέρι για περισσότερα από διακόσια χρόνια και ευθύνεται για μια σειρά από αποτρόπαιους φόνους. Ο Πενιγουάιζ εμφανίζεται με τη μορφή ενός δυσοίωνου κλόουν, ωστόσο υπάρχουν στιγμές που τα παιδιά τον βλέπουν ως μούμια, λυκάνθρωπο ή τέρας του Φρανκενστάιν. Στην πραγματικότητα, το πλάσμα έχει την ικανότητα να εκμεταλλεύεται τους προσωπικούς, ιδιαίτερους φόβους κάθε θύματός του εν είδει ενός ιδιότυπου ψυχικού βαμπιρισμού. Η παρέα κατορθώνει να νικήσει προσωρινά τον Πενιγουάιζ, χρησιμοποιώντας ασημένιες σφαίρες (το μόνο αποτελεσματικό όπλο, όπως αντίστοιχα συμβαίνει στη μυθολογία των λυκανθρώπων και των βρικολάκων). Οι φίλοι ορκίζονται πως αν κάποτε το τέρας εμφανιστεί ξανά, θα ενωθούν για το σκοτώσουν, όσο μακριά κι αν βρίσκονται. Τριάντα χρόνια μετά, και αφού όλοι (εκτός απ’ τον, βιβλιοθηκάριο πλέον, Μάικ) έχουν εγκαταλείψει το Ντέρι, ο Πενιγουάιζ επιστρέφει. Η ομάδα γυρίζει πίσω για την τελική αναμέτρηση στην κρυψώνα του κλόουν (βαθιά στους υπονόμους της πόλης), ο οποίος έχει μεταμορφωθεί σε μια γιγαντιαία αράχνη (άλλος ένας πασιφανής φόρος τιμής στον Άρχοντα των δαχτυλιδιών του Τόλκιν).

Στην ουσία, θέμα του μυθιστορήματος είναι η παιδική ηλικία και η οδυνηρή μετάβαση στην ενηλικίωση. Τα παιδιά, στο πρόσωπο του Πενιγουάιζ, συναντούν τις ενδόμυχες φοβίες τους και τα μαινόμενα φαντάσματα που τα στοιχειώνουν: η δολοφονία του μικρού αδερφού του Μπιλ, η καταπιεστική μητέρα του Έντι, ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του Μπεν, η ρατσιστική βία που βιώνει ο νέγρος Μάικ, η κακοποίηση της Μπεβ από τον πατέρα της και εν συνεχεία από τον ψυχοπαθή σύζυγό της. Ταυτόχρονα, το βιβλίο χαρτογραφεί τις δυσκολίες αλλά και το μεγαλείο της φιλίας, η οποία μπορεί ν’ αντέχει στο χρόνο παρά τις μεγάλες αντιξοότητες που γεννούν οι συνθήκες. Επιπλέον, ο Κινγκ περιγράφει με εντυπωσιακή ακρίβεια το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της μεταπολεμικής Αμερικής: η ψυχροπολεμική σχιζοφρένεια, τα πρώτα δείγματα της καταναλωτικής μανίας που θ’ ακολουθούσε, ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, ο φαρισαϊκός πουριτανισμός των κλειστών κοινωνιών. Ο συγγραφέας μεγαλουργεί στις περιγραφές των δραστηριοτήτων της παιδικής παρέας, με τα όνειρα, τις διαψεύσεις, την αθωότητα, τη συνωμοτική χαρά και την αλληλεγγύη.

Με τη Μίζερι, που δημοσιεύεται το 1987, ο Κινγκ εγκαταλείπει –προσωρινά– τη λογοτεχνία του φανταστικού, συνθέτοντας ένα ιλιγγιώδες ψυχολογικό θρίλερ, το ύφος του οποίου πλησιάζει περισσότερο την Πατρίσια Χάισμιθ ή την Ρουθ Ρέντελ (αμφότερες αγαπημένες συγγραφείς του Αμερικανού δημιουργού). Διόλου τυχαία, και σ’ αυτό το βιβλίο, πρωταγωνιστεί ένας συγγραφέας: ο Πολ Σέλντον, επιτυχημένος μυθιστοριογράφος ρομαντικών αισθηματικών ιστοριών, αποφασίζει να «δολοφονήσει» την πολύπαθη ηρωίδα του, Μίζερι Τσάστεϊν, προκειμένου ν’ αφοσιωθεί απρόσκοπτα στη σοβαρή λογοτεχνία. Ο ίδιος, παρότι έγινε παγκοσμίως διάσημος χάρη στις γλυκερές, μελοδραματικές περιπέτειες της βικτωριανής Μίζερι, νιώθει αφόρητα εγκλωβισμένος σ’ ένα λογοτεχνικό είδος που κατά βάθος δεν αποδέχεται. Έτσι, ολοκληρώνει το κύκνειο άσμα της «Μιζεριάδας», που τερματίζεται με τον θάνατο της πρωταγωνίστριάς του. Για κακή του τύχη, όμως, το αυτοκίνητό του ανατρέπεται σ’ έναν χιονισμένο δρόμο του Κολοράντο. Μια γυναίκα τον ανασύρει λιπόθυμο από τα συντρίμμια του οχήματός του και τον περιθάλπει στο απομονωμένο σπίτι της. Πρόκειται για την Άννι Γουίλκς, πρώην νοσοκόμα και, παραδόξως, φανατική θαυμάστρια των μυθιστορημάτων του. Η χιονοθύελλα δεν επιτρέπει στον Ντέλτον να μετακινηθεί στο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα η Άννι ν’ αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα του: τοποθετεί το σπασμένο του πόδι στον γύψο και του χορηγεί άφθονα αναλγητικά παυσίπονα, για να τον ανακουφίσει από τους αφόρητους πόνους. Ωστόσο, σταδιακά διαπιστώνουμε πως η Άννι είναι ψυχικά διαταραγμένη. Μόλις διαβάσει το αδημοσίευτο δακτυλόγραφο του τελευταίου μυθιστορήματος της Μίζερι, εξαγριώνεται με τον απροσδόκητο θάνατο της αγαπημένης της λογοτεχνικής ηρωίδας. Η Άννι καταστρέφει το μυθιστόρημα και αναγκάζει τον Ντέλτον να γράψει ένα νέο, όπου τα έργα και οι μέρες της Μίζερι συνεχίζονται κανονικά. Παρακολουθούμε ένα αλλόκοτο δράμα δωματίου, ένα ανελέητο κυνήγι γάτας και ποντικού. Ο Ντέλτον προσπαθεί απεγνωσμένα να δραπετεύσει, η Άννι το αντιλαμβάνεται και, σ’ ένα βίαιο ξέσπασμα, του ακρωτηριάζει το πόδι. Εν τέλει, ο Ντέλτον ολοκληρώνει το μυθιστόρημα και, παραδόξως, κατορθώνει να διαφύγει. Η Άννι, πεθαίνει, όταν σκοντάφτει πάνω στη γραφομηχανή του Ντέλτον (το κείμενο βρίθει μαύρου χιούμορ και σκοτεινών, κυνικών αστείων). Το μυθιστόρημά του, με τίτλο Η επιστροφή της Μίζερι, εκδίδεται και, φυσικά, γίνεται ανάρπαστο. Ο Ντέλτον, όμως, στοιχειωμένος από την αποκρουστική εμπειρία του, βασανίζεται από τρομακτικούς εφιάλτες και καταφεύγει στο αλκοόλ, πάσχοντας από το μόνιμο πρόβλημα των ηρώων του (πολυγραφότατου) Κινγκ, τη συγγραφική εμπλοκή.

Η Μίζερι συνιστά άλλη μια ιδιοφυή αλληγορία για την ίδια τη φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας και τη ριψοκίνδυνη κατάδυση στις σκοτεινές αβύσσους της συγγραφής. Ταυτόχρονα, μοιάζει να θεματοποιεί με ανυπέρβλητο τρόπο την μόνιμη αμφιρρέπεια του Κινγκ μεταξύ της «δημοφιλούς» και «απαιτητικής» μυθιστοριογραφίας. Εκτός αυτού, αναδεικνύει την εξίσου σημαντική σχέση του συγγραφέα με το κοινό του: η Άννι Γουίλκς, η «μεγαλύτερη θαυμάστρια του Πολ Ντέλτον» κατευθύνει, έστω και με τη βία, τη συγγραφική βούληση του αιχμαλώτου της. Ακούγεται ειρωνικό, αλλά το σκληρό θέμα της Μίζερι επιβεβαιώνει, τηρουμένων των αναλογιών, τη χρησμική ρήση του Ρολάν Μπαρτ: «η γέννηση του αναγνώστη θα εξαγορασθεί με τον θάνατο του συγγραφέα». Επιπλέον, το κείμενο του Κινγκ, κατεξοχήν μεταμοντέρνο (μέσω της αυτοαναφορικότητας, της παρωδίας, των συνεχών παραπομπών στην ποπ κουλτούρα, και στην φρενήρη μείξη των ειδών), έχει μια ολοφάνερη μεταμυθοπλαστική διάσταση: τη ροή της αφήγησης διακόπτουν κεφάλαια από το μυθιστόρημα του Ντέλτον, το οποίο γράφεται κυριολεκτικά με το πιστόλι στον κρόταφο. Η Μίζερι εξερευνά μια πλειάδα προκλητικών ζητημάτων: την αλληλοτροφοδοσία μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας (ή, ορθότερα, βιώματος και επινόησης), τη μυθιστορηματοποίηση της ίδιας της συγγραφικής πράξης, αλλά και τη μάλλον προβοκατόρικη ιδέα πως για κάθε «αδίστακτο» συγγραφέα που βομβαρδίζει την αγορά με κακόγουστα μπεστ-σέλλερ, υπάρχει ένα εξίσου «αδηφάγο» κοινό, με την ακόρεστη, σχεδόν διεστραμμένη, επιθυμία να τα καταβροχθίσει.

Το Πρόσωπο του φόβου και οι Νυχτερίτες πραγματεύονται τη δεσπόζουσα θεματολογική εμμονή του Κινγκ, η οποία ενυπάρχει σχεδόν σε όλα τα βιβλία του: το δαιμόνιο της γραφής και την εξαντλητική περισκόπηση του εσώτατου πυρήνα της λογοτεχνικής δημιουργίας. Τις περισσότερες φορές, ο τρόμος αποτελεί μόνο το πρόσχημα, προκειμένου να εκδιπλωθεί η περιπετειώδης πορεία μιας επίπονης βύθισης στα μύχια της ίδιας της συγγραφικής πράξης. Συγγραφείς, εξάλλου, βρίσκονται στο επίκεντρο της αφήγησης πολλών μυθιστορημάτων του Κινγκ: στην εμβληματική Λάμψη, ο Τζακ Τόρανς απομονώνεται στο ξενοδοχείο «Η Θέα», για να κατανικήσει τη συγγραφική εμπλοκή που τον ταλαιπωρεί, ενώ μυθιστοριογράφοι είναι και οι ήρωες των Σάκος με κόκαλα, Σάλεμς Λοτ, Ντεσπερέισον και Το Αυτό.

Στο Πρόσωπο του Φόβου πρωταγωνιστεί ο συγγραφέας Θαντ Μπόμοντ, ο οποίος στοιχειώνεται από έναν χαρακτήρα που ο ίδιος έχει επινοήσει: την ψευδώνυμη ταυτότητα που υιοθέτησε στην αρχή της καριέρας του, γράφοντας υπερβίαια, γκροτέσκα μυθιστορήματα με τεράστια εκδοτική επιτυχία. Μοιάζει λες και ο παλιός του εαυτός ξαφνικά υλοποιήθηκε, λαμβάνοντας σάρκα και οστά, επιστρέφοντας από το υπερπέραν (την ομιχλώδη εκείνη limbo των λογοτεχνικών χαρακτήρων), με σκοπό να εκδικηθεί για τον αναίτιο «φόνο» του (τον οποίο σηματοδότησε η στροφή του Μπόμοντ στη «σοβαρή», υψηλών αξιώσεων, λογοτεχνία). Κατά έναν περίεργο τρόπο, η αινιγματική, σκιώδης παρουσία του Σταρκ (αυτό ήταν το ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε ο Μπόμοντ τα παραλογοτεχνικα πονήματά του) ανακαλεί το παμπάλαιο μοτίβο του σωσία/doppelganger, που τόσο απασχόλησε τους Γερμανούς ρομαντικούς, από τον Χόφμαν έως τον Καμίσο. Ο ίδιος ο Κινγκ, εξάλλου, δημοσίευσε μια σειρά δύστροπων, μηδενιστικών μυθιστορημάτων, σαν Ρίτσαρντ Μπάκμαν.

Στους Νυχτερίτες, οι κάτοικοι μιας μικρής κωμόπολης κάπου στην Αμερική αποκτούν υπερφυσικές ικανότητες (μεταξύ των οποίων και το χάρισμα της συγγραφής), εξαιτίας της επαφής τους με μια ομάδα κακόβουλων εξωγήινων οντοτήτων που βρίσκονταν παγιδευμένες μέσα στο δάσος. Πρόκειται, όπως αντίστοιχα στα Χρήσιμα αντικείμενα, για ένα είδος βαμπιρικών πλασμάτων που έχουν σκοπό να υποτάξουν σωματικά και πνευματικά τα θύματά τους.

Τα Χρήσιμα αντικείμενα (1991) διαδραματίζονται στο Κάστλ Ροκ, μια φανταστική αμερικανική πολιτεία όπου λαμβάνει χώρα μια πλειάδα μυθιστορημάτων του χαλκέντερου Κινγκ (όπως, αντίστοιχα, το Άρκαμ του Λάβκραφτ ή η Γιοκναπατάφα του Φώκνερ). Την πόλη επισκέπτεται ένας σαρδόνιος άνδρας ονόματι Λίλαντ Γκοντ, ο οποίος ανοίγει ένα περίεργο εμπορικό κατάστημα. Διαθέτει ο,τιδήποτε επιθυμούν περισσότερο οι κάτοικοι του Καστλ Ροκ (όπως, για παράδειγμα, μια σπάνια κάρτα του μπέιζμπολ, ένα αμπαζούρ αντίκα ή μια παλιά κούκλα), και μάλιστα σε σχεδόν εξευτελιστικές τιμές. Ωστόσο, το αντίτιμο είναι πολύ μεγαλύτερο: ο Γκοντ αρχίζει ν’ ασκεί υπνωτιστική επιρροή στους πελάτες του, στοχεύοντας στην εξαγορά της ίδιας τους της ψυχής. Πρόκειται, στην ουσία, για άλλη μια παραλλαγή του μύθου του Φάουστ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η δαιμονική παρουσία (ένα είδος μοχθηρού, περιπλανώμενου ξένου, όπως ο Μέλμοθ του Ματσούριν ή ο Κόμης Δράκουλας) διεισδύει στην κοινότητα για να τη μολύνει, σπέρνοντας τη διχόνοια και τον πανικό.

Τέλος, το Οχυρό (2006) αποτελεί τη δεύτερη απόπειρα του Κινγκ, μετά το Κοράκι, να γράψει αποκαλυπτικό μυθιστόρημα. Ο Κλέι Ρίντελ, σχεδιαστής κόμικς, βρίσκεται στη Βοστώνη για επαγγελματικούς λόγους. Ξαφνικά, ένα μυστηριώδες σήμα (ο «παλμός») που εκπέμπεται από τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας, μετατρέπει όλους τους χρήστες κινητών τηλεφώνων σε σαρκοφάγα ζόμπι. Ο Κλέι, μαζί με τον Τομ Μακ Κέρι και την Άλις Μάξγουελ, ταξιδεύει προς το Μέιν, για να συναντήσει τη γυναίκα του και τον γιό του. Η αποκαλυψιακή εικονοποιία του Κινητού συνιστά έναν χαιρέκακο φόρο τιμής στον Τζωρτζ Ρομέρο και τη Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών (στον οποίο και αφιερώνει το δύσκαμπτο αυτό μυθιστόρημα). Η παράτολμη περιδιάβαση των «υγειών» σ’ ένα ρημαγμένο κόσμο χάους, βίας και ολέθρου θυμίζει τον Δρόμο του Κόρμακ Μακ Κάρθι. Με το κατάμαυρο αυτό μυθιστόρημα, ο Κινγκ καταθέτει ένα βλοσυρό σχόλιο για το επερχόμενο τέλος του πολιτισμού, χωρίς το φωτεινό, ελπιδοφόρο μήνυμα του Οχυρού.

Μια τόσο πληθωρική πεζογραφία, όπως είναι φυσικό, δεν μπορεί να αποφύγει τις αστοχίες: και οι πλέον ελαστικοί επικριτές του Κινγκ, του καταλογίζουν πως συχνά υποκύπτει σε ανυπόφορες επαναλήψεις, αφελή συμπεράσματα ή ανέμπνευστες παρεκβάσεις, αναπαράγει στερεότυπα με εξοργιστική ευκολία, ενώ πολλά γραπτά του αναδίδουν έναν υποδόριο συντηρητισμό ή και λαϊκισμό που ενίοτε αγγίζει την κραυγαλέα δημαγωγία. Έτερον εκάτερον. Πολλά μπορούμε να προσάψουμε σ’ έναν συγγραφέα που μεριμνά πρωτίστως για την (ένοχη, έστω) απόλαυση των αναγνωστών του· οφείλουμε, ωστόσο, να του αναγνωρίσουμε πως τα επιδεξιότερα μυθιστορήματά του, όντας λεπτομερέστατες νωπογραφίες της μεταπολεμικής Αμερικής –με τα θαύματα και τα ερέβη, τη λάμψη και τη διάλυση– βυθοσκοπούν ένα αντιφατικό, τρεμάμενο, αλλά πάντοτε συναρπαστικό, σύμπαν.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

2 thoughts on “Ο ευφάνταστος σκηνοθέτης του αμερικανικού εφιάλτη

  1. Spiros Katsas (@Azargled) Δεκέμβριος 21, 2014 στο 01:14

    Μπράβο Θοδωρή! Η αλήθεια είναι ότι – παρόλο που είναι πολύ δημοφιλής – δεν έχω διαβάσει γενικά έργα του, εκτός από το «Καρδιές στην Ατλαντίδα» (Hearts in Atlantis) σε μικρή ηλικία, το οποίο δεν είναι όμως και το πιο αντιπροσωπευτικό. Σε πρώτη ευκαιρία θα ήθελα πάντως να διαβάσω τα «Το Αυτό» (It) και «Η Λάμψη» (The Shining) – το τελευταίο το έχω δει στη μεταφορά του στον κινηματογράφο, από τον Kubrick, μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια.

    Μου αρέσει!

  2. Θοδωρής Σταμάτης (@thodstamatis) Δεκέμβριος 21, 2014 στο 21:00

    Σ’ ευχαριστώ, Σπύρο, οι «Καρδιές στην Ατλαντίδα» είναι αρκετά αξιόλογο μυθιστόρημα. Η κινηματογραφική μεταφορά της «Λάμψης» από τον ύψιστο Κιούμπρικ υπερβαίνει κατά πολύ το κάπως σχηματικό μυθιστορηματικό πρωτότυπο. Πρόκειται για αριστουργηματικό φιλμ, μία από τις σημαντικότερες και εμβληματικότερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών. Σε γενικές γραμμές, πάντως, η μυθοπλασία του Κινγκ έχει κακοπαθήσει στη μεγάλη οθόνη.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: