Έρημοι, πτώματα και άδεια κελύφη

1-desert-curves-black-and-white-photography-by-ivan-slosar

Στις 6 Μαρτίου 2007 η λευχαιμία εξαχνώνει τον Ζαν Μποντριγιάρ, έναν από τους σημαντικότερους διανοητές των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ρηξικέλευθος σημειολόγος της μεταμοντέρνας παράνοιας, βλοσυρός φιλόσοφος των ερειπίων, ανελέητος σαρκαστής κάθε «ζωτικής μας αυταπάτης», ο Μποντριγιάρ μάς χάρισε μια πλειάδα λεπτοφυών, θανατηφόρων ασκήσεων θεωρητικής τρομοκρατίας, βέβηλων παραδοξογραφημάτων που ομφαλοσκοπούν τις ζοφερές φαντασιώσεις της σύγχρονης αποκάλυψης.

Τα πρώτα βιβλία του, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 (Το σύστημα των αντικειμένων, η Καταναλωτική κοινωνία και το Για μια κριτική της πολιτικής οικονομίας του σημείου), κινούνται εντός του πλαισίου της νεομαρξιστικής κριτικής των καπιταλιστικών κοινωνιών που άσκησε η Σχολή της Φραγκφούρτης (μέσω του Αντόρνο και, κυρίως, του Μαρκούζε). Ο Μποντριγιάρ γράφει για την επένδυση των αντικειμένων μ’ ένα σύστημα σημείων και συμβόλων, το οποίο υπερβαίνει τη χρηστική/ανταλλακτική τους αξία, προσδίδοντάς τους δύναμη, εξουσία ή κύρος (όπως, φερ’ ειπείν, η κατοχή ενός πολυτελούς αυτοκινήτου). Για τον πρώιμο Μποντριγιάρ, η καταναλωτική κοινωνία δομείται με βάση τη διαδικασία της πραγμοποίησης, σύμφωνα με την οποία τα εμπορεύματα τείνουν να κυριαρχούν επί των ανθρώπων, αλλοτριώνοντάς τους. Στην προκλητική Καταναλωτική κοινωνία, υπάρχουν μερικοί εξόχως εμπρηστικοί στοχασμοί για το κιτς, την εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου με τα gadgets, αλλά και τη σταδιακή «εμπορευματοποίηση» του ίδιου του ανθρώπινου σώματος.

Η πραγματική τομή, ωστόσο, επέρχεται με τον Καθρέφτη της παραγωγής, όπου ο Μποντριγιάρ απομακρύνεται πλήρως από τις νεομαρξιστικές καταβολές του: ο κλασικός μαρξισμός, ακινητοποιημένος σε μια πολιτική οικονομία της παραγωγής, δεν αποτελεί παρά μια αντανάκλαση της αστικής/καπιταλιστικής/καταναλωτικής κοινωνίας, η οποία, κατά κάποιο τρόπο, φετιχοποιεί την παραγωγή, ανάγοντάς την σε δεσπόζουσα οργανωτική της αρχή. Στο Συμβολική ανταλλαγή και θάνατος, ο Γάλλος στοχαστής απορρίπτει την ορθολογιστική, οικονομίστικη και εργαλειακή θέσμιση του νεωτερικού κόσμου, στρεφόμενος σε προνεωτερικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, με βάση τις θεωρίες του Μπατάιγ για τη δαπάνη και του Μως για το δώρο. Σε αντίθεση με την ωφελιμότητα, την κατανάλωση και το κέρδος, ο Μποντριγιάρ επικροτεί τη «συμβολική ανταλλαγή», μέσω της θυσίας, της καταστροφής και του ξοδέματος άνευ όρων.

Το Ομοιώματα και προσομοίωση, εμβληματικό magnum opus της μεταμοντέρνας θεωρίας, εισάγει την έννοια της προσομοίωσης, του διηνεκούς παιχνιδιού των εικόνων και των συμβόλων, η οποία αντικατέστησε την παραγωγή. Πρόκειται για ιογενή, μεταστατική ανα-παραγωγή σημειακών κωδίκων από μια σειρά «προσομοιωτών» (τηλεόραση, διαδίκτυο), που απομιμούνται και αντικαθιστούν την απεμπλουτισμένη πραγματικότητα. Ο Μποντριγιάρ, τηρουμένων των αναλογιών, ωθεί στα άκρα την αντίληψη του Πλάτωνα για τον αισθητό κόσμο: αυτός απαρτίζεται από αναρίθμητα είδωλα ειδώλων, τα οποία πολλαπλασιάζονται αδιάκοπα και, το κυριότερο, δεν έχουν αντικείμενα αναφοράς, δεν κατοπτρίζουν τίποτα. Έτσι, οι μάζες, δέσμιες σε μια ειρκτή σαγηνευτικών προσομοιώσεων, συνιστούν «σιωπηλές πλειονότητες», αδύναμες να χειραφετηθούν, χάνοντας όχι μόνο την «ταξικότητά» τους, αλλά και την ίδια την κοινωνική τους ταυτότητα. Βιώνουμε, γράφει ο Μποντριγιάρ, το τέλος του κοινωνικού και τον θάνατο της πολιτικής. Οι «μεγάλες αφηγήσεις» της επανάστασης και της απελευθέρωσης έχουν οριστικά καταρρεύσει. Αργότερα, ο Γάλλος φιλόσοφος θα κάνει λόγο για υπερσάρκωση, ήτοι για αλματώδη υπερέκκριση πληροφοριών, αγαθών, συμβόλων και αντιγράφων, η οποία δημιουργεί ένα αδιαπέραστο, απόρθητο δίκτυο «υπερπραγματικότητας». Αυτός ο κορεσμός έχει ως αποτέλεσμα μια εντροπική σχεδόν καταβύθιση, μια απαθή απορρύθμιση των ανθρώπων που βασανίζονται από μια υπερκχειλίζουσα πληρότητα.

Η προσομοίωση, λοιπόν, περιγράφει το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της μετανεωτερικής κοινωνίας. Η μαρξική κοσμοθεωρία που ερμηνεύει τον κόσμο βάσει των απαράβατων νόμων μιας πολιτικής οικονομίας της παραγωγής καθίσταται αναποτελεσματική, ακριβώς εξαιτίας του ότι αποδεικνύεται τερατωδώς απλουστευτική όσο και προ πολλού παρωχημένη. Ο Γάλλος στοχαστής υποστηρίζει πως η υπερπραγματικότητα έχει αντικαταστήσει την πραγματικότητα: πρόκειται για έναν ιϊκό, καρκινικό πολλαπλασιασμό ομοιωμάτων χωρίς σταθερό αντικείμενο αναφοράς στην «ιστορική» πραγματικότητα ή κάποιο άλλο αρραγές οντολογικό θεμέλιο. Κάθε τι συνιστά ομοίωμα ομοιωμάτων στη νιοστή δύναμη. Πρέπει, νομίζω, να εξηγήσουμε την προσομοίωση ως έναν ιδιότυπο, διεστραμμένο μηχανισμό σημειοδότησης και, ως έναν βαθμό, παθητικής «συμβολοποιίας». Ο Μποντριγιάρ κάνει διαρκώς λόγο για μια θεμελιώδη μετατόπιση από τον νεωτερικό ανθρωπισμό στη μετανεωτερική πραγμοποίηση: διανύουμε έναν προηγμένο και ψυχρό «πολιτισμό» των αντικειμένων, όπου τα καταναλωτικά αγαθά έχουν χάσει την πρωτογενή ανταλλακτική τους αξία, ραγδαία μετατρεπόμενα σε ισχυρά σύμβολα πανανθρώπινης, σχεδόν αρχετυπικής εμβέλειας. Η συγκεντρωτική καπιταλιστική οικονομία αντικαταστάθηκε από μια αυτοαναφορική, τελετουργική συμβολική ανταλλαγή, μια νέα όσο και παντοδύναμη μεταμοντέρνα μυθολογία.

Σε αντίθεση με τον Λυοτάρ, ο οποίος χαιρέτησε με ενθουσιασμό τον σαρωτικό θάνατο των μεγάλων αφηγήσεων, ο Μποντριγιάρ υπήρξε μέχρι τέλους κυνικά απαισιόδοξος. Οι νεοφανείς «μετα-αφηγήσεις» επιμένουν, παρά τη φαινομενική αποσπασματικότητα και την προσχηματική εναντίωσή τους στις ολικές ερμηνείες του κόσμου, να αποβαίνουν βαθιά ελεγκτικές και εξουσιαστικές. Το εγγενώς ψευδαισθητικό σύμπαν της διογκούμενης υπερπραγματικότητας είναι μια μηχανή ακατάσχετης, μολυσματικής έκκρισης απεικασμάτων. Η τηλεόραση και, πολύ περισσότερο, το διαδίκτυο μοιάζουν να εγκολπώνονται εναργέστατα το υπερπραγματικό. Η ηλεκτρονική κοινότητα του Facebook και των συναφών σελίδων «κοινωνικής δικτύωσης» αντιπροσωπεύει την καταιγιστική εισβολή της προσομοίωσης στην «πραγματική» ζωή. Η υπερπραγματικότητα δεν καταργεί ούτε ακυρώνει την πραγματικότητα˙ την επεκτείνει, τη διαστρέφει και την παραμορφώνει, προστιθέμενη βίαια πάνω της, διασαλεύοντας και αποσαθρώνοντάς την. Θα μπορούσαμε, καθ’ υπερβολή, να χρησιμοποιήσουμε την ιατρική μεταφορά της επιθετικής μεταστατικής νεοπλασίας. Αυτή η συλλογική φαντασίωση δεν βιώνεται ως μια σύντομης διάρκειας ευφορική παραίσθηση, ούτε μπορεί να διακριθεί επαρκώς από την «αντικειμενική» πραγματικότητα. Ο Μποντριγιάρ διακηρύσσει πως η υπερπραγματικότητα αναγιγνώσκεται ως η μόνη υπαρκτή πραγματικότητα. Το πραγματικό έχει καταστεί ένας ημιθανής, καθημαγμένος και απισχνασμένος κενός χώρος, ένας άδειος πυρήνας που περιβάλλεται από άπειρα, παραπληρωματικά στρώματα ομοιωμάτων, μια εκτρωματική ρώσικη κούκλα που θέλει να διαιρείται επ’ άπειρον.

Επιπλέον, ο Μποντριγιάρ γράφει για μια ριζική και ολοκληρωτική αισθητικοποίηση της πραγματικότητας. Κάθε πτυχή του κοινωνικού γίγνεσθαι έχει προ πολλού μετατραπεί σε καλλιτεχνικό «γεγονός», με αποτέλεσμα τη δραματική αποδυνάμωση του ίδιου του καλλιτεχνικού φαινομένου. Η ζωή αντιμετωπίζεται ως τέχνη, δηλαδή ως ακραίο, τεχνητό και επινοημένο αισθητικό συμβάν, ώστε η δραστικότητα κάθε καλλιτεχνικής πράξης αναπόφευκτα να εξασθενεί, αφού προσκρούει στην εκθαμβωτική επιφάνεια της παράλογης, υπερβολικής «γεωμετρίας» των αλλεπάλληλων ομοιωμάτων.

Στην αριστουργηματική Διαφάνεια του κακού, ο Μποντριγιάρ απομακρύνεται τελείως από τις συμβάσεις του αυστηρού ακαδημαϊκού λόγου, υιοθετώντας ένα παιγνιώδες, λογοτεχνικό και εντυπωσιοθηρικό ιδίωμα. Η γραφή του γίνεται συνειρμική, ελλειπτική και αποσπασματική, επιλέγοντας την ερμητικότητα του αφορισμού και αδιαφορώντας συχνά για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών της.

Είδαμε πως η μετανεωτερική εποχή δεν δομείται πάνω στην παραγωγή, αλλά στην προσομοίωση, μέσω μιας ατέρμονης ανα-παραγωγής συμβόλων και εικόνων χωρίς ανάφορα. Σύμφωνα με τον Μποντριγιάρ, η πραγματικότητα έχει ανεπανόρθωτα εξουθενωθεί, αν όχι εκλείψει, έχοντας αντικατασταθεί από λαβυρινθώδεις αναπαραστατικούς μηχανισμούς που την προσομοιώνονται. Όπως θ’ αρθρώσει ο αινιγματικός Μορφέας του Matrix στον Νίο, «καλωσορίσατε στην έρημο του πραγματικού», τον άνυδρο, αποσυμβολοποιημένο εκείνο τόπο της απόλυτης διαφάνειας. Ο Μποντριγιάρ θα σκιαγραφήσει έναν μετανεωτερικό κόσμο ενδόρρηξης, όπου κάθε αυτόνομη σφαίρα της κοινωνίας ή του πολιτισμού (φύλα, σεξουαλικότητα, πολιτική, τέχνη) διαχέεται η μία μέσα στην άλλη, εξαλείφοντας οποιαδήποτε ορατή και εμφανή διαφοροποίηση. Το «τέλειο έγκλημα» είναι ο ίδιος ο θάνατος της πραγματικότητας και η αντικατάστασή της από τη σαγήνη της αυταπάτης, την ανεξέλεγκτη υπερσυσσώρευση ομοιωμάτων σ’ έναν κόσμο χωρίς κανένα οντολογικό θεμέλιο. Η ίδια η Ιστορία (ως νεωτερική σύλληψη) έχει οριστικά τελειώσει, όχι με τον κατά Φουκουγιάμα θρίαμβο του καπιταλισμού, αλλά εξαιτίας της σκανδαλώδους ακινησίας που επιτάσσει η προσομοιωμένη υπερπραγματικότητα. Ακόμη και η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, παρότι ανέκοψε την «απεργία των συμβάντων», διεξήχθη με όρους θεάματος, εν είδει ενός μακάβριου, πολύνεκρου happening.

Για τον Μποντριγιάρ, το «τέλειο έγκλημα» είναι ο ίδιος ο θάνατος της πραγματικότητας, η μη αναστρέψιμη ερημοποίησή της, με την έννοια της εξάλειψης κάθε υπερβατικότητας μέσα σ’ έναν κόσμο που χειραγωγείται από την αυταπάτη του ομοιώματος. Άραγε, πώς εξηγείται η διαρκώς αυξανόμενη λατρεία για τη λογοτεχνία του φανταστικού, η δίψα του κοινού για μυθοπλασίες επικής fantasy που περιγράφουν εναλλακτικούς κόσμους, όπου η μαγεία και ο μύθος (ακραιφνώς προνεωτερικά χαρακτηριστικά) αποθεώνονται;

Ήδη από το 1960, ο Γάλλος στοχαστής αντιτάχθηκε στους πολέμους της Αλγερίας και του Βιετνάμ, ενώ συνδέθηκε με την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, το κίνημα της «22 Νοέμβρη» και τον Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Εξάλλου, τα τρία πρώτα του βιβλία, στην ουσία, βρίσκονται στην ίδια γραμμή με τη νεομαρξιστική κριτική της καταναλωτικής κοινωνίας από τη Σχολή της Φραγκφούρτης. Για τον Μποντριγιάρ του 1960, η αλλοτρίωση του ανθρώπου από τον κόσμο των αντικειμένων μπορεί να ανατραπεί με «πολλαπλές μορφές απόρριψης» των συμπεριφορών που υπαγορεύει η οικονομία της παραγωγής/κατανάλωσης. Η Καταναλωτική κοινωνία, μάλιστα, κλείνει με την προσδοκία «βίαιων εκρήξεων και ευθείας διάλυσης», οι οποίες θα επιτεθούν στη «λευκή μάζα της κατανάλωσης».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, δραστηριοποιήθηκε γύρω απ’ το περιοδικό Utopie, το οποίο, επηρεασμένο από τον Ντεμπόρ και τους καταστασιακούς, εξερευνούσε τη δυνατότητα δημιουργίας εναλλακτικών κοινοτήτων στον πυρήνα μιας διεπιστημονικής αντίληψης της γνώσης. Με τον Καθρέφτη της παραγωγής, η απομάκρυνση από τον μαρξισμό θα είναι αμετάκλητη. Ο Μποντριγιάρ στρέφεται σε προνεωτερικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, αντιτιθέμενος στην εργαλειακή ορθολογικότητα του ιστορικού υλισμού. Σημειωτέον πως η σκέψη του τώρα γίνεται περισσότερο «αριστοκρατική» και «αισθητιστική», προσεταιριζόμενη τον Νίτσε και τον Μπατάιγ. Θα γράψει κάπου πως «ο μαρξισμός είναι μόνον ο απομαγευμένος ορίζοντας του κεφαλαίου – καθετί που προηγείται η έπεται απ’ αυτόν είναι πιο ριζοσπαστικό».

Στα επόμενα έργα του, η πολιτική μοιάζει να τίθεται, αν όχι στο περιθώριο, σίγουρα εντός παρένθεσης, διεμβολισμένη στην άβυσσο της ατέρμονης προσομοίωσης. Ακριβώς επειδή το πολιτικό έχει διαχυθεί, υπερσαρκωμένο, παντού, η ισχύς του έχει ανασταλεί και ατονήσει. Οι μάζες, φυλακισμένες στην ιογενή σαγήνη των ομοιωμάτων, εντροπικά παγιδευμένες στην αδράνεια που επιβάλλει η υπερπραγματικότητα, είναι ανίκανες να χειραφετηθούν ή να επαναστατήσουν. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, για τον Μποντριγιάρ, δεν σήμανε την ιδεολογική νίκη του δυτικού καπιταλισμού έναντι του κομμουνισμού, αλλά μάλλον την ταυτόχρονη κατάρρευσή τους (μέσω της μεταστατικής ενδόρρηξης). Ο θάνατος της Ιστορίας συνέβη, ακριβώς επειδή επήλθε το «τέλειο έγκλημα», ο θάνατος της ίδιας της πραγματικότητας. Έτσι, ο πόλεμος του Κόλπου και του Αφγανιστάν δεν αποτελούν παρά «αδύναμα συμβάντα», θεαματικοποιημένες και προσομοιωμένες συρράξεις, παρόμοιες με άψογα σκηνοθετημένα τηλεοπτικά προγράμματα, όπως αντίστοιχα το στίλβον χρονικό της αμερικανικής προσελήνωσης.

Ωστόσο, το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους οδήγησε τον Μποντριγιάρ σε πλήρη αναθεώρηση: οι τρομοκράτες αποφάσισαν να πολεμήσουν τη Δύση με τα ίδια της τα όπλα, παράγοντας ένα γιγαντιαίο δολοφονικό θέαμα. Πρόκειται, πλέον, για το «έσχατο συμβάν». Παράλληλα, γράφει ο Μποντριγιάρ, οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου σηματοδότησαν έναν τέταρτο παγκόσμιο πόλεμο. Ο πρώτος τερμάτισε την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία, ο δεύτερος τον ναζισμό και ο τρίτος τον κομμουνισμό. Αυτός ο τέταρτος, φράκταλ πόλεμος οδηγεί στο τέλος της την παγκοσμιοποίηση που οραματίστηκε ο δυτικός Διαφωτισμός. Στην πραγματικότητα, η ίδια η Παγκόσμια Τάξη Πραγμάτων μάχεται τον εαυτό της, αναμετράται με τη φαντασίωση του ίδιου της του τέλους.

Υπάρχουν, βέβαια, στιγμές που αυτές οι εμπαθείς ιδέες ηχούν απελπιστικά εξωπραγματικές, αυτάρεσκα υπερφίαλες ή, κατ’ άλλους, επικίνδυνα αποϊδεολογικοποιημένες. Ο Ντάγκλας Κέλνερ, επί παραδείγματι, στο εμβριθέστατο αλλά προκατειλημμένο δοκίμιό του Ζαν Μποντριγιάρ. Πρόκληση και αμφισβήτηση,[1] διατείνεται πως οι «ιστορίες θεωρητικής φαντασίας» του Μποντριγιάρ, προεξοφλώντας παρά σχολιάζοντας ή ερμηνεύοντας το παρόν, θυμίζουν τα δυστοπικά μυθιστορήματα του Φίλιπ Ντικ και τα κυβερνοπάνκ πονήματα του Ουίλιαμ Γκίμπσον.

Παρ’ όλα αυτά, οι αναλύσεις του Μποντριγιάρ κατορθώνουν να συλλάβουν στο ακέραιο τη ρευστή μεταμοντέρνα κατάσταση, όντας εξαιρετικά πολύτιμοι οδοδείκτες για την κατανόηση του γυμνού μας παρόντος. Σε καμία περίπτωση, φυσικά, δεν αποτελούν συμπαγή, συνεκτικό και, το κυριότερο, συνεπή θεωρητικό λόγο: αν αυτό συνέβαινε, ο Γάλλος φιλόσοφος θα πρόδιδε την προκλητική, «αποδομητική» στρατηγική του.

Παρακολουθώντας την εξέλιξη της σκέψης του Μποντριγιάρ, στην πορεία της από την ιδεολογικά φορτισμένη δεκαετία του 1960 στο «ανορεξικό μιλένιουμ», διαπιστώνουμε πόσο εντυπωσιακά πολυσχιδής διανοητής υπήρξε. Ως εκ τούτου, μπορούμε να εντρυφούμε με απύθμενο δέος στην βαρύθυμη ακράτεια του Ομοιώματα και προσομοίωση, ατενίζοντας το εξημμένο, εκρηξιγενές ύφος του, το οποίο τοποθετείται πλησιέστερα στις δεινές αφοριστικές ακροβασίες του Νίτσε. Και η Αμερική, αυτός ο νεφελώδης και στείρος παράδεισος του υπερπραγματικού, ο απαστράπτων τερματικός σταθμός ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού, ενσαρκώνει την κατά Μποντριγιάρ μετανεωτερική δυστοπία: αγκυροβολημένη στον άθραυστο κλωβό της ταχύτητας και της διαφάνειας, καταδικασμένη να τρέφεται με τις κανιβαλιστικές ιδεοληψίες της, απέραντο μαυσωλείο του Τέλους της Ιστορίας, επιδεικνύει με ωραιοπάθεια τα σεληνιακά της τοπία, τους ιλιγγιώδεις δαιδάλους των ατελεύτητων αυτοκινητοδρόμων, τους τιτάνιους κρυστάλλινους ουρανοξύστες, τα παγωμένα πάλλευκα χαμόγελα των νεκροζώντανων κατοίκων της.

[1] μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2007.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: