Αινείας λυόμενος

Aeneas

Ο Αινείας αποτελεί το δεύτερο από τα τρία κείμενα τα οποία απαρτίζουν τη συλλογή Τα ταξίδια μου (τα άλλα δύο είναι το Σύνδρομο του Balint και το Κόσμημα) του Γιώργου Χειμωνά.[1] Πρόκειται για αυτόνομα αφηγήματα που ο συγγραφέας τους αποκαλούσε άλλοτε «νουβέλες»[2] και άλλοτε «διηγήματα»[3]. Παρά τη φαινομενική τους αυτοτέλεια, τα κείμενα αυτά πρέπει να διαβαστούν ως ένα ενιαίο σύνολο, εφόσον και τα τρία αναφέρονται στο κομβικό για τον Χειμωνά ζήτημα της συγγένειας. Γράφει, λοιπόν, «για ταξίδια σ’ αυτούς ακριβώς τους πιο κρυφούς επώδυνους και σκοτεινούς τόπους των σχέσεων του ανθρώπου με τον άνθρωπο, στις τρεις μεγάλες του συγγένειες αίματος: με τη μητέρα, τον πατέρα και το παιδί»[4]. Ο Χειμωνάς θεωρούσε τις ομόκεντρες «νουβέλες» των Ταξιδιών κείμενα υποδεέστερα από πλευράς φιλοδοξίας, «κατώτερο είδος γραφής»[5], αφού απομακρύνονται αισθητά από την αυστηρή θεματολογία του προηγούμενου έργου του, η οποία άρχισε με τον Γιατρό Ινεότη και κορυφώθηκε στους Χτίστες. Η υπόθεση του Αινεία, υποτυπώδης, σχεδόν πρωτεϊκή: ο ανώνυμος αφηγητής φτάνει στο Παρίσι για να «σπουδάσει τον Λόγο». Συνδέεται με τον γοητευτικό ψυχίατρο Chain, ο οποίος μελετά την ομιλία των σχιζοφρενών. Κατά την περιπλάνησή του στην πλατεία Aligre, γνωρίζει τον Bleimor, τον ηλικιωμένο πατέρα του Chain, το πρόσωπο του οποίου του ανακαλεί μια ακαθόριστη ανάμνηση. Αργότερα, ο ήρωας θα προσκληθεί στο σπίτι του Chain και θα γνωρίσει τη γυναίκα του, Claire. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του Chain, θ’ αναγνωρίσει στον Bleimor τον πατέρα του και θ’ αναλάβει, ως άλλος Αινείας, να τον μεταφέρει στους ώμους του. Ο πρωτοπρόσωπος ιμπρεσιονιστικός αφηγητής υιοθετεί εξαρχής έναν εξομολογητικό, αυτοαναλυτικό τόνο: «Έφθασα ξημέρωμα στο Παρίσι. Βγήκα από τον σταθμό. Στάθηκα και είδα την πολιτεία. Ακατοίκητο άγνωστο τοπίο ξένο κι εγώ που ποτέ δεν αγάπησα άνθρωπο ή τόπο» (σ. 405). Η εικόνα του σταθμού ανασύρει μνήμες της Θεσσαλονίκης, με τον οσφρητικό τρόπο του Μαρσέλ Προυστ στο Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο[6]: «Μια γνώριμη και διαπεραστική οσμή καπνού με χτύπησε κι από πηχτά μαύρα νερά αναδύθηκε και πάλι καταποντίσθηκε. Πρόλαβα κι είδα ρυάκια στους τοίχους. Η Θεσσαλονίκη που πάρθηκε κι είχε χαθεί για πάντα» (ό.π.). Η περιγραφή του γιατρού Chain υπονομεύει κάθε ρεαλιστική σύμβαση, διαθλώμενη μέσα από την παραμορφωτική εστίαση του ήρωα:

Ανάμεσα στους γάλλους γιατρούς τον ξεχώρισα γιατί ήταν αγέρωχος και σιωπηλός ο docteur Chain. Ακίνητος και ξανθός τα φωτεινά μαλλιά του και σκαφτό το νεαρό του πρόσωπο. Μια ασταθής σκιά έπεφτε πάνω στην μορφή του κι εκεί στο πέρασμα της σκιάς από το μέτωπο στο κλεισμένο στόμα ήσυχα και σβηστά τα μάτια του (ό.π.).

Στην πλατεία της Aligre, ο ήρωας θα συναντήσει τον Bleimor, μέσα σ’ ένα κλίμα υπόκωφα ερωτικό, καβαφικών καταβολών[7]:

Κάθε πρωί πήγαινα και καθόμουν εκεί. Πάνω στις πέτρες καταγής στο τσιμέντο άπλωναν πράγματα ψεύτικα και φανταχτερά. Έμποροι του υποκόσμου αλκοολικοί και διεστραμμένοι. Από όλες τις φυλές εσκόρπιζαν σ’ ολόκληρη την πλατεία τις άθλιες πραμάτειες τους στέκονταν μέσα στο κρύο και παραμονεύαν. […] Γύρω από την Aligre στις βρώμικες παρόδους κατοικούσαν παροικίες περσών και αράβων. Λίγο πριν το μεσημέρι επρόβαιναν από τις παρόδους οι νεαροί πέρσες. Ανέγγιχτης ομορφιάς διωγμένες ράτσες. […] Είμαι ομοφυλόφιλος λέει ο Bleimor. Τώρα μου αρκεί να βλέπω. Έρχομαι εδώ να βλέπω. Στέκομαι σε μιαν άκρια και παρατηρώ την ωραιότητα των περσών. Καμμιά φορά με λυπούνται. […] Μεθυσμένοι γίνονται πολύ συναισθηματικοί και μου επιτρέπουν. Μπαίνω στα σπίτια τους. Κάθομαι σε μια γωνιά και κοιτώ (σ. 406-408).

Ο πρωταγωνιστής θα περιηγηθεί την ερεβώδη γεωγραφία του Παρισιού, από το ξενοδοχείο της οδού Vaugirard, την κλινική Salpêtrière, τη γέφυρα Austerlitz, ως την μικρή πλατεία και το σπίτι του Chain στις Βερσαλλίες για να καταλήξει «σ’ ένα στενό δωμάτιο της Aligre» (σ. 413). Ωστόσο, η πόλη προσλαμβάνεται ως ένα αποκαλυψιακό τοπίο μοναξιάς και ερήμωσης: «Ακατοίκητο άγνωστο τοπίο ξένο» (σ. 405), «μικρές αυλές χορταριασμένες έρημα παγωμένα πάρκα» (σ. 406), «έρημη άγνωστη χώρα» (σ. 414). Η εξαντλητικά λεπτομερής παρουσίαση της οικίας του Chain υπονομεύεται από την ονειρική, παραισθητική ατμόσφαιρα της τελικής σκηνής:

Τα δωμάτια ήταν μακρόστενα και συγκοινωνούσαν. Το ένα έβγαζε στο άλλο με μια διάμεση χαμηλή πόρτα ντυμένη με την ροζ ταπετσαρία των τοίχων. Τα δωμάτια μου φανήκαν άδεια αλλά πρόσεξα μακρυές βιβλιοθήκες στοιβαγμένα παληά βιβλία. Οι χρυσοί τίτλοι τους εφέγγιζαν μέσα στο σκοτάδι κι ανάμεσα στα βιβλία υπήρχαν πολλές κούκλες. Τα αχνά τους πρόσωπα από πορσελάνη και οι σκληροί σάπφειροι των ματιών τους (σ. 409).

Και αμέσως μετά:

Με πάταγο άνοιξε μια πόρτα. Ένα τραχύ φως χύθηκε παντού. Πολλοί άνθρωποι παρουσιάσθηκαν. Στάθηκαν εκεί και μας κοιτάζουν. Είδα τον πατέρα του Chain. Ώρμησε κατεπάνω μας. Μας έσπρωξε βάναυσα. Πεθαίνει τον εφώναξα. Αλλά δεν άκουε μας έσυρε μέσα στο μεγάλο φωτισμένο σαλόνι. Ήταν ένας χώρος φαντασμαγορικός. Τοιχογραφίες με ζωηρές γαλάζιες και κόκκινες σκηνές θύμιζαν Fragonard. Σ’ έναν τοίχο μέσα στο χρυσάφι έλαμπε ένας Ρέμπραντ. Υπήρχαν πολλοί άνθρωποι. Αλλά ήταν άνθρωποι λαϊκοί. Ανέκφραστοι συνωστίζονταν ανάμεσα στα πολύτιμα έπιπλα. Πεθαίνει φώναξα αλλά κανείς δεν άκουσε (σ. 412).

Η αναγνώριση του Bleimor από τον ήρωα ανακαλεί τη σηματουργία της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας: «Είδα το πρόσωπο του πατέρα του Chain. Πρησμένο από κακία από έναν θυμό. Πάλι εγύρισε εκείνη η αναγνώριση και ξανά. Μου ανακάτωσε το νου. […] Τον αναγνωρίζω. Είναι ο πατέρας μου. Τον είχα εγκαταλείψει πριν δέκα χρόνια. Έκτοτε ποτέ δεν τον μνημόνευσα. Σα να είχε κιόλας πεθάνει» (σ. 412-413). Η πρώτη συνάντηση με τον Bleimor προοικονομεί την τελική έκβαση: «Ωστόσο ήταν ένα πρόσωπο ακαθόριστης ομοιότητας. Κάποια ένταση μου εθύμιζε έπρεπε να θυμηθώ. Όλη την ώρα ένιωθα πως η μορφή του από την αρχή ήμουν βαθιά και οδυνηρά επηρεασμένος από τη μορφή του. Εκαταλάβαινα πως τίποτε καλό δεν προμηνούσε η αναπότρεπτη αναγνώριση εκείνης της μορφής» (σ. 408). Εξάλλου, η παρουσία του ανώνυμου, βουβού πλήθους εν είδει χορού, ο δραματικός λόγος του ευγενούς Bleimor πάνω από τον ετοιμοθάνατο γιό του και η χρησμική απαγγελία της Claire υποβάλλουν την τραγική ένταση: «Άρχοντα μην οργίζεσαι. Πολλά θα σε αμείψω. Στον κραταιό μου τον στρατό. Σε κάμνω πρώτον κι αρχηγό» (σ. 413).

Η συμβολική θανάτωση του εραστή/ανταγωνιστή Chain οδηγεί στην καθαρτική επανένωση με τον ευνουχιστικό, ομοφυλόφιλο πατέρα. Ο Βlaimor τη στιγμή του θανάτου του γιού του θα πει:

σ’ αυτόν εδώ. Εγώ καταλήγω. Χάθηκε καταστράφηκε ό,τι εγώ έπρεπε να ζήσω. Ό,τι εγώ έπρεπε να ορίζω ό,τι εγώ. Ετοιμάσθηκα να είμαι. Αγωνίσθηκα για να είμαι. Είμαι αυτός. Αυτός είναι το τέλος μου. Από την αρχή που εφάνηκε στον κόσμο ήταν το τέλος μου. Αυτός που θα με άρχιζε. Εμένα. Εγώ που ήμουν το άπειρο. Μίκρυνε εξαθλίωσε την ζωή μου την απέραντη. Κατέλυσε την μεγάλη μου μοίρα την πελώρια και τίποτα από το θαύμα μου. Τίποτα δεν εκράτησε (σ. 412-413).

ενώ ο ήρωας θα επαναλάβει, με ελάχιστες παραλλαγές, τα ίδια λόγια:

Ήσουν η μικρή μου μοίρα. Επέστρεφα συνέχεια σε σένα. Εκεί που έφθασες μέχρις εκεί θα έφθανα. Ό,τι μπόρεσες θα μπορούσα. Ό,τι ελάχιστο έκαμες ακόμη πιο ελάχιστο θα έκαμνα κι εγώ. Εγώ που ήμουν το άπειρο. Με έκλεισες με κράτησες στα χαμηλά στο χώμα και μόνο γιατί υπήρχες. Τίποτα δεν κατάλαβες από το θαύμα μου. Από πάντα κι από τότε που φάνηκα στον κόσμο. Ήσουν εκεί πάντα. Ήσουν το όριό μου. Εμπρός μου ήσουν από πριν και πριν η ζωή μου αρχίσει. Ήσουν το τέλος μου (σ. 414).

Σύμφωνα με αυτοσχόλιο του Χειμωνά, η αμφιθυμική, «παράφορη και μαζί εχθρική σχέση του με τον πατέρα του […] τον βαραίνει σαν μια αναπόδραστη ισόβια καταδίκη».[8] Το ζήτημα του ανθρώπινου ορίου διαπερνά υποδόρια τον Αινεία, όπως είδαμε στα προαναφερθέντα αποσπάσματα. Ένα όριο προπάντων βιολογικό, αλλά και κατ’ επέκταση δημιουργικό: ο λόγος νοείται ως εξόρυξη των βαθέων στρωμάτων της προηγηθείσας λογοτεχνικής παρακαταθήκης.

Το διήγημα μπορεί ν’ αναγνωσθεί και ως αλληγορία της οδυνηρής πορείας προς την αυτογνωσία. Το ζήτημα της καταγωγής ή της προέλευσης επανέρχεται διαρκώς στον Αινεία. Ο ήρωας, με σχεδόν νοσηρή περιέργεια, ερευνά το παρελθόν της κλινικής Salpêtrière: «Με περιέργεια αναζητούσα την καταγωγή του νοσοκομείου στις κρυφές του απαγορευμένες κώχες. Είχε χτιστεί ως εργοστάσιο νίτρου. Από εκεί πήρε το όνομα Salpêtrière» (σ. 406), ενώ ο vicomte de Bleimor θα του αποκαλύψει: «Δεν είμαι ακριβώς γάλλος. Bleiz σημαίνει λυκος». Blaimor στα βρετονικά σημαίνει «λύκος της θάλασσας» (σ. 408). Ο Chain, εν συνεχεία, θα συνδέσει την τρέλα με τη φιλοσοφία:

Σαν από την Μίλητο. Το πυρ και ο αήρ. Η γέννηση της σχιζοφρένειας είναι η ίδια με τη γέννηση της φιλοσοφίας. Είναι φιλοσοφική. Σχιζοφρένεια είναι του όντος. Όμως το ον δεν μιλά φώναξε σαν μια διαμαρτυρία. Μου ήρθαν στο νου λόγια σχιζοφρενών. Αυτά θα εννοούσε. Τους σχιζοφρενείς που ανακαλύπτουν τις αρχές του κόσμου. Σαν τον Θαλή και σαν τον Αναξιμένη. Θολή βοή από την Μίλητο και λεν πως είναι το νερό κι είναι η γη και ο αέρας (σ. 411).

Παρόλο που στα Ταξίδια μου ο Χειμωνάς καταφεύγει σε μια περισσότερο εξομαλυμένη γραφή, δίχως τις γλωσσικές ακρότητες κειμένων όπως ο Αδελφός ή οι Χτίστες, διατηρεί, εντούτοις το γνώριμο ύφος του: φράσεις υποβλητικής ποιητικότητας: «Πρασινωπό και φαιό το χρώμα που έχει η αυγή του θανάτου κι αρχίζει μόλις να χαράζει ο θάνατος πίσω από ένα σκοτεινό βουνό» (σ. 411) ή «Σαν ένα ρίγος χορδής γλύστρησε η άγρυπνη σαύρα της νύχτας χάθηκαν όλοι» (σ. 413). Παρεμβολές έμμετρου λόγου: «Φυσά και την ανάβει και την σβήνει. Ποτέ δεν θα το πει το μυστικό η σελήνη. Πώς φέγγει! αλλά στη νύχτα. Φως δεν δίνει» (σ. 412). Ελλειπτικές, εμφανώς αντιγραμματικές προτάσεις, οι οποίες αναδεικνύουν την προφορική καταγωγή τους: «Το εξωτερικό του σπιτιού δεν έβλεπες τίποτε. […] Η είσοδος έμπαινες από μια δίφυλλη ξύλινη πόρτα» (σ. 408). Έλλειψη του κόμματος και παράλληλα κατάχρηση της τελείας που έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη μιας ιδιοσυγκρασιακής, εσωτερικής ρυθμικότητας: «Αγωνία κι έρωτας και όλα αυτά κλυδωνίζονταν διαρκώς κινδυνεύαν» (σ. 410) ή «Βγήκαμε φύγαμε πήγαμε. Μακριά βαθειά μέσα στην ξένη πόλη. Χρόνια να περιφέρομαι και κουβαλώ τον πατέρα μου στους ώμους. Με ό,τι βρω τον συντηρώ και ζω κι εγώ μαζί του» (σ. 414).

Απαστράπτον «δοκίμιο για τη βιολογική δουλεία του όντος»[9], επικίνδυνη κατάβαση στο «άβατο αιμομικτικό σπήλαιο του λόγου»[10] και εφιαλτική διόγκωση της θανάσιμης αγωνίας του δημιουργού, ο Αινείας κατορθώνει να παρασύρει τον αναγνώστη στο αναπάντεχο, ονειρώδες και απροσδιόριστα απειλητικό σύμπαν του. Η περίτεχνη αρχιτεκτονική του αφηγήματος μοιάζει άλλοτε τρομακτικά εύθραυστη και άλλοτε απολύτως συμπαγής.[11] Αυτή ακριβώς η εξακολουθητική «νευματομανία του άφατου» που επέκρινε ο Κωστής Παπαγιώργης[12] διασώζει το εγχείρημα του Χειμωνά από τους σκόπελους του στρυφνού, δύσκαμπτου μανιερισμού, καθιστώντας την πεζοπορία στους ατελεύτητους δαιδάλους των Ταξιδιών μια εξόχως συναρπαστική περιπέτεια.

[1] Βλ. Γιώργος Χειμωνάς «Τα ταξίδια μου», Πεζογραφήματα (εισ.-επιμ.-χρον. Ευριπίδης Γαραντούδης), Καστανιώτης, Αθήνα 2005, σ. 397-424.
[2] Έλενα Χατζηιωάννου, «Ταξίδια στους σκοτεινούς τόπους των σχέσεων. Ο Γιώργος Χειμωνάς μιλάει για το καινούριο βιβλίο του», Το Βήμα της Κυριακής, 9 Δεκεμβρίου 1984. Αναδημ. στο Ευριπίδης Γαραντούδης, «Χρονολόγιο βίου και έργου Γιώργου Χειμωνά», Γιώργος Χειμωνάς, Πεζογραφήματα, ό.π., σ. 618-619: 618.
[3] Γιώργος Χειμωνάς, Το ένατο μάθημα για τον Λόγο. Ομιλία-Συζήτηση, Καστανιώτης 2001, σ. 30-31.
[4] Έλενα Χατζηιωάννου, «Ταξίδια στους σκοτεινούς τόπους των σχέσεων. Ο Γιώργος Χειμωνάς μιλάει για το καινούριο βιβλίο του», ό.π., σ. 618-619.
[5] Γιώργος Χειμωνάς, Το ένατο μάθημα για τον Λόγο. Ομιλία-Συζήτηση, ό.π., σ. 31.
[6] Βλ. Σωτήρης Ζήκος, «Ο καθαρός λόγος του Γιώργου Χειμωνά ως τελείωση και τέλος του λόγου», Ο Παρατηρητής, τχ. 29 (Χειμώνας 1997), σ. 23-31. Αναδημ. στο Ευριπίδης Γαραντούδης, ό.π., σ. 623.
[7] Βλ. Γιώργος Δ. Παγανός, «Γιώργος Χειμωνάς», Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67, τόμος Η΄, Σοκόλης, Αθήνα 1992, σ. 250-297: σ. 274.
[8] Έλενα Δ. Χατζηιωάννου, «Γιώργος Χειμωνάς, Δεν ξαναγράφω λογοτεχνία», Τα Νέα, 22 Οκτωβρίου 1990.
[9] Έλενα Χατζηιωάννου, «Ταξίδια στους σκοτεινούς τόπους των σχέσεων. Ο Γιώργος Χειμωνάς μιλάει για το καινούριο βιβλίο του», ό.π.
[10] Γιώργος Χειμωνάς, Η Δύσθυμη Αναγέννηση, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1987, σ. 72.
[11] Η μαύρη δαντέλα του Χειμωνά έχει παρόμοια υφή με τα ζοφερά παραμύθια του Ε. Τ. Α. Χόφμαν και τις έκπαγλες φαντασμαγορίες του Μπρούνο Σουλτς.
[12] Βλ. Κίμων Νησιώτης [= Κωστής Παπαγιώργης], «Γιώργος Χειμωνάς, Τα ταξίδια μου, Κέδρος, Αθήνα, 1984», Κριτική και Κείμενα, τχ. 3 (Καλοκαίρι 1985), σ. 273-274.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: