Τα τοξικά απόβλητα μετά το θαύμα

epple

Ελάχιστες σελίδες από τη λογοτεχνία του Τόμας Μπέρνχαρντ αρκούν για να υποκλιθεί κανείς μπροστά στο έκπαγλη ρώμη της απαράμιλλης πρόζας του. Το έργο του ακτινοβολεί μέσα σε αυτόν τον ανοικονόμητο συρφετό μετριότητας και φλυαρίας που επιμένει να μας βομβαρδίζει. Ξεφυλλίζοντας, λόγου χάριν, το εξαίσιο Μπετόν, στην υποβλητική μετάφραση του Αλέξανδρου Ίσαρη, μαγεύεσαι από τον ασθματικό, κατακλυσμιαίο ρυθμό και την αδιαφιλονίκητη μουσική πυκνότητα της φράσης του. Το μυθοπλαστικό σύμπαν του έμμονα αρδεύεται από τον καφκικό εφιάλτη και την μπεκετική εσχατολογία. Ο Μπέρνχαρντ σε κάθε του βιβλίο μοιάζει να βουλιάζει ολοκληρωτικά στην επικίνδυνη άβυσσο της γλώσσας, και ό,τι διασώζεται από τη λυσσαλέα, αιματηρή του αναμέτρηση με τον αδίστακτο κλοιό των λέξεων είναι αυτά τα στυγερά κατάλοιπα: εναγώνιοι, τρομώδεις, σχεδόν παραληρηματικοί μονόλογοι που βιάζονται να αιχμαλωτίσουν το άναρθρο. Οι ήρωες του Αυστριακού λογοτέχνη είναι βαθιά και ανεπίστρεπτα ηττημένοι, ρημάζουν από μια άγνωστη, άδικη μοίρα που τους καταδίκασε στην πιο βασανιστική, αβάσταχτη μοναξιά. Ερημίτες διανοούμενοι ή αναχωρητές μουσικοί, εγκλωβισμένοι σε γυμνά, έρημα κάστρα, με μόνη συντροφιά τα βιβλία και τα φαντάσματα φευγαλέων, ευτυχισμένων αναμνήσεων, λιμνάζουν απαρηγόρητοι και αδικαίωτοι στις στάχτες του παρελθόντος. Κρίσιμα θέματα όπως η αρρώστια, η τρέλα και ο θάνατος, η παράνοια του έρωτα, το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων, η απρόσμενη προδοσία των φίλων, το απόλυτο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο ασκητισμός και η αρνησικοσμία στοιχειώνουν την πυρετώδη γραφή ενός από τους σπουδαιότερους μεταπολεμικούς λογοτέχνες. Από τα κείμενα αυτά, που αντιστέκονται σθεναρά στους συνήθεις και απαρέγκλιτους ειδολογικούς προσδιορισμούς, εκλύεται ένα αδυσώπητο μίσος εναντίον της Αυστρίας και των ανυποψίαστων κατοίκων της. Ο Μπέρνχαρντ χλευάζει ανηλεώς το επονείδιστο φασιστικό παρελθόν της χώρας του και τα εξασθενημένα αντανακλαστικά των αμνημόνων πολιτών της, τη μικροπρέπεια και τη βαρβαρότητα του –καθόλου αθώου ή άμοιρου ευθυνών– λαού, την προϊούσα σήψη του πολιτικού χώρου, την απύθμενη πολιτισμική καχεξία. Κάτω, όμως, από τον μανδύα του μηδενιστικού σαρκασμού και της σαρωτικής μισανθρωπίας, διακρίνουμε την πληγωμένη ευαισθησία ενός υπέρμετρα ιδεαλιστή καλλιτέχνη που η στείρα αντιπνευματικότητα των καιρών του συνέθλιψε θανάσιμα. Ο Μπέρνχαρντ, σ’ ολόκληρη τη σύντομη ζωή του, προσπάθησε ηρωικά να αντιπαλέψει τον καταστροφικό μέσο όρο και τη φρικτή κακεντρέχεια της κοινής γνώμης. Μέσα σε αυτό το απέραντο, παγωμένο νεκροτομείο όπου καθοσιώνεται αναντίρρητα το αλάνθαστο της όποιας «πλειοψηφίας», η συντριβή, για ανθρώπους της δικής του ευαίσθητης ψυχοσύνθεσης, ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Ο πικρόχολος αισθητισμός του συνιστούσε υπαρξιακή ασθένεια και όχι αργόσχολη εκζήτηση ή έκκεντρη, μυθώδη έπαρση. Η ακράδαντη αλήθεια αυτής της γραφής μόνο εχθρότητα μπορεί να προκαλέσει. Ο αμύητος θα εξοργισθεί, θα τρομοκρατηθεί, θα σωπάσει. Καθόλου δεν πρέπει να μεμφόμαστε λοιπόν όλα εκείνα τα εξανθηματικά, σεμνότυφα πρόσωπα που ισοπεδώθηκαν από το αδήριτο μεγαλείο των ιδεών του και οικτρά φυγομάχησαν, εκτοξεύοντας θλιβερές κοινοτοπίες περί αφόρητης αυτοαναφορικότητας, κραυγαλέας μανιέρας ή φρενιτιώδους φορμαλισμού. Μια τόσο σκληρή και επικίνδυνη λογοτεχνία θα παραμένει για πάντα, δυστυχώς, «ειδικού ενδιαφέροντος».

Καθόλου τυχαίος δεν είναι ο ανεπιφύλακτος θαυμασμός της Ελφρίντε Γέλινεκ για τα κείμενα του Μπέρνχαρντ. Οι περισσότεροι διάβασαν Γέλινεκ με ασυγχώρητη καθυστέρηση, μετά τον εκκωφαντικό ορυμαγδό που προκάλεσε η παράδοξη απόφαση της σουηδικής Ακαδημίας να βραβεύσει μια ιδιότυπη και, εν πολλοίς, περιθωριακή φωνή, σε σύγκριση πάντα με παλαιότερες, πιο αστραφτερές και προβεβλημένες επιλογές, όπως, φέρ’ ειπείν, ο Μάρκες ή ο Σαραμάγκου.

Εξάλλου, η λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκες γίνεται συχνά αντιπαθής, ακριβώς λόγω του υπερχειλίζοντος συναισθηματισμού και της αχαλίνωτης ερωτολογίας, σε συνδυασμό με έναν αδέξιο και εκνευριστικό, επιπολάζοντα φεμινισμό που μαστίζει σχεδόν όλα τα φιλόδοξα πονήματα των τελευταίων δεκαετιών. Οι περισσότερες θηλυκές γραφίδες εκχυδαΐζουν το ανεκπλήρωτο αναμνησιολογώντας ακατάσχετα, υπό τον μανδύα ενός κακόγουστου, εξογκωμένου λυρισμού. Οι φωτεινές εξαιρέσεις, δυστυχώς, ελάχιστες: η εκθαμβωτική ιδιοφυία της Άντζελα Κάρτερ, το φαρμακερό μένος της Τζούνα Μπαρνς, οι μανιώδεις λεκτικοί κλυδωνισμοί της Γερτρούδης Στάιν, η στυγνή ωμότητα της Σάρα Κέιν. Στα καθ’ ημάς, διασώζονται μόνο οι φωσφορισμοί της λεπταίσθητης Ζυράννας Ζατέλη, το θεσπέσιο έρεβος της Μαρίας Μήτσορα και η οξυδερκής ειρωνεία της Έρσης Σωτηροπούλου. Ίσως, η μελαγχολική συγκατάβαση της ύστερης Αξιώτη και το ανεπανάληπτο ταλέντο της ολιγογράφου Μαστοράκη.

Η μέχρι τέλους στρατευμένη γραφή της Αυστριακής δημιουργού, απεκδεδυμένη από επαναστατικές πομφόλυγες και γελοίες αριστερίζουσες ιαχές, διατρανώνει με οξική ενάργεια την κατάφωρη πολιτική της θέση, εναντίον κάθε, κατ’ επίφαση ευαίσθητου και ανθρωπιστή, οραματικού υπέρμαχου του «κοινού καλού» και των «λαϊκών δικαιωμάτων». Η ενοχλητική μυθοπλασία της Γέλινεκ ασκεί δριμύτατη κριτική στο βάναυσο οικονομικό θαύμα της Αυστρίας του μεταπολεμικού θάλλους και της ραγδαίας βιομηχανοποίησης. Καταγγέλλει τον εκφασισμό του δημόσιου πολιτικού λόγου και αποδομεί τις ανέφελες αστικές βεβαιότητες για τον έρωτα, την οικογένεια, τη μητρότητα και την εργασία. Η αριστοτεχνικά δομημένη πλοκή, άλλοτε καταιγιστική και άλλοτε βασανιστικά αργόσυρτη, πάντοτε όμως αποδραματοποιημένη και αναστοχαστική, ανατέμνει, με ακρίβεια εντομολόγου και σχεδόν μοχθηρά, τα λογοτεχνικά της πλάσματα. Στην ακραιφνώς μεταμοντέρνα αφήγησή της, οι γυναικείοι χαρακτήρες πρωταγωνιστούν· εγκλωβισμένοι σε καταπιεστικές εξουσιαστικές δομές, προσπαθούν να εξεγερθούν μέσω της θηριωδίας και του εγκλήματος, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα. Γιατί και αυτοί, εν τέλει, μελλοντικά θα διαλυθούν, συνειδητοποιώντας πικρά το ανήκεστο και περιοριζόμενοι –όπως τα ετοιμοθάνατα ζώα– σε ανούσιες κραυγές. Η ανυπέρβλητη συγγραφέας δείχνει να αγκαλιάζει αυτά τα απρόσιτα, απεχθή τέρατα με μια διεστραμμένη, εκδικητική αλληλεγγύη.

Η Έρικα Κόχουτ, η πιανίστρια του ομώνυμου μυθιστορήματος, ένα μοναχικό και στερημένο πλάσμα, κατοικίδιο στον ζωολογικό κήπο της αυταρχικής μητέρας της, θα ερωτευτεί παράφορα τον νεαρό μαθητή της και θα παραδοθεί σ’ έναν λαβύρινθο άπλετου πόνου, κτηνώδους πάθους, ζήλιας και μνησικακίας, για να εγκαταλειφθεί δραματικά από αυτόν και να επιστρέψει στον ασφαλή θρίαμβο της προσωπικής φυλακής της. Στους Αποκλεισμένους, παρακολουθούμε, άναυδοι, τις τεφρές ζωές μιας ομάδας προβληματικών εφήβων που έρπουν στην ακμάζουσα Βιέννη του 1950. Επιδίδονται σε κλοπές και αναίτιους βανδαλισμούς, διαβάζοντας Καμύ, Μπατάιγ και Ντε Σαντ, προσπαθώντας επί ματαίω να απαγκιστρωθούν από την προδιαγεγραμμένη μοίρα της κοινωνικής τους τάξης. Ένας από αυτούς, παρασυρμένος από την υπαρξιακή του αηδία και απογοητευμένος από μια θλιβερή ερωτική απόρριψη, θα εξοντώσει την οικογένειά του και θα αυτοκτονήσει.

Η εγκεφαλική αποστασιοποίηση, οι δαιδαλώδεις παλινδρομήσεις του σαφώς προσχηματικού μύθου και ο διαβρωτικός μηδενισμός ίσως αποθαρρύνουν τους αθώους αναγνώστες που ικανοποιούνται με εύπεπτες, διδακτικές λύσεις, συναρπαστικούς νόστους ή δακρύβρεχτα φληναφήματα βουκολικής ευδίας. Η ζοφερή περιπλάνηση που θαρραλέα προτείνει η Γέλινεκ συνιστά προπάντων μια κατακόρυφη πτώση στον άπληστο βυθό της απελπισίας, του σπαραγμού και της απόγνωσης, μια παράτολμη αναμέτρηση με το αδιαπέραστο σκοτάδι της ανθρώπινης τραγωδίας.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: