Επιβάλλοντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο

3315401715_839278aba8

Και στις μηχανές, στο ατσάλι, δέσμευσε τη φωτιά,
Και το χάος αλυσόδεσε με τα δεσμά του Νόμου.[1]

Το Εμείς του Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν συνιστά πρωτίστως μια απαράμιλλη δυστοπική μυθοπλασία, από τις πλέον εμβληματικές του 20ού αιώνα. Η γραφή του Ζαμιάτιν επηρέασε συγγραφείς όπως ο Όργουελ, ο Χάξλεϋ, η Άυν Ραντ και ο Μπράντμπερι. Ο Ζαμιάτιν δημοσίευσε το εν λόγω μυθιστόρημα το 1927, σ’ ένα ρωσικό περιοδικό του εξωτερικού, όταν η πρώτη δεκαετία της σοβιετικής «λαοκρατικής» εξουσίας είχε ήδη παρέλθει. Στο ολοκληρωτικό Μονοκράτος, η ζωή ελέγχεται πλήρως από τη μαθηματική λογική. Οι άνθρωποι δεν έχουν ονόματα, αλλά κωδικούς αριθμούς, και κάθε συναίσθημα είναι απαγορευμένο ως παράνομη, αντικαθεστωτική πράξη. Ο πρωταγωνιστής του Εμείς, ο D-503, κατασκευάζει τον Ολοκληρωτή, ένα υπερσύγχρονο διαστημόπλοιο, το οποίο φιλοδοξεί να διαδώσει τη λογική σε όλα τα πλάσματα που πιθανόν να κατοικούν στους άλλους πλανήτες. Ωστόσο, όλα θα μεταστραφούν ραγδαία, όταν ο D-503 θα ερωτευτεί και θα παρασυρθεί πλήρως από τα αισθήματά του για μια γυναίκα. Παρότι το μυθιστόρημα του Ζαμιάτιν υποκύπτει σε πολλές απ’ τις συμβάσεις και τις σχηματοποιήσεις που επιβάλλει το είδος της επιστημονικής φαντασίας, αποδεικνύεται φιλοσοφικότερο από τους απείρως πιο διάσημους «απογόνους» του, 1984 και Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο. Και αυτό επειδή ο Ζαμιάτιν υπερβαίνει θεαματικά τους περιορισμούς μιας ιστορικά προσδιορισμένης πολιτικής αλληγορίας, για να τοποθετηθεί εν γένει και απερίφραστα ενάντια στις ζοφερές τερατογενέσεις του Ορθού Λόγου και της απομαγευμένης κοσμοθέασης που επέβαλε ο Διαφωτισμός. Για τον Ρώσο μυθιστοριογράφο, η ίδια η Λογική και η μονολιθική δεσποτεία της είναι αυτή που γεννά τους ολοκληρωτισμούς κάθε είδους. Γι’ αυτό και οι εξουσίες φοβούνται όσο τίποτα την Τέχνη, την πιο δραστική και αυθεντική επαναστατική πράξη: «[…] δαμάσαμε και θέσαμε υπό έλεγχο την πάλαι ποτέ άγρια φύση της ποίησης. Σήμερα, η ποίηση δεν είναι το αναιδέστατο τραγούδι ενός αηδονιού αλλά μια κρατική υπηρεσία. Σήμερα, η ποίηση είναι χρήσιμη».[2] Ο βλοσυρός Ζαμιάτιν προέβλεψε, εν έτει 1927, ό,τι θα γινόταν επίσημο δόγμα από τον Ζντάνοφ στο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων, το 1937. Είδε αυτό που αρνιόταν ν’ αντικρίσει ο ενθουσιώδης, παρορμητικός Μαγιακόφσκι, τουλάχιστον μέχρι την αυτοκτονία του, το 1930. Αναπόφευκτα, το Εμείς απαγορεύτηκε στη Σοβιετική Ένωση, και δεν κυκλοφόρησε, παρά μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Ο Ζαμιάτιν δεν περιορίζεται στην καταδίκη της σοβιετικής δικτατορίας που παγιωνόταν, αργά αλλά σταθερά, υπό την ηγεσία του Λένιν. Αν αυτό συνέβαινε, τότε θα μιλούσαμε για ένα συνηθισμένο αντικομμουνιστικό λογοτέχνημα χωρίς περαιτέρω ενδιαφέρον. Αυτό που προσφυώς επιτυγχάνει ο Ζαμιάτιν με τη γραφή του είναι να συνθέσει μια εντομολογικά ακριβή, διεισδυτικότατη οντολογία του ολοκληρωτισμού, πολύ πιο αποτελεσματική από τους εξίσου εμπνευσμένους επιγόνους, Όργουελ και Χάξλεϋ. Στον πυρήνα της αντίληψής του περί δυστοπικού βρίσκεται η κατάφωρη δυσπιστία του απέναντι στο κοσμοείδωλο του Διαφωτισμού και τις ορθολογιστικές διακηρύξεις του. Εξού και τάχθηκε απερίφραστα εναντίον της υλιστικής, αποπνευματοποιημένης και σφόδρα εργαλειοποιημένης κοινωνίας που οραματιζόταν ο έμπρακτος, εφαρμοσμένος μαρξισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στο Εμείς υπάρχουν όλα εκείνα τα στοιχεία, που αργότερα οι αριστεριστές και οι νεομαρξιστές θα πιστώσουν στη δήθεν σταλινική διαστρέβλωση ή προδοσία του λενινισμού και της επανάστασης.

Μεγάλη μερίδα της κριτικής επεσήμανε τον αποσυνάγωγο, «ρομαντικό» χαρακτήρα του Εμείς, το οποίο γράφτηκε σε μια εποχή που αποθέωνε την πρόοδο, την επιστήμη και την αλματώδη ανάπτυξη της τεχνολογίας. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα εμφανίστηκε το κίνημα του φουτουρισμού, ενώ η πρωτοποριακή, τότε, ρωσική τέχνη εμπνεόταν από την παραγωγή, το εργοστάσιο και τη βιομηχανία. Επιπλέον, η γυάλινη, διαφανής επικράτεια του Μονοκράτους που απεικονίζει με μελανά χρώματα ο Ζαμιάτιν (άλλη μια λογοτεχνική αποτύπωση του Πανοπτικού) θα μπορούσε να είχε εμπνεύσει τον Φουκώ, τον Μποντριγιάρ ή τον Μπάλλαρντ. Ο απόλυτα ελεγχόμενος, εργαστηριακός κόσμος που εξουσιάζει ο Ευεργέτης προσπαθεί με κάθε τρόπο να περιορίσει την αποσαρθρωτική επενέργεια της εντροπίας, η οποία απειλεί να διαλύσει την τάξη του συστήματος: «[…] υπάρχουν δυο δυνάμεις στον κόσμο, η εντροπία και η ενέργεια. Η μία οδηγεί στην ευδαιμονική ηρεμία, στην ευτυχισμένη ισορροπία. Η άλλη οδηγεί στη διάσπαση της ισορροπίας, στο βασανιστήριο μιας αδιάκοπης κίνησης. Οι δικοί μας –ή μάλλον οι δικοί σας– πρόγονοι, οι Χριστιανοί, λάτρευαν την εντροπία όπως και τον Θεό. Εμείς, όμως, οι αντιχριστιανοί, εμείς…».[3] Σ’ αυτό το διεστραμμένο σύμπαν εξουθενωτικής διαφάνειας, η τελική λύση απέναντι στο επικίνδυνο σύμπτωμα του έρωτα δεν μπορεί παρά να είναι η «μεγάλη εγχείρηση», η χειρουργική αφαίρεση της ψυχής, η οποία αντιμετωπίζεται από το καθεστώς ως ένα είδος νεοπλασίας, ενός σαρκώματος που έρχεται να αποδιοργανώσει ανεπανόρθωτα την ορθολογική συνείδηση των υπηκόων. Η εγκάθειρκτη, κλινική κοινωνία του Μονοκράτους (όπως και τα δύο μείζονα φρικαλέα πειράματα της νεωτερικής εσχατολογίας, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός) είναι οργανωμένη στη βάση μιας οικονομίας της παραγωγής, του ντετερμινισμού και της χρησιμότητας. Στο στυγνά αιτιοκρατικό της σύμπαν δεν υπάρχει δαπάνη, θυσία ή απώλεια: «Αλλά εκείνοι υπηρετούσαν τον παράλογο, άγνωστο Θεό τους ενώ εμείς υπηρετούμε κάτι λογικό και απόλυτα γνωστό. Ο Θεός τους δεν τους έδινε τίποτα παρά αιώνια ταραχώδη αναζήτηση. Ο Θεός τους δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα εξυπνότερο από την ιδέα να θυσιάζεσαι, χωρίς να έχει σημασία ο λόγος. Εμείς, όμως, κάνουμε μια ήρεμη, λογική, προσεκτικά μελετημένη θυσία στο Θεό μας, το Μονοκράτος».[4] Τέλος (κι εδώ έγκειται η avant la lettre μεταμοντερνιστική του φιλοσοφία), στο Εμείς η δυστοπία και ο ολοκληρωτισμός λαμβάνουν χώρα, πρώτα απ’ όλα, εντός της γλώσσας. Η γραφή τίθεται εξ αρχής στο επίκεντρο. Το μυθιστόρημα συγκροτείται από τις αποσπασματικές, άναρχες σημειώσεις του πρωταγωνιστή, ο οποίος, αίφνης, αποφασίζει να επιδοθεί στο πλέον προσωπικό, συναισθηματικό –και γι’ αυτό πολιτικά ανατρεπτικό– είδος γραφής, το ημερολόγιο (πράξη που είναι αυστηρά απαγορευμένη και στο 1984 του Όργουελ). Εξάλλου, το ζήτημα της ισοπεδωτικής συλλογικότητας, η οποία επιβάλλεται δια της βίας (και όχι ως προαίρεση ή εσωτερική ανάγκη), προκύπτει κατευθείαν από τον τίτλο: η άκαμπτη, υπηρεσιακή γλώσσα του Μονοκράτους επιτρέπει τη χρήση αποκλειστικά του πρώτου πληθυντικού της προσωπικής αντωνυμίας –Εμείς– και καθόλου του πρώτου ενικού).

Πέρα από μια εξαιρετικά οξυδερκή ανατομία του ολοκληρωτισμού, η αφήγηση του Ζαμιάτιν αποδεικνύεται εξίσου αισθητικά δραστική με τους δύο προβεβλημένους μυθιστορηματικούς του συνοδοιπόρους. Κατ’ αρχάς, το Εμείς έχει τη μορφή θραυσματικών, ασυνεχών καταγραφών, οι οποίες υποσκάπτουν εκ βάθρων κάθε βεβαιότητα περί ολότητας ή «τετράγωνης αρμονίας». Το ασθμαίνον χρονικό του D-503 καταγράφει εύγλωττα τη βασανιστική –όσο και τραγελαφική– πορεία από την ιδεολογική βεβαιότητα στη χαώδη αμφιβολία του έρωτα, την εξέγερση και, τέλος, στον οριστικό συναισθηματικό ευνουχισμό και στη συνακόλουθη ανίατη καθυπόταξη. Δεν θα μπορούσε απροσχημάτιστα, άλλωστε, να ηττηθεί ο ολοκληρωτισμός μέσω μιας άλλης επιτυχημένης επανάστασης. Ο Ζαμιάτιν δεν έτρεφε καμία ζωτική ψευδαίσθηση, ούτε σκόπευε να εκπέσει σε φτηνούς μελοδραματικούς διδακτισμούς. Από την άλλη πλευρά, το λογοτεχνικό είδος του ημερολογίου, με τον εξομολογητικό χαρακτήρα και την έντονη, συχνά, συναισθηματική φόρτιση, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ψυχρό, αποστειρωμένο και μηχανιστικό δυστοπικό κόσμο που έντεχνα σκιαγραφεί ο Ζαμιάτιν. Επιπροσθέτως, στο κείμενο ενοφθαλμίζονται διαρκώς ειρωνικές παρεκβάσεις, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό θυμίζουν την παράλογη, σχεδόν καφκική ατμόσφαιρα της Φάρμας των Ζώων του Όργουελ. Παραδόξως, πολλά κεφάλαια του Εμείς μοιάζουν να έχουν αποσπαστεί από κομματικό εγχειρίδιο διαφώτισης ή περισπούδαστο, επίσημο «δοκίμιο» της Ιδεολογικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Αξίζει να σημειωθεί πως το μυθιστόρημα του Ζαμιάτιν δεν περιορίζεται σε μια σκληρή, σατιρική κριτική του νεοπαγούς σοβιετικού καθεστώτος. Ο ιδιοφυής Ρώσος συγγραφέας κατορθώνει να εισδύσει στον μυχό της ολοκληρωτικής ιδεολογίας. Η πλειονότητα της ημεδαπής κριτικής έκανε λόγο για «αντιτεχνολογική δυστοπία», εμμένοντας στη «ρομαντικών καταβολών» αντίληψη του Ζαμιάτιν. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η βιβλιοπαρουσίαση του Φώτη Τερζάκη,[5] ακριβώς γιατί αναπαράγει την κυρίαρχη αντίληψη της μεταμαρξιστικής και αναρχικής σκέψης για τον σταλινικό ολοκληρωτισμό. Η συλλογιστική του Τερζάκη διαπράττει τα εξής δύο ατοπήματα: αφενός, επιμένει να διαχωρίζει κάθετα τον σταλινισμό από τον λενινισμό και τον μαρξισμό, αθωώνοντας έτσι τον ιστορικό υλισμό και, αφετέρου, αποφεύγει ή αρνείται να κατονομάσει τον ορθολογισμό ως τη βασική επιστημολογική συνθήκη του ολοκληρωτισμού. Αντιθέτως, αυτά είναι εκκωφαντικά εναργή στο Εμείς: η καθολική απομάγευση, η λατρεία της μηχανής και η αποθέωση της ύλης, ο παραμορφωτικός επιστημονισμός, η βίαιη κατάπνιξη του συναισθήματος, οι άθραυστες αλυσίδες της εξαναγκασμένης συλλογικότητας, η σαρωτική εξαφάνιση κάθε έννοιας ατομικότητας και ιδιωτικότητας, ο πανοπτικός έλεγχος, η επιτήρηση και ο περιορισμός του σώματος, η απαρέγκλιτη πίστη στις αδιάλλακτες νομοτέλειες της Ιστορίας κ.λπ. Η ευθεία σύγκρουση του Εμείς με το δεσπόζον παράδειγμα της εποχής του δεν οφείλεται σε μια δήθεν «ρομαντική συστροφή» του αντιρρησία Ζαμιάτιν αλλά, αντίθετα, τον τοποθετεί απροκάλυπτα στην επικράτεια του Μεταμοντερνισμού. Ο Ζαμιάτιν δεν προτίθεται, φυσικά, να παλινορθώσει τον Ρομαντισμό, αλλά να υπερβεί τη μεγάλη αφήγηση της Νεωτερικότητας, αποδομώντας μία προς μία τις ιδεολογικές και αισθητικές της αγκυλώσεις. Εξού και στιγματίστηκε ως παρακμιακός, αρνούμενος να υποδεχθεί με ανεπιφύλακτο ενθουσιασμό τον θάλλοντα Νέο Κόσμο και τις αυταπάτες του.

Το αχαλίνωτο μαύρο χιούμορ με το οποίο ο Ζαμιάτιν αντιμετωπίζει τη γεωμετρικά διογκούμενη προσωπολατρία και τον πανίσχυρο, δυναστευτικό Ευεργέτη που κυβερνά το Μονοκράτος προοικονομεί, με μαθηματική ακρίβεια, τον επερχόμενο σταλινικό Τρόμο. Ευλόγως ο Ρώσος μυθιστοριογράφος θα μειδιούσε, ακούγοντας πως το Εμείς του «υπήρξε προφητικό». Ο Ζαμιάτιν περιέγραφε (και αυτό είναι όντως τρομακτικό) το «εφιαλτικά αισιόδοξο» παρόν που βίωνε τότε. Το αποδεικνύουν περίτρανα το κρυστάλλινο μαυσωλείο με την αναλλοίωτη, εις τους αιώνας των αιώνων, μούμια του Ηγέτη, καθώς και οι επισμαλτωμένες καρφίτσες με τη φαιοκόκκινη προτομή του, οι οποίες κοσμούσαν τα σφύζοντα στήθη κάθε νοσηρά αφοσιωμένης Κομσομόλας. Και τα περί σταλινικής παραχάραξης; Θρασύτατες υπεκφυγές, ακριβώς επειδή δεν επρόκειτο, σε καμία περίπτωση, για παραμόρφωση, οπισθοδρόμηση ή σκοτεινή παρένθεση στην οραματική «πορεία προς τον ουρανό» που ευαγγελίζονταν σιελορροώντας οι παντοειδείς θώες της «Επανάστασης», οι χαλύβδινοι καθοδηγητές και οι αγέρωχοι κομισάριοι, αλλά φυσικό επακόλουθό της. Κι αν ο σταλινισμός δεν ήταν η παιδική ασθένεια του κομμουνισμού, ήταν η ακμαία εφηβεία του και, ευτυχώς, ο τερματικός του καρκίνος.

[1] Γιεβγκιένι Ζαμιάτιν, Εμείς, μτφρ. Ειρήνη Κουσκουμβεκάκη, επιμέλ.-επίμ. Δημήτρης Κωνσταντίνου, εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα, σ. 61.
[2] Ό.π., σ. 86.
[3] Ό.π., σ. 201.
[4] Ό.π., σ. 59.
[5] Φώτης Τερζάκης, «Η επιστημονική φύση του ολοκληρωτισμού», Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τχ. 652, 22.4.2011.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: