Ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, η Δημουλά και οι σατραπείες της παρανάγνωσης

Rothko

Η ορθοπολιτική κριτική, θλιβερά επαρχιωτική και τυφλωμένη από τη μυωπία της σεμνοτυφίας, υπήρξε ανέκαθεν κακεντρεχής και ζηλόφθονη απέναντι στα μεγέθη εκείνα που αδυνατούσε να συλλάβει. Συνακόλουθα, ο,τιδήποτε υπερβαίνει τις δεδομένες αισθητικές νόρμες αυτομάτως αφορίζεται ως δυσνόητο, πειραματικό, περίκλειστο, γλωσσοκεντρικό ή κρυπτικό. Διερευνώντας τη γενεαλογία της κριτικής πρόσληψης τριών ποιητών του νεοελληνικού Κανόνα –του Καβάφη, του Καρυωτάκη και της Δημουλά– αντλούμε πολύτιμες πληροφορίες για τις ποικίλες πρακτικές, υπόγειες ή εξόφθαλμες, βάσει των οποίων θεμελιώνεται η καθιέρωση ενός συγγραφέα.

Η ρηξικέλευθη ποίηση του Καρυωτάκη δέχτηκε πυρά από όλες τις κατευθύνσεις της δεσπόζουσας κριτικής. Η γενιά του ’30 –και οι εντεταλμένοι της κήνσορες– έσπευσε να αποσιωπήσει το ενοχλητικό έργο του και να μηδενίσει την καταιγιστική επίδρασή του. Έφτασε στο σημείο, μάλιστα, να επινοήσει τον εκτρωματικό όρο «καρυωτακισμός» προκειμένου να καταγγείλει την τοξική, δήθεν ολοκληρωτική κυριαρχία της ιδιοσυγκρασίας του χολερικού αυτοκτόνου στους ποιητικούς κύκλους. Από την άλλη πλευρά, ο Καρυωτάκης κατεδαφίστηκε από τους κακόβουλους ζντανοφίσκους του αριστερού σκοταδισμού ως σφόδρα απαισιόδοξος και παθολογικά μικροαστός. Η ωχρά σπειροχαίτη και η άβυσσος του νου ως ενδεχόμενο δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να μολύνει τα επαναστατικά αντανακλαστικά της πρωτοπόρας εργατικής τάξης. Κατανοητό. Τα ποιήματα του Καρυωτάκη, υπέρμετρα καυστικά, θα οξείδωναν το ατσάλι πριν δεθεί. Η ελευσόμενη παραδείσια λαοκρατία επ’ ουδενί δεν ήταν διατεθειμένη να κινδυνεύσει από τα καινά δαιμόνια της υποψίας. Έτσι, ο κολοφών της μαρξίζουσας διανόησης Γιάννης Κορδάτος θα αποκαλέσει τον Καρυωτάκη «βλαμμένο» στην περισπούδαστη Ιστορία του, ενώ ο αλήστου μνήμης, σκαιός Μ. Μ. Παπαϊωάννου θα διατρανώσει τις σοβαρότατες επιφυλάξεις του για τον παρακμία αυτόχειρα της Πρέβεζας. Πολύ αργότερα, και αφού αποθεώθηκε από τη γενιά της αμφισβήτησης, ο Καρυωτάκης θα γίνει βορά των δεύτερης κοπής νεοσταλινικών, αριστεριστών, αναρχοαυτόνομων κ.λπ. κ.λπ., τώρα πλέον ως «ελλείπουσα κριτική φωνή της Αριστεράς», εξέχων πολιτικός ποιητής, θερμόαιμος κοινωνικός επαναστάτης και άλλα τοιαύτα καταγέλαστα.

Όμως ο Καρυωτάκης ήταν αντιπροσωπευτικός χρονογράφος του «πνεύματος της εποχής του» (όπως επιμένουν να ισχυρίζονται οι αμετανόητοι θιασώτες μιας κατά βάσει πολιτικής ανάγνωσης της καρυωτακικής σάτιρας) ή ένας διαβολικός αμφισβητίας, ένας οργίλος παραβάτης που έπρεπε πάση θυσία να τεθεί στο περιθώριο;

Μισό αιώνα μετά, η ιδανική αυτόχειρας του σύγχρονου αγγλικού θεάτρου Σάρα Κέιν θα δώσει την απάντηση, στο πυρετικό κύκνειο άσμα της 4.48 Ψύχωση: «Θα με αγαπήσουν γι’ αυτό που με ρημάζει / το ξίφος στα όνειρά μου / τη σκόνη στις σκέψεις μου / την αρρώστια που τρέφεται στις δίπλες του μυαλού μου».

Η περιπετειώδης πορεία του Καβάφη και του Καρυωτάκη στους αιχμηρούς σκοπέλους της στρατευμένης κριτικής υπήρξε, εν πολλοίς, παράλληλη. Η χυδαία εργαλειακή, οπορτουνιστική και, εν τέλει, βολονταριστική αντιμετώπιση των δύο ποιητών από τις αλλοπρόσαλλες κομματικές γραφίδες αντικατοπτρίζει τις χρόνιες αγκυλώσεις που καθηλώνουν την καθ’ ημάς κριτική σε εμπαθείς και κενόσοφες διαπιστώσεις. Αφού αρχικά εξοστρακίσθηκαν μετά περισσής αηδίας από σύνολη την κομμουνιστική διανόηση ως φορείς μιας ζοφερής, μισανθρωπικής δυσπιστίας, σταδιακά, και ελλείψει μειζόνων «προοδευτικών» φωνών (Ο Βάρναλης και ο Ρίτσος, απελπιστικά μέτριοι, δεν αρκούσαν ως επίσημοι προπαγανδιστικοί κονδυλοφόροι), δέχθηκαν τις ληστρικές θωπείες του αριστερόστροφου συρφετού. Έτσι, στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης αρχίζει ένας, αν μη τι άλλο, συναρπαστικός διάλογος σχετικά με τα «φαινόμενα παρακμής στη νεοελληνική μας λογοτεχνία». Οι σταλινικοί Αυγέρης, Παπαϊωάννου και Βουρνάς απορρίπτουν απερίφραστα τους Καβάφη και Καρυωτάκη ως φυγόκοσμους, πεισιθάνατους εκπροσώπους ενός παρωχημένου παρελθόντος που αναπόδραστα κατέρρεε. Ο Μανόλης Λαμπρίδης (ο οποίος μετέπειτα προσχώρησε στους κόλπους του τροτσκισμού) διαφώνησε εντόνως, με το σκεπτικό πως οι δύο ποιητές ανήκουν μεν στην αντίδραση αλλά δεν την εκφράζουν με το ποιητικό τους έργο· αντίθετα, βρίσκονται «pro domo» της αστικής τάξης, δυσφορώντας απέναντι στις θνησιγενείς ιδεοληψίες της κοινωνίας που τους εξέθρεψε. Ο Στρατής Τσίρκας εν συνεχεία θα παρουσιάσει το αχαρακτήριστο μελέτημα Ο πολιτικός Καβάφης, όπου προσπαθεί να κατασκευάσει έναν Καβάφη υπόρρητα έως κραυγαλέα αντιιμπεριαλιστή και προλεταριακό, σχεδόν υποσυνείδητο μαρξιστή ο οποίος θέτει το ποιητικό του έργο στην υπηρεσία του αδέκαστου ελέγχου της άρχουσας τάξης και των χθαμαλών της μεθόδων. Συνεπώς, κατά τον Τσίρκα, ο Καβάφης το μόνο που πράττει είναι να μέμφεται τους Ρωμαίους και Βυζαντινούς αυτοκράτορες, τους Αλεξανδρινούς πατρικίους και την εκμεταλλευτική αποικιακή πολιτική της Βρετανίας εναντίον του αιγυπτιακού λαού. Παραδόξως, αυτές οι βορβορώδεις φαιδρότητες όχι μόνο δεν κατακεραυνώθηκαν αλλά έτυχαν εγκωμιαστικής υποδοχής από την πλειονότητα της ιθαγενούς συντεχνίας. Φυσικά, όλοι αυτοί οι αυτόκλητοι ερμηνείς της ποιητικής τέχνης φροντίζουν συστηματικά να υποβαθμίζουν δύο σημαντικότατες βιογραφικές λεπτομέρειες: την ομοφυλοφιλία του Καβάφη και την αυτοχειρία του Καρυωτάκη. Στην περίπτωση του Καβάφη, η περιβόητη ερωτική παρέκκλιση αποτέλεσε το κόκκινο πανί για τους ανδροπρεπείς, έμπλεους εργατικής τεστοστερόνης, κομμουνιστές, σαφώς εξοβελιστέα ως το νομοτελειακό σύμπτωμα της λεπτεπίλεπτης, πολυτελούς και τρυφηλής γαλούχησης στα βελούδινα σαλόνια της αριστοκρατίας. Ο Τσίρκας, μάλιστα, εφηύρε μια ανύπαρκτη, νοητή τομή που διαχωρίζει κάθετα τον σοβαρό, σημαντικό Καβάφη των ιστορικών ποιημάτων, από τον ύστερο, διεστραμμένο γηραλέο ποιητή της αποχαλινωμένης αρσενοκοιτίας και του βδελυρού αυνανιστικού ερωτισμού. Ο δημόσιος υπάλληλος της Πρέβεζας, κομμουνιστής και αυτός κατά βάθος, ισοπεδώθηκε από τους θλαστικούς μηχανισμούς του αστικού τέρατος και η απονενοημένη πράξη του ήταν στην ουσία διατεταγμένη πολιτική δολοφονία. Ο Καρυωτάκης, υποστηρίζουν οι χειραφετημένοι μας διανοούμενοι-κινηματίες, εκβιαζόταν στυγνά από το σαρκοβόρο καθεστώς, λόγω της αμαρτωλής συνδικαλιστικής του δράσης. Και αν οι συγκυρίες δεν τον ωθούσαν σε αυτό το στιγμιαίο, ολέθριο λάθος, ενδέχεται να ακολουθούσε κι εκείνος τον ορθό δρόμο της οξυμμένης ταξικής του συνείδησης: αυτόν της ολόψυχης στράτευσης στο τετιμημένο, ένδοξο Κόμμα της επερχόμενης σωτηρίας.

Ανέφελες, υλιστικές προσεγγίσεις τέτοιου είδους παρακάμπτουν ανερυθρίαστα κάθε επικίνδυνη για τα ιδανικά της «Επανάστασης» πτυχή μιας βαθύτατα υπαρξιακής, αιμάσσουσας ποίησης: τον στυγερό σαρκασμό, τη μηδενιστική απαισιοδοξία, τη στυφή κατάφαση στο αμετάβλητο της ανθρώπινης συνθήκης. Εν ολίγοις, καμία κοινωνική ή «λαϊκή» ευαισθησία δεν είχαν οι δύο βλοσυροί πρίγκιπες της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας. Τουλάχιστον, όχι με τη βάρβαρη, αγοραία έννοια που αγωνιούν να προσδώσουν στα γραπτά τους οι παντοειδείς οιστρηλατημένοι νεοσσοί που λυμαίνονται τα χέρσα εδάφη ενός πρωτόγονου, παιδαριώδους μαρξισμού.

Η αποσυνάγωγη, αιρετική οπτική του Καβάφη θα άξιζε να συνεξετασθεί παράλληλα με κάποιες πραγματολογικές παραμέτρους: αφενός, την οικονομική χρεωκοπία της οικογένειάς του και, αφετέρου, την ερωτική του απόκλιση. Ο Καβάφης μοιάζει να αποθεώνει συνεχώς το έλασσον και το περιθωριακό, ενώ η παράφορη λατρεία του για την παρακμή εδράζεται στην ισχυρή επιρροή που άσκησε πάνω του το, θάλλον τότε, ρεύμα του αισθητισμού. Ο Αλεξανδρινός προκρίνει ως προσφιλή του ιστορική εποχή τα μεταβατικά, σχεδόν αποκαλυψιακά, ελληνιστικά χρόνια, μια περίοδο πτώσης, αδράνειας και προϊόντος εκφυλισμού. Πρόκειται, αναμφίβολα, για έναν ποιητή που προγραμματικά επιλέγει να μνημειώσει τις παρυφές και τις ρωγμές της Ιστορίας και όχι τις οραματικές και «ελληνολατρικές» στιγμές (πράγμα αδιανόητο για τους «εθνικούς» και στιβαρούς Βαλαωρίτη και Παλαμά, επί παραδείγματι). Για τον Καβάφη, πάντοτε ειρωνικά αποστασιοποιημένο παρατηρητή των τεκταινόμενων, το άτομο ανέκαθεν συντριβόταν ανηλεώς από τους αδυσώπητους μοχλούς του ιστορικού γίγνεσθαι. Υπάρχει κάτι το δραματικά μοιραίο στις ανθρώπινες πράξεις. Το απαρέγκλιτο πεπρωμένο του ανθρώπου τον οδηγεί κατευθείαν στην καταστροφή. Ο άνθρωπος συνθλίβεται από τον οδοστρωτήρα των γεγονότων ακριβώς λόγω της απαρηγόρητης ατέλειάς του, της εγγενούς αδυναμίας του να εποπτεύσει σφαιρικά και ολοποιητικά την αενάως μεταβαλλόμενη πραγματικότητα. Η άγνοια καθίσταται, κυριολεκτικά, θανάσιμη σ’ έναν σαφώς αποσπασματικό και εχθρικά αποπροσανατολιστικό κόσμο. Η ιδιότυπη μεταφυσική του Καβάφη, όπως άλλωστε και του Νίτσε, παρότι αποφατική, συνιστά στην πραγματικότητα έναν αντεστραμμένο (και μάλλον διαψευσμένο) ιδεαλισμό. Η προσφυής μείξη δύο ετερώνυμων τρόπων, του κωμικού και του τραγικού, δημιουργεί αυτή την τόσο εκκωφαντική έκρηξη. Αλλά ο καβαφικός λόγος, που απεχθανόταν μέχρι μυελού οστέων τον λυρισμό, ουδέποτε υπήρξε «οργανικός», ανοικονόμητος και χειμαρρώδης. Τα στεγνά, καθημαγμένα ποιήματά του έχουν κάτι από τη μορφή των σπασμένων ιωνικών αγαλμάτων. Συνεπώς, το θηριώδες αυτό έργο υπερβαίνει κάθε αφελή συζήτηση περί στράτευσης εξουδετερώνοντας μανιχαϊστικές κατηγοριοποιήσεις ή μονολιθικούς δογματισμούς. Ο Καβάφης, μαζί με τον Καρυωτάκη, δηλητηρίασαν, χάριν εκδίκησης ασφαλώς, μια μικρονοϊκή εποχή που έκανε το παν για να τους εξαφανίσει. Η Ιστορία, για τον ποιητή, δεν εκτυλίσσεται γραμμικά, προοδευτικά και ανωφερώς αλλά μάλλον κυκλικά, πραγματοποιώντας μακρές ολοκληρωμένες και επαναλαμβανόμενες τροχιές. Η μόνη ενδεδειγμένη και αρμόζουσα στάση απέναντι σ’ αυτή τη σαρωτική εισβολή του τυχαίου είναι το τραγικό μεγαλείο που γεννά η στωική παραδοχή της ήττας. Η λυπημένη, μαρτυρική αξιοπρέπεια των καβαφικών ηρώων, η οποία συχνά αγγίζει την αυτοθυσία, τους καθοσιώνει στη σφαίρα της ποιητικής αθανασίας. Τότε μόνο, το συνήθως μνησίκακο βλέμμα του Καβάφη απαλύνει και εξιδανικεύει τα λογοτεχνικά του πλάσματα («Καισαρίων», «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον»). Αυτή η γενναία κατάφαση του προδιαγεγραμμένου τέλους είναι που καταξιώνει το ιστορικό πρόσωπο. Η ψυχαναγκαστική ενασχόληση του Καβάφη με τις αλλεπάλληλες ταλαντώσεις της Ιστορίας αποτελεί απλώς το ιδιοφυές πρόσχημα για την εις βάθος πραγμάτευση των αιώνιων σταθερών: του γήρατος, της φθοράς και του θανάτου. Ο ερειπιώδης «αισθητής» του ανήκεστου, ψαύοντας απεγνωσμένα τις σκιές που ρίχνει η αποκρουστική λάμπα στο διαρκώς μονήρες δωμάτιο, βουλιάζει στο έρεβος της μνήμης πενθώντας για τον εσαεί χαμένο χρόνο, για το εφηβικό σώμα της επιθυμίας που βέβηλα αποδεκατίστηκε.

Η Κική Δημουλά, αδιαμφισβήτητο κεφάλαιο των ευρωπαϊκών γραμμάτων, λοιδορήθηκε απηνώς από τους μοχθηρούς εργολάβους του συντεχνιακού κατεστημένου. Οι αιτιάσεις εναντίον της μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο σκέλη: στις αντιρρήσεις αναφορικά με αυτό καθεαυτό το ποιητικό της έργο, και σ’ εκείνες που στοχεύουν στο πρόσωπο Δημουλά, τη σχέση της με τη δημοσιότητα, τους θεσμούς και το εν γένει «σύστημα». Όσοι διατηρούν αμφιβολίες ως προς την αξία της ποίησής της κάνουν λόγο για εξαντλητική επανάληψη, «κόπωση θεμάτων», περιορισμένο ορίζοντα, στρυφνή εγκεφαλικότητα, αυτάρεσκες λεκτικές ακροβασίες, ακόμη και κιτς αισθητική. Για τους υπόλοιπους, η Δημουλά ευθύς εξαρχής ακολούθησε την πεπατημένη οδό του ευήθους συμβιβασμού, συνεργάστηκε με την εξουσία αποδεχόμενη ασμένως και ανεπιφύλακτα την έδρα της Ακαδημίας και απολαμβάνοντας πλέον την αίγλη ενός πλήρως αναγνωρίσιμου, «θεσμικού» προσώπου. Επιπλέον, η αριστερή εμπροσθοφυλακή, ανασύροντας το αποτρόπαιο ζντανοφικό κατηγορητήριο, της καταλόγισε μια σχεδόν σκανδαλώδη αδιαφορία για τα μείζονα και φλέγοντα κοινωνικά προβλήματα: η εκνευριστικά «απολίτικη» Δημουλά παρατηρεί τα εγκόσμια με τις χρυσοποίκιλτες διόπτρες της έπαρσής της, ακινητοποιημένη στο ασφαλές ύψος του ελεφάντινου πύργου της, και –το κυριότερο– χωρίς καμία διάθεση να καταγγείλει και να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα μιας κοινωνίας απροκάλυπτα δυναστευτικής. Η Δημουλά δείχνει να ενδιαφέρεται, με μια νοσηρή επιμονή, για το πένθος και την απώλεια, τα σκληρά εύρετρα του γήρατος, το τέλος του έρωτα και τη συχνή επίσκεψη της προδοσίας, χωρίς διόλου να την προβληματίζει η αδηφάγος επέλαση του καπιταλισμού και οι νεοφιλελεύθερες βαναυσότητες της τρόικας. Καταδύεται στα παγωμένα ύδατα των φωτογραφιών, υποκύπτει στους αδέξιους συνειρμούς της μνήμης, συγκρούεται ανελέητα με τα λεπιδωτά ελάσματα της έλλειψης, ομνύει με πικρή συγκατάβαση στη στάχτη και τη σκόνη, τα ανέκφραστα βλέμματα των αγαλμάτων, την εξοργιστικά σιωπηλή φύση εκείνες τις οδυνηρές στιγμές της μοναξιάς ή απευθύνεται, μ’ ένα τρομαγμένο αλλά αύθαδες γέλιο, στην άδεια καρέκλα που περιμένει απέναντί της.

Αυτή η εσωστρεφής θέαση των πραγμάτων, ο αμείλικτα ειρωνικός τόνος και η βαθιά ηττοπάθεια καθιστούν την ποίηση της Δημουλά τουλάχιστον ανυπόφορη για όσους αρέσκονται σε υψίφωνους θούριους, στεντόρειες ιαχές και σθεναρά, αιμοχαρή σαλπίσματα. Δυστυχώς γι’ αυτούς, δεν θέλησε ποτέ να στιχουργήσει λιπαρά συναξάρια ταξικής επαγρύπνησης και άκαμπτης κομμουνιστικής ορθοφροσύνης. Υπάρχει ένα αδιόρατο νήμα που συνδέει τη σπουδαία μεταπολεμική ποιήτρια με τον Καρυωτάκη. Αν η πεισιθάνατη διάθεση που διατρέχει ολόκληρο το έργο του αυτόχειρα της Πρέβεζας απωθήθηκε κάτω από τις κοντόφθαλμες παραναγνώσεις των αριστερών μεταπρατών, η έμμονη αυτοαναφορική βύθιση της Δημουλά συναρτήθηκε άμεσα με τον μικροαστικό συντηρητισμό, τη φυγόμαχη δειλία και τον ναρκισσιστικό αναχωρητισμό μιας (προώρως έστω) γηραιάς κυρίας, η οποία, απασχολημένη με τις υποχόνδριες μεταλλαγές της κλονισμένης της ψυχικής διάθεσης, αδυνατεί να σκεφτεί πολιτικά, να κοινωνικοποιηθεί και να κατέλθει –επιτέλους!– στην αγορά προκειμένου να αναμετρηθεί με το θηρίο (ήτοι την αδικία των αστών εκμεταλλευτών απέναντι στα απροστάτευτα πλήθη των εργαζομένων).

Άλλωστε, το μικρόψυχο σινάφι δεν συγχωρεί στη Δημουλά την απρόσμενη όσο και εξακολουθητική δημοφιλία της, η οποία μεταφράζεται σε μια ιδιαίτερα υπολογίσιμη αναγνωσιμότητα. Οι πολλαπλές εκδόσεις των συλλογών της αποστομώνουν όλους εκείνους που συνήθισαν να διακινούν τα πονήματά τους στα αποπνικτικά φιλολογικά πατάρια των κλειστών συνεταιριστικών συμφερόντων, με «τιμής ένεκεν» δωρήματα, φιλικές χειραψίες, πληρωμένες βιβλιοκριτικές και σιελορροούντα διθυραμβικά αφιερώματα. Και ακριβώς επειδή αυτή η ποίηση δεν είναι εύπεπτη, ηχηρή, επαναστατική και πολεμική, μεγαλόστομη και ενθουσιώδης, εθνεγερτική και εθνοσωτήρια, γλοιωδώς ερωτική, λεπταίσθητα μελαγχολική ή δακρύβρεχτα ρομαντική, καταβαραθρώνεται με τη μέγιστη δυνατή μανία.

Οι θρασύδειλοι μύδροι κατά της Δημουλά αποκάλυψαν τα ανίατα συμπλέγματα και τον ρηχό συντηρητισμό μιας Αριστεράς αυτιστικής και δοκησίσοφης, η οποία, όταν εγκαταλείπει τις γελοίες γυμναστικές της και την φαρισαϊκή θρηνολογία υπέρ αδυνάτων, κανοναρχεί εκστρατείες πειθαρχικών διώξεων, σκηνοθετεί λυσσαλέες δίκες προθέσεων και ενορχηστρώνει σωρείες συκοφαντικών επιθέσεων, στο όνομα της μίας και μοναδικής αλήθειας και του ιερού χρέους που αυτή επιτάσσει. Επί ματαίω βέβαια, όπως θα υπογράμμιζε μειδιώντας η σαρδόνια ποιήτρια· η συμπαγής λάμψη του ταλέντου της αρκεί για να διαλύσει τα ισχνά ράκη κάθε σαθρής ιδεολογικής περιχαράκωσης που θέλει να μεταμφιέζεται σε εμπεριστατωμένη αισθητική κρίση.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: