Δυοχιλιαδεςογδοντατρια V

touquet

Θάσος, 21 Νοεμβρίου 2083

Πολυαγαπημένε μου Πελεκάνε,

[…] Οι καθυστερήσεις του Ζ-108 είναι πλέον ενοχλητικότατες, όπως κι εσύ ήδη θα διαπίστωσες. Έλαβα την επιστολή σου μόλις σήμερα νωρίς το πρωί, όταν το υποβρύχιο του –κατ’ όνομα μόνο– ταχυμεταφορέα μας προσάραξε στο λιμάνι του νησιού. Η όψη του Ζ-108 φανέρωνε την πλήρη διανοητική του ανισορροπία. Ήταν βρώμικος και αναμαλλιασμένος, ενώ το βλέμμα του έμοιαζε ν’ ατενίζει διαρκώς το κενό. Σχεδόν δεν με κοιτούσε, μονάχα παραδινόταν σ’ ένα ακατάληπτο μουρμουρητό σχετικά με αυτούς που τον καταδιώκουν απηνώς, επιδιώκοντας εξάπαντος την εξόντωσή του. «Έννοια σου και δεν θα με βρουν οι μπάσταρδοι, τα ’χω από καιρό κανονισμένα. Ούτε το κουφάρι μου θα χαρούν να σκυλέψουν». Η Ιουλιέττα βγήκε απ’ το υποβρύχιο μερικά λεπτά αργότερα και μας προσέγγισε με μια επηρμένη νωχελικότητα. Αυτή τη φορά φορούσε ένα εφαρμοστό φόρεμα από δέρμα στο χρώμα του ροδάκινου, το οποίο άφηνε ακάλυπτα τα χέρια και την πλάτη. Στο λαιμό της κρεμόταν ένα βαρύτιμο περιδέραιο από διαμάντια και ρουμπίνια, πανάκριβο κομψοτέχνημα της ρωσικής κοσμηματοποιίας. Είχε πιασμένα τα μαλλιά της σε σφιχτή αλογοουρά, πράγμα που τόνιζε ακόμη περισσότερο τη σχεδόν υπερφυσική ομορφιά της. Με κοίταξε μ’ ένα οξύ, διαπεραστικό βλέμμα και άνοιξε την μικροσκοπική τετράγωνη τσάντα που κρατούσε. «Το γράμμα σας» είπε ψυχρά και τα μάτια της έσταζαν μια απάνθρωπη σκληρότητα. Όταν προσπάθησα να ρωτήσω για σένα, με διέκοψε απότομα. «Αμείβομαι για να παραδίδω επιστολές και όχι για να μεταφέρω πληροφορίες. Δεν προτίθεμαι ν’ απαντήσω σε καμία ερώτησή σας.» Δεν επέμεινα, μην έχοντας τη διάθεση να συγκρουστώ μ’ αυτό το αλαζονικό γύναιο. Συμμερίζομαι απολύτως τους φόβους σου, πολυαγαπημένε μου φίλε. Είμαι βέβαιος πως ο μισότρελος Z-108 είναι τυφλό υποχείριό της. Φαίνεται, μάλιστα, πως έχουν αναπτύξει μια αλλόκοτη σαδομαζοχιστική σχέση: λίγο πριν επιβιβασθούν στο υποβρύχιο, ο πλαδαρός άντρας σωριάστηκε στο έδαφος και άρχισε να φιλά και να γλείφει τα παπούτσια της, ζητώντας της με λυγμούς να τον συγχωρέσει. Κάθε τόσο, διέκοπτε τις σπαραξικάρδιες παρακλήσεις του, για να ψελλίσει μερικούς στίχους (τραγούδι; προσευχή; Κύριος οίδε). Πόσο κωμικοτραγικό ήταν αυτό το θέαμα, αδερφέ μου. Ωστόσο, εκείνος, κάτωχρος (λες και δεν κυλούσε στάλα αίματος στις φλέβες του), έδειχνε να βρίσκεται σε κάποιου είδους εκστατική μανία. Η Ιουλιέττα, βέβαια, τον αντιμετώπιζε με έκδηλη αηδία, σαν ένα γλοιώδες έντομο που έπρεπε πάση θυσία να συνθλίψει με το πόδι της. Ξαφνικά τον κλώτσησε δυνατά στα πλευρά. «Αρκετά. Σήκω πάνω», τον πρόσταξε, κι αυτός έσπευσε να υπακούσει στις διαταγές της σαν πειθήνιος σκύλος. Αυτή η γυναίκα μ’ ανατριχιάζει. Αργά ή γρήγορα θ’ απαλλαγεί απ’ τον Ζ-108 και θ’ αναλάβει εκείνη τη διεύθυνση του υποβρυχίου. Νομίζω πως τον δηλητηριάζει. […]

Η μορφή της Ζενεβιέβ Μοντρεάκ μ’ έχει στοιχειώσει. Θλίβομαι αφάνταστα που δεν μπόρεσα να τη βοηθήσω. Το αρχοντικό στο οποίο διέμενε ήταν ετοιμόρροπο και χρειαζόταν επειγόντως αναστήλωση, αλλά η Μοντρεάκ αρνιόταν πεισματικά να το εγκαταλείψει (έστω και για το διάστημα εκείνο που απαιτείτο για να ολοκληρωθούν οι επισκευές). «Σ’ αυτό το σπίτι ζήσαμε τις ομορφότερες στιγμές μας», μονολογούσε. Σ’ ευχαριστώ που με τις ερωτήσεις σου μου δίνεις την ευκαιρία να ξαναγράψω γι’ αυτήν. Παρόλο που η νεανική ομορφιά της είχε προ πολλού εκπνεύσει, διατηρούσε κάτι από εκείνο το εκθαμβωτικό βρετόνικο μεγαλείο. Ήταν οστεώδης, ασθενική και ντυνόταν πάντα στα μαύρα. Τις τέσσερις φορές που τη συνάντησα, είχε τα μαλλιά της σκεπασμένα μ’ ένα αραχνοΰφαντο βέλο από μεταξωτή δαντέλα. Μου έδειξε μερικές παλιές φωτογραφίες της, γεγονός που δεν σου κρύβω ότι με συντάραξε ανεπανόρθωτα. Η απόκοσμη, παγωμένη ομορφιά της μου θύμισε την παλιά ηθοποιό Ιζαμπέλ Ατζανί. Κάποιες πόζες της (ειδικά στα άψογα, καλλιτεχνικά προφίλ) έδιναν την εντύπωση πως είχε ανατολικοευρωπαϊκή καταγωγή. Όταν τη ρώτησα, αποκρίθηκε μ’ ένα βραχνό γέλιο που στο τέλος έσπασε σε παρατεταμένο βήχα: «Οι πρόγονοί μου κατοίκησαν τη Γαλλία αιώνες πριν. Φτάσαμε στις Αρδέννες κυνηγημένοι. Δεν επιτρέψαμε να μολύνουμε το αίμα μας μ’ επιμειξίες. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι.» Έψαξε για λίγο στο παλιό εβένινο σεκρετέρ κι έβγαλε ένα μικρό βελούδινο κουτί. Το άνοιξε προσεκτικά, σαν να προσπαθούσε να προστατέψει κάποιον ιδιαίτερα εύθραυστο θησαυρό. Κάτι άστραψε φευγαλέα στα μακριά της δάχτυλα (το ημίφως των κεριών, βλέπεις, δεν βοηθούσε, αφού η δεσποινίς Ζενεβιέβ απεχθανόταν τους δυνατούς φωτισμούς)· ήταν μια καρφίτσα σε σχήμα κεφαλιού πάνθηρα. Κατάφορτη από μαύρα διαμαντάκια, με δύο σμαράγδια στη θέση των ματιών. «Ο θυρεός μας. Η μέλαινα λεοπάρδαλις. Chernogo leoparda», είπε μοχθηρά. «Τη φορούσα από τότε που έγινα δώδεκα χρονών. Ακούς; Άγγιζε την καρδιά μου. Moye Serdtse. Αφουγκραζόταν με χαιρεκακία τις λιπαρές κινήσεις των σαρκοβόρων σπλάγχνων μου. Μέχρι τη στιγμή που εκείνος έφυγε. Το ξέρεις ότι η αιχμή της είναι ακόμα λερωμένη με το αίμα του; Σ’ ένα από εκείνα τα φρικτά μεθύσια μας. Ήθελε να την καρφώσω στο γυμνό του στήθος. Ουρλιάζαμε ιδρωμένοι, ματωμένοι. Ετοιμοθάνατοι βρικόλακες την τελευταία νύχτα του κόσμου. Τώρα την έθαψα για πάντα σ’ αυτό το σκονισμένο έπιπλο. Οι διώκτες αιχμαλώτισαν πια το θηρίο και το έγδαραν. Καμιά φορά ακούω τις κραυγές του». Πέρα από αυτά τα σκοτεινά παραληρήματα (που, εκ των πραγμάτων, δεν είχαν μεγάλη διάρκεια), η ηλικιωμένη Γαλλίδα ήταν αποφασισμένη να διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού το μυστηριώδες ερωτικό της ειδύλλιο με τον Φωτεινό. Δεν ξέρω αν εκείνος έτρεφε το παραμικρό αίσθημα αγάπης γι’ αυτήν. Ο νοσηρός ναρκισσισμός του φαίνεται πως τον εμπόδιζε να εμπλακεί σε τέτοιου είδους συναισθηματικές δεσμεύσεις. Ο Φωτεινός ήταν ερωτευμένος μόνο με τον εαυτό του. Και με τη λογοτεχνία του. Υποθέτω πως το πυρετώδες πάθος της Μοντρεάκ τον γοήτευσε, σε τέτοιο βαθμό ώστε να την επισκέπτεται συχνά και να της εκμυστηρεύεται τους αποκαλυψιακούς οραματισμούς του. Η απαρηγόρητη, σπαραγμένη θηλυκότητα της Ζενεβιέβ έμοιαζε, κατά κάποιο τρόπο, να έχει υπαγορευθεί από τον ίδιο τον Φωτεινό. Άραγε, ο σπουδαίος συγγραφέας εμπνεύστηκε τη Σφαγή από την παρανοϊκή Γαλλίδα (όπως ματαιόδοξα ισχυρίζεται αυτή κατ’ επανάληψιν) ή μήπως η Μοντρεάκ ταυτίστηκε τόσο πολύ με το εν λόγω αφήγημα, ώστε να εγκολπωθεί πλήρως την ερεβώδη ρητορική του; Ποτέ άλλοτε τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας δεν υπήρξαν τόσο συγκεχυμένα. […]

Εννοείται πως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μετακομίσεις στη Μητροπολιτική Περιοχή 28. Καθόλου δεν εμπιστεύομαι τον Μπουλγκάκοφ, πόσο μάλλον έναν απεσταλμένο, ομιλούντα γάτο, ονόματι Βεεμώθ. Άλλωστε, οφείλω να σου εκμυστηρευθώ κάτι, παρά τους οδυνηρούς ενδοιασμούς μου (το μόνο που δεν επιθυμώ, φίλε μου, είναι να σε αναστατώνω, ιδίως αυτές τις τόσο κρίσιμες στιγμές): ο βοηθός μου Ριχάρδος είδε προχθές το βράδυ ένα όνειρο που πολύ με ανησύχησε. Περπατούσες, λέει, μόνος σ’ ένα δάσος με ανθισμένες πορτοκαλιές, με τα μάτια κατακόκκινα απ’ το κλάμα. Στις ρίζες ενός γέρικου δέντρου στεκόταν ένας άρρωστος μονόκερως. Το τρίχωμά του ήταν βρεγμένο και γεμάτο μπαλώματα, ενώ το σπειροειδές κέρατό του είχε σπάσει στην άκρη. Πλησίασες και, όταν έκανες να χαϊδέψεις το ζώο, εκείνο έβγαλε έναν απαίσιο βρυχηθμό και σε δάγκωσε στο δεξί πόδι. Ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα κι εσύ εξαφανίστηκες πληγωμένος. Ο Ριχάρδος μού είπε πως ξύπνησε φοβισμένος κι έμεινε ξάγρυπνος μέχρι το πρωί. Φυσικά, ο βοηθός μου δεν σ’ έχει δει ποτέ ιδίοις όμμασι. Του έχω δείξει όμως επανειλημμένως το πορτρέτο που σου έφτιαξε αστραπιαία με κάρβουνο ο αλκοολικός ζωγράφος που συναντήσαμε στις όχθες του Σηκουάνα, σ’ εκείνο το ταξίδι μας στο Παρίσι τον χειμώνα του 2076. Ορκίζεται πως εσένα είδε σ’ αυτό το παράξενο όνειρο και δεν μπορώ παρά να τον πιστέψω. (Άλλωστε, του μιλάω τόσο συχνά για σένα, που έχει αρχίσει εδώ και αρκετό καιρό να δείχνει μια διακριτική, υπόκωφη ζήλια· δεν έχει κανέναν άλλο φίλο εκτός από μένα, εξού και αυτή η συναρπαστική κτητικότητα εκ μέρους του). […]

Πόσο θεραπευτικό, αλήθεια, είναι να σου γράφω αυτές τις απελπιστικά φλύαρες επιστολές! Μόνο έτσι ξορκίζω το μαύρο φάντασμα της απόστασης, που εδώ και δύο βασανιστικά χρόνια μας χωρίζει. Δεν φαντάζεσαι πόσο μου λείπεις, λατρευτέ μου φίλε. Η αγάπη και η νοσταλγία φτάνουν, άραγε, για να μας φέρουν πάλι κοντά;

[Συνεχίζεται]

Χρήστος Pistou

Advertisements

Tagged: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: