Δυοχιλιαδεςογδοντατρια ΙΙΙ

6237

Θάσος, 16 Οκτωβρίου 2083

Αγαπημένε μου Πελεκάνε,

Ζητώ συγγνώμη που καθυστέρησα τόσο πολύ να σου απαντήσω, αλλά έλαβα το γράμμα σου μόλις χθες το βράδυ. Ο Ζ-108 έφτασε εδώ μόλις άρχιζε να σουρουπώνει και σε συνθήκες απόλυτης μυστικότητας. Υποψιάζεται πως παρακολουθείται, γι’ αυτό οι μεταφορές των μηνυμάτων εφεξής θα πραγματοποιούνται σε πιο αραιά διαστήματα, τουλάχιστον μέχρι να τους αποπροσανατολίσει. Αυτά ακριβώς μου είπε, τρομερά αγχωμένος. Καθόλου δεν τον εμπιστεύομαι. Είναι στιγμές που το μοχθηρό, άπληστο βλέμμα του με τρομάζει. Νομίζω πως επινόησε τα περί σοβαρού κινδύνου σύλληψής του, προκειμένου ν’ αυξήσει περισσότερο τα κόμιστρα. Από την άλλη, ίσως να εργάζεται για την Κυβέρνηση, συγκεντρώνοντας πληροφορίες για επικείμενες «αντικρατικές ενέργειες». Ωστόσο, μας είναι ακόμη πολύτιμος. Τουλάχιστον μέχρι ν’ αποκατασταθεί το δίκτυο επικοινωνίας ή να βρεθεί κάποιος πιο έμπιστος ταχυδρόμος. Χθες, τον συνόδευε ένα κορίτσι, όχι μεγαλύτερο από δεκάξι ετών. Ήταν εκπληκτικής ομορφιάς και φορούσε μονάχα μια γαλάζια γούνα από αλεπού. Το εντυπωσιακά λευκό δέρμα της και τα σχεδόν ασημένια μαλλιά της έδειχναν πως μάλλον είχε βόρεια καταγωγή. Ο λαιμός της ήταν καλυμμένος από πολλά μεταλλικά ελάσματα, απ’ αυτά που χρησιμοποιούν ως κοσμήματα μερικές ιθαγενείς της αφρικανικής ηπείρου. Μου τη σύστησε ως Ιουλιέττα, λέγοντας πως εκτελεί χρέη διερμηνέως. Συχνά πυκνά, ο Ζ-108 προσπαθούσε να της χαϊδέψει τα στήθη, αλλά αυτή τραβιόταν απότομα, απομακρύνοντάς τον, μέχρι που ξαφνικά του δάγκωσε το χέρι. Αίμα άρχισε να τρέχει απ’ την πληγή, ώσπου εκείνος έβγαλε ένα δυνατό ουρλιαχτό, φωνάζοντάς της «αυτό θα μου το πληρώσεις, μικρή πουτάνα». Ήθελα να βοηθήσω το καημένο το κορίτσι, αλλά, προτού προλάβω ν’ αρθρώσω λέξη, κρύφτηκε τρέχοντας στο υποβρύχιο. Ο Ζ-108, μου είπε, γλείφοντας με μανία το τραύμα του, που φαινόταν βαθύ: «Την αγόρασα σ’ ένα από ταξίδια μου στη Νορβηγία. Η ετοιμοθάνατη μητέρα της, άσπρη σαν το πανί και φαλακρή από τη ραδιενέργεια, λίγο πριν ξεψυχήσει μ’ έβαλε να της υποσχεθώ πως θα φροντίζω να μην της λείψει τίποτα. Έδωσα στον αδερφό της δέκα χρυσά νομίσματα, με τα οποία θα επισκεύαζε τη στέγη του σπιτιού τους και θ’ αγόραζε προμήθειες για ένα μήνα. Είναι λιγάκι άγρια η σκρόφα, αλλά θα τη στρώσω, που θα μου πάει.»

Δυστυχώς, η παρανοϊκή Γαλλίδα δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Τη στιγμή της έκρηξης καταπλακώθηκε από τα ερείπια και τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι. Όταν τη μετέφεραν στο νοσοκομείο είχε ήδη καταλήξει. Έφυγε, παίρνοντας μαζί της κάθε επιπλέον πληροφορία σχετικά με το αινιγματικό της ειδύλλιο με τον Φωτεινό. Τ’ όνομά της ήταν Ζενεβιέβ Μοντρεάκ και δεν είχε κοντινούς συγγενείς. Ζούσε απομονωμένη στη Θάσο εδώ και πολλά χρόνια. Δεν συνήθιζε επ’ ουδενί να μιλά σε αγνώστους και, όπως σου είπα, την προσέγγισα μετά από επανειλημμένες και επίμονες προσπάθειες. Έπρεπε να την πείσω πως αγαπώ τον Φωτεινό εξίσου μ’ αυτήν. Ήθελε, λοιπόν, να της διαβάσω μερικές σελίδες από τη μεταπτυχιακή μου εργασία. Έδειξε συγκλονισμένη από τον τόσο πλούσιο διακειμενικό διάλογο της πεζογραφίας του Φωτεινού με τους μυστικιστές του Μεσαίωνα. «Μα ήταν κι αυτός αλχημιστής» μου είπε κάποια στιγμή. Το παράδοξο είναι πως οι παρατηρήσεις της αποδείχθηκαν εξαιρετικά διεισδυτικές, εκπέμποντας μια κρυστάλλινη διαύγεια, σπάνια για άνθρωπο που δεν ασχολείται με τη λογοτεχνία. Και σ’ αυτό το σημείο έκανα λάθος: για τη δεσποινίδα Μοντρεάκ δεν υπήρχε άλλη λογοτεχνία εκτός από αυτή του Φωτεινού. Ήξερε ολόκληρο το έργο του απ’ έξω και, για του λόγου το αληθές, μου απήγγειλε ένα μεγάλο τμήμα της Σφαγής από στήθους. Μάλιστα, επαναλάμβανε συνέχεια δακρυσμένη πως το πιο ερωτικό κείμενο του Φωτεινού γράφτηκε γι’ αυτήν. «Είμαι εγώ. Μονάχα εγώ. Πρέπει να με πιστέψεις. Διώξε τις λέξεις και τότε θα μπορέσεις να με δεις.» Ακόμη δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τις δραματικές εκμυστηρεύσεις της δεσποινίδος Ζενεβιέβ. Υπήρξε πράγματι ερωμένη του ή πρόκειται για μια σχιζοφρενή θαυμάστρια που κατασκεύασε αυτό το ευφάνταστο, βαρύγδουπο ρομάντζο; Οι επιστολές που είχε στην κατοχή της, όμως, ανήκαν πέραν πάσης αμφιβολίας στον Φωτεινό. Θ’ αναγνώριζα τον μπαρόκ γραφικό του χαρακτήρα από χιλιόμετρα. Πρόλαβα να διαβάσω μόνο την πρώτη παράγραφο του τελευταίου του γράμματος, την οποία φυσικά αποτύπωσα αυθωρεί στη μνήμη μου: «Μετά από εκείνο το ταξίδι στη Βενετία συνειδητοποίησα το στυγερό καθήκον που μου υπαγόρευε η μοίρα. Πρέπει να ετοιμασθώ. Γιατί δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Ορίσθηκε το σχέδιο και με περιμένουν. Κι εσύ, λυπημένο μου άλμπατρος, θα είσαι αυτή που θα με συνοδεύσει. Ξέρω πως σε σκοτώνω, αλλά δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Η πιο αφοσιωμένη μου, η πιο λαμπρή μου δούλα. Θα εξημερώσεις τα θηρία για χάρη μου. Προορισμένη και με μια συντριπτική ευτυχία κι όχι επειδή μου το χρωστάς. Ύστερα θ’ ακούσουμε μαζί το κλάμα των Σειρήνων.» Κατά τα λεγόμενα της Μοντρεάκ, ο Φωτεινός τής ζητούσε να τον σκοτώσει και μετά ν’ αυτοκτονήσει. «Όμως ήμουν δειλή, ακριβέ μου. Πρόστυχη και δειλή. Ήσουν ανέκαθεν δικός μου. Ο πένθιμος πρίγκιπάς μου, ο κραταιός πολεμιστής. Κανέναν θάνατο δεν θ’ άφηνα να μας χωρίσει. Όχι λοιπόν αυτό. Ο,τιδήποτε άλλο εκτός από αυτό» ψιθύριζε βουρκωμένη. Μετά στράφηκε προς εμένα γεμάτη μίσος: «Τίποτα δεν θα σου δώσω. Θα κάψω αυτά τα γράμματα και θα σκορπίσω τις στάχτες τους στο κύμα. Δεν θέλω να γράψεις ποτέ ξανά γι’ αυτόν. Είναι δικός μου τώρα. Αστραφτερή ιδιοκτησία μου και κανείς δεν θα τον αγγίξει εκτός από μένα» φώναξε με σκληρότητα και χάθηκε στις αναμνήσεις της. Κι ενώ ετοιμαζόμουν να συνεχίσω την ανάγνωση, μας πρόλαβε η έκρηξη. Κατηγορώ τον εαυτό μου που δεν προνόησα να διασώσω εκείνα τα γράμματα. Ίσως κάποτε να ολοκληρώσω τη διατριβή μου. Συνεχίζω, όπως βλέπεις, να ελπίζω πως το σκοτάδι της βαρβαρότητας αργά ή γρήγορα θα διαλυθεί.

Αυτό το διάστημα η αποκρυπτογράφηση του εξωγήινου κώδικα μ’ έχει απορροφήσει πλήρως. Είμαι στην ευχάριστη θέση να σου ανακοινώσω πως το μεγαλύτερο τμήμα της έχει περατωθεί. Και αυτό χάρη στην ανεκτίμητη συμβολή του βοηθού μου Ριχάρδου. Εργαζόταν πυρετωδώς τους τελευταίους έξι μήνες, ακόμη και δεκαπέντε ώρες το εικοσιτετράωρο. Είναι μόλις εικοσιοκτώ ετών αλλά οι γνώσεις του σε καθηλώνουν. Το εκπληκτικό, βέβαια, είναι πως ο Ριχάρδος αδυνατεί να εκτελέσει και την παραμικρή πρακτική εργασία. Όντας δε τόσο αδέξιος και μεγαλόσωμος, θέτει διαρκώς σε κίνδυνο την ακεραιότητα του εργαστηρίου. […] Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω πως αυτή η Βάλια ξαναβρέθηκε στο δρόμο σου. Θυμάμαι πόσο σου άρεσε τότε. Μου μιλούσες συνέχεια γι’ αυτήν με ενθουσιασμό, αρκετό καιρό μετά την τυχαία μας συνάντηση στο βαγόνι εκείνου του τρένου για τη Θεσσαλονίκη. Και, παρότι δεν ήθελα να το παραδεχθώ τότε, ήταν πανέμορφη. Στ’ αλήθεια συγκατοικείτε; Σε ζηλεύω, πολυαγαπημένε μου φίλε. Μοναδική μου παρέα στο νησί είναι ο Ριχάρδος και η οικογένειά του. Η γυναίκα του, παρ’ όλες τις συχνές κρίσεις πανικού και τον υστερικό υπερπροστατευτισμό απέναντι στον γιό της, φέρεται πάντα με καλοσύνη και εγκαρδιότητα. Στη μαγειρική, επίσης, μεγαλουργεί. […]

[Συνεχίζεται]

Χρήστος Pistou

Advertisements

Tagged: ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: