Αμερικάνικα φαντάσματα

fight_club_galaxy_3_wallpaper_by_jizzy2007d3814ni

Ο Τσακ Πάλανιουκ ανεπιφύλακτα συγκαταλέγεται ανάμεσα στους σημαντικότερους λογοτέχνες της τελευταίας εικοσαετίας. Η γραφή του, ανατριχιαστικά ζοφερή και ταυτόχρονα διαβρωτικά αστεία, σφυγμομετρεί τις παθογένειες, τους οραματισμούς και τις ψευδαισθήσεις ενός πολιτισμού που σφαδάζει βυθισμένος στα συντρίμμια της ίδιας του της εξολόθρευσης. Οι παραληρηματικές θεωρίες συνωμοσίας, η αρρωστημένη εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου με την εξωτερική του εμφάνιση, η αποθέωση της ταχύτητας και της εικόνας, η πορνογραφοποίηση της ερωτικής επιθυμίας, η ολοσχερής κυριαρχία ενός καφκικού μηχανισμού ελέγχου της συνείδησης από τα παντοδύναμα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, το σεξ και η παράνοια –οι επάρατες φλεγμονές της Μετανεωτερικότητας, σύμφωνα με τον Μπάλλαρντ–, καθώς και η αγωνιώδης αναζήτηση της αθανασίας σ’ έναν κόσμο αμετάκλητα νεκρό, συγκροτούν τις δεσπόζουσες μυθοπλαστικές σταθερές του ιδιοφυούς Πάλανιουκ.

Το διαβόητο Fight Club, με την αστραφτερή του πρόζα, το στεγνό, φρενήρες ύφος, αλλά κυρίως με το αδυσώπητο χιούμορ του και την ψυχρή, σχεδόν κλινική εικονογράφηση των ρημαγμένων του χαρακτήρων, κεραυνοβόλησε την ανυποψίαστη, ευπειθή ακινησία του αμερικανικού κοινού το 1996. Πρόκειται για αριστουργηματικό μυθιστόρημα, έναν πραγματικό καταιγισμό αχαλίνωτης μαύρης σάτιρας, μηδενιστικής βίας και γκροτέσκας εικονοποιίας. Κάθε πρότασή του μοιάζει άλλοτε με εκτυφλωτικό πυροτέχνημα και άλλοτε με αιμοσταγή έκρηξη δυναμίτη. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο της αφήγησής του. Το Fight Club θα μπορούσε να διαβαστεί ως κατεδαφιστική παρωδία των νιτσεϊκών επεξεργασιών περί υπερανθρώπου και αιώνιας επιστροφής. Οι θανατολάγνες, αποκαλυψιακές φαντασιώσεις του αφηγητή, πλήρως εναρμονισμένες στην παραισθησιογόνο ατμόσφαιρα που δημιούργησε η εποχή της προσομοίωσης, δείχνουν να έχουν δραπετεύσει από τα οριακά αφηγήματα του Μπατάιγ ή του Κλοσοφσκί. Στο απόλυτα ρευστό, ασεβώς ειρωνικό σύμπαν του Πάλανιουκ, ο αναγνώστης αδυνατεί να καταλήξει σε ασφαλή, οριστικά συμπεράσματα αναφορικά με το βαθύτερο ιδεολογικό στίγμα της «Ομάδας Πάλης» του Τάιλερ Ντάρντεν, πολιτογραφώντας τον, ελαφρά τη καρδία, «αναρχικό», «φασίστα» ή «επαναστατημένο νιχιλιστή». Στις κάθιδρες αρένες του Fight Club αποδομείται, με ανελέητο σαρκασμό, η πλειονότητα των στερεοτύπων του δυτικού λογοκεντρισμού για το σώμα, το φύλο, την υγεία, την οικογένεια και τη σεξουαλικότητα. Το περίφημο σαπούνι του Ντάρντεν δεν παρασκευάζεται από τα κατάλοιπα αποτεφρωμένων Εβραίων στα ναζιστικά κρεματόρια, αλλά από τις λιποαναρροφήσεις πλουσίων –πλην παχύσαρκων– γυναικών. Η ακατάσχετη συνωμοσιολαγνία, η βάναυση κριτική του καταναλωτικού τρόπου ζωής, τα μισανθρωπικά ντελίρια και οι εσχατολογικές διακηρύξεις για το αναπόφευκτο τέλος του σύγχρονου πολιτισμού δημιουργούν έντονες αναλογίες με τη λογοτεχνία του Μπάλλαρντ, του Κούβερ και του ΝτεΛίλλο. Η Αμερική αναδεικνύεται σε εξακολουθητικά αγαπημένο θέμα των ριψοκίνδυνων μυθοπλαστικών ακροβασιών του αιρετικού συγγραφέα: άλλοτε στυγερό καρναβάλι ωμοτήτων και τερατωδιών, άλλοτε χρυσοποίκιλτο τηλεοπτικό στούντιο-μαιευτήριο των πιο έξαλλων θαυμάτων.

Το Fight Club σκιαγραφεί, αναμφίβολα, μια μεταμοντέρνα δυστοπία: την εποχή της εκπλήρωσης του αμερικανικού ονείρου και της ογκώδους, έκλυτης ευμάρειας, όπου το θέαμα, η διαφάνεια και η προσομοίωση έχουν εξαπλωθεί ραγδαία, η ανθρώπινη ψυχή ενσαρκώνει την κατεξοχήν «έρημο του πραγματικού». Σε αντίθεση με τις μείζονες δυστοπικές αφηγήσεις του μοντερνισμού, στον μεταμοντερνισμό η δυστοπία, κατά κάποιο τρόπο, συστέλλεται, αποκτώντας ατομικά χαρακτηριστικά, δηλαδή διαστάσεις ανθρώπινου μυαλού. Τα σύνεργα επιβίωσης σ’ αυτό τον «θαυμαστό χαώδη κόσμο» είναι η παράνοια και η συνωμοσιολογία. Πρόκειται για νέες, ιδιόρρυθμες και αποκλίνουσες νησίδες συλλογικότητας, ενάντια στη μοναξιά και την αλλοτρίωση του κατακερματισμένου μητροπολιτικού εαυτού. Η δυστοπική αυτή μυθιστοριογραφία αναφέρεται κατά κύριο λόγο σε εσωτερικά τοπία, παραμορφωτικές προβολές και απεικονίσεις του υποσυνειδήτου. Εν ολίγοις, ο πυρήνας της μεταμοντέρνας δυστοπίας βρίσκεται μέσα μας, στα μύχια της ψυχής του μετανεωτερικού υποκειμένου. Γι’ αυτό ίσως συμβαίνει μια ουσιαστική μεταβολή, σε σχέση με τις προηγούμενες λογοτεχνικές δυστοπίες (Εμείς, 1984, Θαυμαστός καινούργιος κόσμος κ.ά.): το «δυστοπικό» δεν αφορά πλέον σ’ ένα μακρινό μέλλον όπου ο πλανήτης έχει καταστραφεί ή ποδηγετείται από παντοειδή ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά σ’ ένα άτομο αποκλειστικά (όπως στο Fight Club, την Αμερικανική ψύχωση του Έλλις, το Κοσμόπολις του ΝτεΛίλλο) ή μια ομάδα ατόμων (επί παραδείγματι, οι εθισμένοι στις αυτοκινητιστικές συγκρούσεις του Crash, η σέχτα που εφορμά εναντίον της ομορφιάς στο Invisible monsters του Πάλανιουκ ή οι δυσλειτουργικές «οικογένειες» του Πάθους της Νέας Εύας της Άντζελα Κάρτερ), τα οποία δρουν απομονωμένα από την υπόλοιπη κοινωνία. Η δυστοπία βιώνεται στον ανοίκειο τόπο του υποσυνειδήτου, ως σχιζοφρενική ιδεοληψία, θανάσιμη εμμονή ή σκοτεινή ψύχωση. Υπάρχει, παράλληλα, μια υποχώρηση ή διάχυση του πολιτικού στοιχείου: συνήθως η πολιτική ταυτίζεται τώρα με την τρομοκρατία, ως το άκρον άωτον μιας επιδειξιομανούς ιλιγγιώδους παράκρουσης.

Με το Είμαστε όλοι στοιχειωμένοι, ο Πάλανιουκ παρωδεί εξονυχιστικά τη μανιώδη εξάπλωση των reality shows που σημάδεψε την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, προς επίρρωση των βλοσυρών προφητειών ενός Μποντριγιάρ ή ενός Φίλιπ Ντικ: δεκαοχτώ πρόσωπα αποφασίζουν να επαναλάβουν το εμβληματικό γοτθικό πείραμα της Βίλας Ντιοντάτι, συμμετέχοντας σ’ ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής υπό τη διεύθυνση ενός περίεργου «ετοιμοθάνατου άντρα». Εγκλωβισμένοι στο σκιερό, απέραντο οίκημα, κολασμένο «Μουσείο» της βασανιστικής πραγματικότητάς τους, γράφουν ποιήματα και διηγήματα εμπνευσμένα από τις προσωπικές τους εμπειρίες. Ωστόσο, ο λαβύρινθος όπου διαμένουν αρχίζει να μετατρέπεται σ’ έναν δηλητηριώδη ιστό, μια εφιαλτική παγίδα θανάτου: ένας ένας, οι επίδοξοι συγγραφείς δολοφονούνται φρικτά. Σ’ αυτό το μεταμοντέρνο στρατόπεδο συγκέντρωσης, η Νέα Εποχή και το σκωληκόβρωτο κουφάρι του παρισινού Μάη εκτρέφουν τα εκτρωματικά τρωκτικά τους. Εδώ η γλώσσα του Πάλανιουκ άλλοτε γίνεται αγοραία τηλεοπτική, φλερτάροντας με το κραυγαλέο, πολύχρωμο κιτς των καλωδιακών καναλιών και άλλοτε αποτίει υποδόριους φόρους τιμής στην αιμόφυρτη αισθητική των φτηνών ταινιών τρόμου που γαλούχησαν τις ονειρώξεις του μέσου Αμερικανού εφήβου. Το Είμαστε όλοι στοιχειωμένοι αποτελεί το πλέον φιλόδοξο μυθιστορηματικό σύνθεμα του Πάλανιουκ, έναν ιδιότροπο, sui generis μεταμυθοπλαστικό καμβά, ο οποίος συναιρεί και δεινώνει όλα τα θεματικά και υφολογικά γνωρίσματα της επώδυνης λογοτεχνίας του.

Ο Πάλανιουκ είναι εξόχως δημοφιλής στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, γεγονός αξιοθαύμαστο, δεδομένης της ιδιοσυγκρασιακής θεματικής αλλά και της απαιτητικής, δύσκαμπτης γραφής του. Μοιάζει αρκετά με το άλλο «τρομερό παιδί» της γενιάς του MTV και της τεφρής, χημικής νεολαίας των nineties, τον Μπρετ Ήστον Έλλις, η Αμερικανική Ψύχωση του οποίου σόκαρε τους αμύητους αναγνώστες με τον σαδισμό και την ιδεοψυχαναγκαστική απάθεια του παράφρονα πρωταγωνιστή. Ο Έλλις, διεισδυτικός ανατόμος των πεθαμένων ψυχών της μετακαπιταλιστικής κοινωνίας της –bigger than life– διαφήμισης, θήτευσε εποικοδομητικά στις αιχμηρές ταλαντώσεις των έργων των Πίντσον και του ΝτεΛίλλο, για να μας παραδώσει μια σειρά αληθινά μεταμοντέρνων μυθιστορημάτων που ανιχνεύουν τις ανεξίτηλες ουλές του μεταπολεμικού συλλογικού τραύματος, του τραύματος που κληροδότησαν το άδοξο Τέλος της Ιστορίας και ο πανηγυρικός Θάνατος του Νοήματος. Ηδονοθήρας και μισογύνης, ο Πάτρικ Μπέητμαν της Αμερικανικής Ψύχωσης συνιστά μια γιγαντωμένη εκδοχή των διεστραμμένων εστέτ του Ουάιλντ και του Υσμάν: τα αποτρόπαια φονικά κρεσέντο του πρέπει να ερμηνευθούν ως οι αισθητικές πραγματώσεις μιας λεπταίσθητης καλλιτεχνικής φύσης. Οι νόμοι της έλξης, πολυφωνικό αφήγημα με τη μορφή θραυσματικών ημερολογιακών καταγραφών, εικονίζει με απαράμιλλη κινηματογραφική μαεστρία στιγμιότυπα από την κωμικοτραγική ζωή μιας συντροφιάς φοιτητών σ’ ένα αμερικανικό πανεπιστήμιο της «αθώας», ψευδεπίγραφα ευφορικής, ποπ δεκαετίας του ’90. Οι ήρωες, στην πλειονότητά τους γόνοι εκατομμυριούχων, περιφέρονται ως εφήμερα ανθρώπινα ράκη και αναλώνονται στο τυφλό κυνήγι του πρόσκαιρου σεξ, στην κίβδηλη σαγήνη των ουσιών και την παροξυσμική μανία της υπερκατανάλωσης.

Τα πυρετώδη αυτά μυθιστορήματα αποτυπώνουν, ελλειπτικά και σαρδόνια, πτυχές από τη δυσκίνητη καθημερινότητα βαθιά ηττημένων ανθρώπων, όντας τραχιές, οξικές χρονογραφίες του παρόντος μας ή, μάλλον χειρότερα, του εν πολλοίς καθορισμένου μέλλοντός μας.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

2 thoughts on “Αμερικάνικα φαντάσματα

  1. Βασίλειος Χατωνίδης Οκτώβριος 13, 2014 στο 15:32

    Εξαιρετικό άρθρο Θοδωρή για έναν πολύ αγαπημένο συγγραφέα. Ευχαριστούμε!

    Μου αρέσει!

  2. Θοδωρής Σταμάτης Οκτώβριος 13, 2014 στο 16:25

    Σ’ ευχαριστώ, Βασίλη! Κάθε μυθιστόρημα του Πάλανιουκ αποδεικνύεται μια πολλαπλώς συναρπαστική εμπειρία.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: