Η σφαίρα του Μεταξύ κι η ιδέα του διαλόγου: Μάρτιν Μπούμπερ και Μιχαήλ Μπαχτίν

Martin_Buber_portrait

Ο μεγάλος φιλόσοφος Μάρτιν Μπούμπερ ανέπτυξε τη θεωρία τού Μεταξύ, σύμφωνα με την οποία η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων είναι η θεμελιώδης πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ασκώντας κριτική ταυτόχρονα στον ατομικισμό, αφενός, και στον κολλεκτιβισμό, αφετέρου. «[Α]ν ο ατομικισμός συλλαμβάνει ένα μέρος μόνο του ανθρώπου, ο κολλεκτιβισμός συλλαμβάνει τον άνθρωπο μόνο ως μέρος: στην ολότητα του ανθρώπου, στον άνθρωπο ως όλον δεν διεισδύει ούτε η μία ούτε η άλλη μέθοδος. Ο ατομικισμός βλέπει τον άνθρωπο μόνο στον συσχετισμό με τον εαυτό του, ο κολλεκτιβισμός όμως δεν βλέπει τον άνθρωπο καν, βλέπει μόνο την “κοινωνία”. Στην πρώτη περίπτωση παραμορφώνεται το πρόσωπο του ανθρώπου, στη δεύτερη καλύπτεται.» (Μάρτιν Μπούμπερ, Το πρόβλημα του ανθρώπου, μτφρ. Χαράλαμπος Αποστολόπουλος, Γνώση, Αθήνα 1987, σελ. 132)

Σύμφωνα με τον Μπούμπερ, ο ατομικισμός και ο κολλεκτιβισμός είναι διαφορετικές αντιδράσεις του ανθρώπου στο φόβο που γέννησε ο σύγχρονος κόσμος, στην κοσμική και κοινωνική ανεστιότητα. «Το ανθρώπινο πρόσωπο αισθάνεται συνάμα ως άνθρωπος έκθετος από την πλευρά της φύσης, όπως ακριβώς στην περίπτωση που εκτίθεται κάποιο ανεπιθύμητο παιδί, και ως πρόσωπο αισθάνεται απομονωμένος μέσα στο πολύβουο ανθρώπινο πλήθος» (ό.π.). Με τον ατομικισμό, ο σύγχρονος άνθρωπος αποδέχεται και εξωραΐζει αυτήν την κατάσταση της ανεστιότητας: «[…] αποδέχεται την κατάσταση της απομόνωσής του ως προσώπου, διότι μόνο η μονάδα που δεν είναι συνδεδεμένη με τους άλλους μπορεί να γνωρίζει και να εξωραΐζει τον εαυτό της ως άτομο με την πιο ακραία σημασία του όρου. Για να σωθεί από την απελπισία, με την οποία απειλείται λόγω της απομόνωσής του, ο άνθρωπος βρίσκει ως διέξοδο τον αγλαϊσμό της απομόνωσης.» (ό.π., σελ. 133) Με τον κολλεκτιβισμό, αντίθετα, το άτομο προσπαθεί να λυτρωθεί απ’ το φοβερό αίσθημα της ανεστιότητας καταφεύγοντας στη σιγουριά μιας συλλογικότητας: «Το ανθρώπινο πρόσωπο επιδιώκει εδώ να ξεφύγει από την μοίρα της απομόνωσής του εντασσόμενο πλήρως σε κάποιο από τα σύγχρονα μαζικά, ομαδικά σχήματα. Όσο μαζικότερη, συμπαγέστερη και αποδοτικότερη είναι η ομάδα, τόσο περισσότερο μπορεί το ανθρώπινο πρόσωπο να νιώσει λυτρωμένο από τις δύο μορφές της ανεστιότητας, την κοινωνική και την κοσμική. Προφανώς δεν υφίσταται πλέον καμμιά αφορμή φόβου ενώπιον της ζωής, αφού το μόνο που χρειάζεται κανείς είναι να ενταχθεί στην “γενική βούληση” και να συγκατατεθεί στην τήξη της προσωπικής του υπευθυνότητας για την ύπαρξη, που έχει γίνει εξαιρετικά πολύπλοκη, μέσα σ’ εκείνην της κολλεκτίβας, η οποία αποδεικνύεται ικανή ν’ αντιμετωπίσει κάθε είδους περιπλοκή.» (ό.π.)

Ούτε ο ατομικισμός ούτε ο κολλεκτιβισμός, υποστηρίζει ο Μπούμπερ, μπορούν να δώσουν απάντηση στο πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου: με τον ατομικισμό ο άνθρωπος ζει σε μια φανταστική κατάσταση, ενώ με τον κολλεκτιβισμό αποφεύγει την ατομική του ευθύνη: «Στον ατομικισμό το πρόσωπο, εξαιτίας του αποκλειστικά φανταστικού τρόπου με τον οποίο υπερνικά την βασική του κατάσταση, έχει πληγεί από την καίρια βλάβη της πλασματικότητας, όσο κι αν νομίζει ή πασχίζει να νομίζει ότι διασώζει την παρουσία του ως πρόσωπο μέσα στο Είναι· στον κολλεκτιβισμό εγκαταλείπει τον ίδιο του τον εαυτό, εφ’ όσον παραιτείται από την αμεσότητα της προσωπικής απόφασης και υπευθυνότητας» (ό.π., σελ. 135)

Η μόνη απάντηση στη σύγχρονη ανεστιότητα είναι κατά Μπούμπερ το άνοιγμα στον άλλον άνθρωπο, η πραγματική συνάντηση μαζί του. «Η δυνατή και αναπόφευκτη συνάντηση του ανθρώπου με τον εαυτό του, όταν πια τελειώσουν οι φαντασιώσεις και οι αυταπάτες, θα μπορέσει να πραγματοποιηθεί μόνο ως συνάντηση του μεμονωμένου ατόμου με τον συνάνθρωπο, και θα πραγματοποιηθεί αναγκαστικά μ’ αυτήν την μορφή. Μόνο στην περίπτωση που το μεμονωμένο άτομο αναγνωρίσει τον άλλο σ’ όλη την ετερότητά του, ως τον ίδιο τον εαυτό του, ως τον άνθρωπο, και εφ’ όσον με τον τρόπο αυτό βρει την πρόσβαση προς τον άλλο, θα έχει διασπάσει και την δική του μοναξιά σε μια συνάντηση που δεν είναι εύκολη και που μεταμορφώνει» (ό.π., σελ. 134) Και αυτό συμβαίνει διότι «[η] θεμελιώδης πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης δεν συμπίπτει ούτε με το μεμονωμένο άτομο ως άτομο ούτε με την ολότητα ως ολότητα. Αμφότερα, αν θεωρηθούν καθαυτά, δεν αποτελούν παρά ισχυρές αφαιρέσεις. Το άτομο συνιστά γεγονός της ύπαρξης, εφ’ όσον έρχεται σε μια ζωντανή σχέση με άλλα άτομα· η ολότητα συνιστά γεγονός της ύπαρξης, εφ’ όσον οικοδομείται από ζώσες ενότητες σχέσεων. Το θεμελιώδες γεγονός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ο άνθρωπος με τον άνθρωπο. Αυτό που προσδιορίζει ιδιόμορφα τον κόσμο των ανθρώπων είναι προ παντός ότι εδώ μεταξύ όντος και όντος μεσολαβεί κάτι, που όμοιό του δεν μπορεί να βρεθεί πουθενά στην φύση.» (ό.π., σελ. 136)

Έτσι, φτάνει ο Μπούμπερ στην σύλληψη της έννοιας του Μεταξύ: «Η αντίληψη που θεμελιώνει την έννοια Μεταξύ μπορεί να προκύψει, αν η σχέση μεταξύ των ανθρώπινων προσώπων δεν εντοπισθεί πλέον, ως συνήθως, στον εσωτερικό κόσμο των ατόμων ξεχωριστά ή σ’ έναν γενικό κόσμο που τα περιέχει και τα καθορίζει, αλλά ουσιαστικά στην περιοχή μεταξύ τους. Το Μεταξύ δεν αποτελεί μια βοηθητική κατασκευή, αλλά πραγματικό τρόπο και φορέα διανθρωπίνων συμβάντων· δεν επέσυρε ειδική προσοχή, επειδή, διαφορετικά απ’ ό,τι η ατομική ψυχή και το περιβάλλον, δεν παρουσιάζει μια ομαλή συνέχεια, αλλά συγκροτείται εκάστοτε εξ αρχής, ανάλογα με τις συναντήσεις των ανθρώπων […]» (ό.π., σελ. 136-137) Αυτός λοιπόν ο τόπος του Μεταξύ είναι η θεμελιώδης πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτός ο χώρος που δημιουργείται όταν δύο άνθρωποι συναντηθούν πραγματικά. «Μια συζήτηση αληθινή (μια συζήτηση δηλ. όπου οι παρεμβάσεις των διαφόρων συνομιλητών δεν έχουν συμφωνηθεί εκ των προτέρων, μια τελείως αυθόρμητη συζήτηση, κατά την οποία ο καθένας προκαλεί μιαν απρόβλεπτη απόκριση), μια ώρα διδασκαλίας αληθινής (η ώρα ενός μαθήματος δηλ. που δεν επαναλαμβάνεται με επαγγελματική ρουτίνα ούτε καταλήγει σε πορίσματα γνωστά εκ των προτέρων στον διδάσκοντα, αλλ’ εξελίσσεται γεννώντας αμοιβαίες εκπλήξεις), ένας αληθινός, όχι καθημερινός εναγκαλισμός, μια μονομαχία αληθινή κι όχι φτιαχτή – το ουσιαστικό στοιχείο σ’ όλα αυτά τα συμβάντα δεν συντελείται στον ένα ή στον άλλο από τους συμμετέχοντες, ούτε σ’ έναν κόσμο ουδέτερο που τους περιλαμβάνει αμφότερους μαζί με όλα τα άλλα πράγματα, αλλά στην κυριολεξία μεταξύ των δύο, σε μια διάσταση που είναι κατά κάποιον τρόπο προσιτή μόνο σ’ αυτούς τους δύο.» (ό.π., σελ. 137)

Σε αυτό το Μεταξύ, στο χώρο που δημιουργείται όταν δυο άνθρωποι συναντηθούν πραγματικά, λαμβάνει χώρα ο διάλογος. «[Ό]ταν δύο άτομα «συμβούν» το ένα στο άλλο, τότε υπάρχει ένα ουσιώδες υπόλοιπο που είναι κοινό σ’ αυτούς αλλά εκτείνεται πέρα απ’ την ειδική σφαίρα του καθενός. Αυτό το υπόλοιπο είναι η βασική πραγματικότητα, η “σφαίρα του μεταξύ” (das Zwischenmenschliche). Η συμμετοχή και των δύο συνεργατών είναι κατ’ αρχήν αναγκαία σ’ αυτή τη σφαίρα, είτε η αμοιβαιότητα είναι απόλυτα ενεργή είτε ικανή να πραγματοποιηθεί άμεσα με τελειοποίηση ή εντατικοποίηση. Το ξεδίπλωμα αυτής της σφαίρας ονομάζεται απ’ τον Μπούμπερ “το διαλογικό”. […] Το νόημα αυτού του διαλόγου δε βρίσκεται ούτε στον ένα ούτε στον άλλο απ’ τους μετέχοντες, ούτε και στους δύο μαζί, αλλά στην αλληλεπίδρασή τους.» (Maurice S. Friedman, Martin Buber: The Life of Dialogue, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 42002 (1η έκδ. 1955), σελ. 98)

Ο Μιχαήλ Μπαχτίν επηρεάστηκε καθοριστικά, όπως το παραδέχεται και ο ίδιος, απ’ το έργο του Μάρτιν Μπούμπερ. Ιδιαίτερα η έννοια του Μεταξύ και η εξέχουσα σημασία του διαλόγου για την ανθρώπινη ύπαρξη ήταν ιδέες που γονιμοποίησαν το έργο του Μπαχτίν.

Ο Β. ξερόβηξε και ρώτησε τον Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς τη γνώμη του για τον Μπούμπερ.

Για τον Μπούμπερ ο Μιχαήλ Μιχαήλοβιτς είχε τη γνώμη ότι αυτός –ο Μπούμπερ– ήταν ο σπουδαιότερος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα και, ίσως, ο μοναδικός γενικά φιλόσοφος αυτού του καχεκτικού φιλοσοφικά αιώνα. Ακριβώς επειδή προσέχει να μη συγχέει τη φιλοσοφία με τα δύο άλλα, ξένα προς αυτήν είδη πνευματικής απάθειας: τη σοφία και τον στοχασμό, και τον φιλόσοφο με τους φορείς αυτών των ειδών: τον σοφό και τον στοχαστή. […] ο Μπούμπερ είναι φιλόσοφος. Κι εγώ του οφείλω πολλά. Ιδιαίτερα την ιδέα του διαλόγου. Αυτό εξάλλου είναι προφανές σε όποιον διαβάζει τον Μπούμπερ…

(Μάγια Καγκάνσκαγια, «Шутовской хоровод», Собрание сочинений [Άπαντα], τόμ. 1, Salamandra P.V.V., 2011, σελ. 292-293)

Η ιδέα του διαλόγου και της διαλογικότητας μπορεί να ανιχνευτεί σε όλο το έργο του Μπαχτίν, ιδιαίτερα όμως κατά την τελευταία του περίοδο (1950-1975). Για παράδειγμα, στα Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι διαβάζουμε:

Είναι αδύνατο να κατακτήσεις τον έσω άνθρωπο, να τον δεις και να τον καταλάβεις μετατρέποντάς τον σε αντικείμενο ψυχρής και αντικειμενικής ανάλυσης ή ταυτιζόμενος και συμπάσχοντας μαζί του. Όχι, ο μόνος δρόμος να τον πλησιάσεις και να τον αποκαλύψεις ή μάλλον ο μόνος δρόμος για να τον αναγκάσεις να αποκαλυφθεί από μόνος του, είναι μέσα από την επικοινωνία μαζί του, δηλαδή διαλογικά. Και η απεικόνιση του έσω ανθρώπου με τον τρόπο που το θέλει ο Ντοστογιέφσκι είναι δυνατή μόνο μέσα από την απεικόνιση της σχέσης με τον άλλο. Μόνο μέσα από την επικοινωνία, μέσα από την αλληλεπίδραση των ανθρώπων μεταξύ τους μπορεί να αποκαλυφθεί ο «άνθρωπος στον άνθρωπο»: τόσο απέναντί στους άλλους όσο και απέναντι στον εαυτό του.

Είναι λοιπόν απολύτως κατανοητό ότι στο κέντρο του καλλιτεχνικού κόσμου του Ντοστογιέφσκι δεν μπορεί παρά να βρίσκεται ο διάλογος, και μάλιστα ο διάλογος όχι ως μέσο αλλά ως αυτοσκοπός. Ο διάλογος δεν αποτελεί εν προκειμένω τον προθάλαμο της δράσης, αλλά την ίδια τη δράση. Ακόμα λιγότερο είναι εδώ ο διάλογος μέσο αποκάλυψης ή υπόδειξης ενός έτοιμου ανθρώπινου χαρακτήρα: όχι, ο άνθρωπος δεν εμφανίζεται στο ντοστογιεφσκικό έργο με τα εξωτερικά του στοιχεία – γίνεται για πρώτη φορά αυτός που είναι. Και το επαναλαμβάνουμε: όχι μόνο για τους άλλους αλλά και για τον εαυτό του. Να είσαι σημαίνει να επικοινωνείς διαλογικά. Όταν τελειώνει ο διάλογος, τελειώνουν όλα. Για το λόγο αυτό ο διάλογος, στην πραγματικότητα, δεν μπορεί και δεν πρέπει να τελειώνει.

(Μιχαήλ Μπαχτίν, Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, επιμ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, εισαγ. Δημήτρης Τζιόβας, Πόλις, Αθήνα 2000, σελ. 404-405)

Αλλά και στο κείμενό του «Προς μια επανεπεξεργασία του βιβλίου για τον Ντοστογιέφσκι», ο Μπαχτίν γράφει: «Η διαλογική φύση της συνείδησης, η διαλογική φύση της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Η μοναδική κατάλληλη μορφή γλωσσικής έκφρασης της πραγματικής ανθρώπινης ζωής είναι ο ανολοκλήρωτος διάλογος. Η ζωή από τη φύση της είναι διαλογική. Να ζεις σημαίνει να συμμετέχεις στο διάλογο: να ρωτάς, ν’ ακούς, ν’ απαντάς, να συμφωνείς κ.λπ. Σ’ αυτό το διάλογο ο άνθρωπος συμμετέχει ολόκληρος και καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του: με τα μάτια, με τα χείλια, με τα χέρια, με την ψυχή, με το πνεύμα, με όλο του το σώμα, με τις πράξεις του. Βάζει όλο τον εαυτό του στο λόγο, και αυτός ο λόγος εισέρχεται στον διαλογικό ιστό της ανθρώπινης ζωής, στο παγκόσμιο συμπόσιο.» (Μιχαήλ Μπαχτίν, «К переработке книги о Достоевском», [«Προς μια επανεπεξεργασία του βιβλίου για τον Ντοστογιέφσκι»], Эстетика словесного творчества [Αισθητική της γλωσσικής δημιουργίας], Искусство, Μόσχα 21986 (1η έκδ. 1979), σελ. 318)

Γιώργος Πινακούλας

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: