Στο ασυνείδητο του Γιώργη Παυλόπουλου

1332876

Ένα απ’ τα βασικά θέματα στην ποίηση του Γιώργη Παυλόπουλου είναι ο έρωτας.[1] Μπορούμε μάλιστα να πούμε ότι τα ερωτικά ποιήματά του εξερευνούν όλες σχεδόν τις μορφές του έρωτα. Ο Παυλόπουλος γράφει για τον αιώνιο, αφοσιωμένο έρωτα, για τη λαγνεία και τον αισθησιασμό, για τη βία του έρωτα, για τον έρωτα ως δημιουργική πράξη, για τη ζήλια, για τον έρωτα ως εξαπάτηση, για τον αδύνατο και απραγματοποίητο έρωτα. Και δεν εξερευνά απλώς τις τόσες πολλές και διαφορετικές μορφές του έρωτα, αλλά γράφει γι’ αυτόν και με διαφορετικούς τρόπους: δεν τον αντιμετωπίζει πάντα σοβαρά· συχνά τα ερωτικά του ποιήματα είναι παιγνιώδη. Κορυφαίο παράδειγμα τέτοιου ποιήματος είναι η «Κόρη της αβύσσου». Σε αυτή την κατηγορία μπορούμε επίσης να υπαγάγουμε και τα «Λογιστικά» ή τα «Όρια της τέχνης ενός μικρού ζαχαροπλάστη» απ’ τη συλλογή Λίγος άμμος. Ένα τέτοιο παιγνιώδες ερωτικό ποίημα είναι και το «Ο λύκος και ο έρωτας»:

Με τον φίλο μου το λύκο
τον δειλό τον κουτοπόνηρο
περπατούσαμε μαζί
μες στο σκοτεινό μου όνειρο.

Και του λέω Λύκε πες μου
τι να κάνω με τον έρωτα
όλα είναι κει θολά
μυστήρια κι αφανέρωτα.

Και μου λέει άκου Γιώργη
δε θα λύσω τ’ ανεξήγητα
γλέντησε μ’ όσες μπορείς
τ’ αμπέλια είναι ατρύγητα.

Άει στο διάβολο του λέω
αχρείε κι αλιτήριε.
Και το χτήνος μ’ απαντά
να σε φάει ο λύκος κύριε. [2]

Φαινομενικά, το ποίημα είναι ένας διάλογος μεταξύ δύο φίλων. Η περσόνα του συγγραφέα με τ’ όνομα Γιώργης συζητά με τον φίλο του τον Λύκο, που είναι δειλός και κουτοπόνηρος. Ο Γιώργης, όπως αποκαλύπτεται στην πορεία της συζήτησής τους, είναι ιδεαλιστής και ρομαντικός. Αντίθετα, ο Λύκος είναι μάλλον κυνικός και ηθικά αναίσθητος. Πάντως, η σχέση τους είναι πολύ στενή. Ο Γιώργης εμπιστεύεται βαθιά τον φίλο του, αφού του εξομολογείται το βαθύτερο πρόβλημα του: Δεν ξέρει «τι να κάνει με τον έρωτα»· όλα του φαίνονται «θολά, μυστήρια κι αφανέρωτα». Ο Λύκος τον συμβουλεύει να μη χολοσκάει. Είναι όντως μυστήριο ο έρωτας, αλλά δε χρειάζεται να το λύσουμε εμείς. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις, του λέει, είναι να γλεντήσεις μ’ όσες περισσότερες γυναίκες μπορείς, χωρίς τύψεις. Ο Γιώργης, που έχει ευαίσθητη ηθική συνείδηση, αντιδρά. Τι είναι αυτά που λές; του λέει. Είσαι αχρείος και αλιτήριος. Και τον διαλοστέλνει. Μα ο Λύκος του επιστρέφει την κατάρα, ή μάλλον τον απειλεί: «να σε φάει ο λύκος κύριε».

Όπως είπαμε παραπάνω, ο διάλογος Γιώργη και Λύκου είναι φαινομενικός. Στην πραγματικότητα, ο λύκος είναι το εκείνο (id) του αφηγητή. Γι’ αυτό και απειλεί ότι θα κατασπαράξει το ιδεαλιστικό υπερεγώ του. Απ’ την αρχή άλλωστε, ο Γιώργης μάς διευκρινίζει πως η συνάντησή του και η συζήτηση με τον Λύκο λαμβάνει χώρα στο «σκοτεινό του όνειρο», δηλαδή στο ασυνείδητο. Μόνο στο ασυνείδητο μπορεί να λάβει χώρα ο διάλογος του υπερεγώ (Γιώργης) με το εκείνο (Λύκος), της συνείδησης και των ηθικών κανόνων με τις βιολογικές ανάγκες, τις ενορμήσεις και τα ένστικτα. Το υπερεγώ προσπαθεί να τραβήξει το εγώ προς την οδό της αρετής, να το συμβιβάσει με τις κοινωνικά αποδεκτές νόρμες συμπεριφοράς. Το εκείνο, αντίθετα, το ωθεί να υπακούσει στην αρχή της ευχαρίστησης. Άλλωστε, ο ίδιος ο έρωτας, η σεξουαλική ενόρμηση, η libido, είναι, μαζί με το θάνατο, οι βασικές ορίζουσες του id, κατά τον Φρόιντ.

Η διαπραγμάτευση του θέματος πάντως είναι κωμική. Η συζήτηση μεταξύ υπερεγώ και εκείνου σκηνοθετείται ως συζήτηση δυο καλών φίλων και όχι ως οξεία αντιπαράθεση ή άγρια φιλονικία. Είναι δυο φίλοι με διαφορετικούς χαρακτήρες: ο ένας είναι ευαίσθητος και ρομαντικός, ενώ ο άλλος είναι χοντρόπετσος και τα παίρνει όλα στην πλάκα. Ο Γιώργης είναι ψυχικά ταραγμένος και προσφεύγει στο φίλο του για να ζητήσει τη συμβουλή του. Ο Λύκος τον συμβουλεύει να μη δίνει και πολλή σημασία. Και ο Γιώργης εξοργίζεται, η ηθική του εξεγείρεται. Παρότι όμως διαλοστέλνει τον Λύκο, εκείνος δε δείχνει να θυμώνει. Όπως ακριβώς συμβαίνει με δυο φίλους, που έχουν συνηθίσει να τσακώνονται και να ξαναφιλιώνουν.

Αξίζει ακόμη να προσεχτεί η περίτεχνη δομή του ποιήματος. Η πρώτη στροφή είναι αφηγηματική. Μας εισάγει στο διάλογο παραθέτοντας το πλαίσιό του: δυο φίλοι περπατάνε δίπλα δίπλα συζητώντας. Η δεύτερη στροφή αποτελείται απ’ την ερώτηση του Γιώργη, ενώ η τρίτη είναι η απάντηση του Λύκου. Ο πρώτος στίχος μάλιστα της δεύτερης στροφής αντιστοιχεί απόλυτα στον πρώτο στίχο της τρίτης στροφής: «Και του λέω» – «Και μου λέει», «Λύκε» – «Γιώργη», «άκου» – «πες μου». Στην τέταρτη, τέλος, στροφή, ο διάλογος επιταχύνεται, γιατί έχει ανέβει η έντασή του. Έτσι, τώρα σε κάθε συνομιλητή αντιστοιχούν δύο στίχοι και όχι τέσσερις όπως πριν.

Ας σημειωθεί, τέλος, ότι ακριβώς επειδή το ποίημα ανήκει στα παιγνιώδη ερωτικά του Παυλόπουλου, είναι γραμμένο σε μέτρο κι έχει ομοιοκαταληξία. Κατά κανόνα, ο Παυλόπουλος γράφει σε ελεύθερο στίχο. Όταν γράφει σε ομοιοκαταληξία, είναι ένδειξη ότι το ποίημα είναι περιπαικτικό και αστείο (όπως συμβαίνει και με την «Κόρη της αβύσσου»).

[1] Βλ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Το μαύρο μέλι του έρωτα. Περιδιάβαση στα ερωτικά ποιήματα του Γιώργη Παυλόπουλου», περ. Νέα Εστία, τχ. 1796, Ιανουάριος 2007, σελ. 94-101, και Νικήτας Ελευθερίου, «Παιγνιώδη ερωτικά στον Παυλόπουλο», περ. Τηλέμαχος, τχ. 14, Μάρτιος 1988, σελ. 93-98.

[2] Γιώργης Παυλόπουλος, Να μη τους ξεχάσω, Κέδρος, Αθήνα 2008, σελ. 27.

Γιώργος Πινακούλας

Advertisements

Tagged: , ,

5 thoughts on “Στο ασυνείδητο του Γιώργη Παυλόπουλου

  1. Azargled Σεπτεμβρίου 10, 2014 στο 14:31

    Εύγε Γιώργο! Είναι ενδιαφέρον να βλέπουμε ένα έργο το οποίο βλέπει το αρχέγονο θέμα του έρωτα με μια πιο «σοφιστικέ» προσέγγιση. Μου άρεσε και η ανάλυσή σου, σχετικά με τον Φρόιντ, τις νόρμες και το υπερεγώ.

    Μου αρέσει!

  2. Γιώργος Πινακούλας Σεπτεμβρίου 10, 2014 στο 19:26

    Σ’ ευχαριστώ, Σπύρο, για το σχόλιο. Ο Γ. Παυλόπουλος είναι σπουδαίος ποιητής. Ενώ τα ποιήματά του φαίνονται πολύ απλά, στην ουσία είναι πολύ δουλεμένα κι έχουν πολλά επίπεδα ανάγνωσης.

    Μου αρέσει!

  3. Βασίλης Χατωνίδης Σεπτεμβρίου 12, 2014 στο 08:00

    Μπράβο Γιώργο! Ωραίο ποίημα για ένα πολύ ωραίο θέμα…τον έρωτα!

    Μου αρέσει!

  4. Γιώργος Πινακούλας Σεπτεμβρίου 12, 2014 στο 09:35

    Ευχαριστώ, Βασίλη. Όλα τα ερωτικά ποιήματα του Παυλόπουλου είναι ωραία, κατά τη γνώμη μου. Δες, για παράδειγμα, το αριστουργηματικό «Της γύφτισσας» (http://www.biblionet.gr/book/104641/%CE%A0%CE%B1%CF%85%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82,_%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B7%CF%82,_1924-2008/%CE%A4%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CF%8D%CF%86%CF%84%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1%CF%82)
    ή το «Το άγαλμα και ο τεχνίτης» (http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C131/595/3928,17249/).

    Μου αρέσει!

  5. Blackdog (@mpoupa) Σεπτεμβρίου 13, 2014 στο 17:22

    Ευχαριστούμε Γιώργο! Πάρα πολύ καλός ο Γ. Παυλόπουλος.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: