Για την πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά

Leonora-Carrington

Η λογοτεχνία του Γιώργου Χειμωνά[1] αποτελεί την πλέον ρηξικέλευθη περίπτωση στον χώρο της νεοελληνικής πεζογραφίας. Τα δυσπρόσιτα κείμενά του βυθοσκοπούν τα όρια και τις δυνατότητες του λόγου ως μέσου έκφρασης της ανθρώπινης εμπειρίας.[2] Η γραφή του θεματοποιεί την νευροψυχολογική θεωρητική προεργασία του πάνω στη φύση του λόγου[3]. Ο ίδιος ο Χειμωνάς συνιστά μοναδικό φαινόμενο αυτοσχολιαστικού συγγραφέα: η δοκιμιογραφία του φωτίζει την αμιγώς λογοτεχνική του παραγωγή και το αντίστροφο. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν μπορούμε να διαβάσουμε το πρωτότυπο λογοτεχνικό του έργο ερήμην της συνολικής αντίληψής του για τον λόγο και των συναφών ερευνητικών του αναζητήσεων[4]. Η «αλαζονική»[5] λογοτεχνία του εξερευνά δύο «νοήματα-βιώματα»[6] ή «θέματα-βιώματα»[7], το «όριο του ανθρώπου»[8] και το «τέλος του καιρού»[9]. Όριο του ανθρώπου: «μέχρι που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος»[10] ως οντότητα ψυχολογική και διανοητική. Τέλος του καιρού: «τέλος του πολιτισμού μας […], το τέλος μιας ιδεολογίας, ενός τρόπου σκέψης, μιας ηθικής, μιας γλώσσας, μιας μορφής νόησης, που κράτησε τρεις χιλιάδες χρόνια»[11], τον θάνατο ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού, με όρους αποκαλυψιακούς, και με εικονοποιία που προσιδιάζει στις αναπαραστάσεις της «συντέλειας του κόσμου».[12] Τα δύο αυτά θέματα, τα οποία είναι αλληλένδετα (αφού «τέλος είναι η συνείδηση ορίου»[13]), εισάγονται στην πεζογραφία του Χειμωνά με τον Γιατρό Ινεότη. Είναι χαρακτηριστική η έναρξή του:

Πρόκειται να έρθει το νέο είδος των ανθρώπων ένα άλλο είδος ξαφνικό. Μια νέα ράτσα κι απόλυτοι θα έχουν μια αφάνταστη τελειότητα. Οι παληοί άνθρωποι κι αυτός ο τρομαγμένος λαός πρέπει να εξαφανιστούν. Κανονίστηκε να πεθάνουν σε μια ωρισμένη μέρα. Αλλά πρέπει να γυρίσουν ο καθένας στον τόπο του κι εκεί θα πεθάνει.[14]

Ο ήρωας του αφηγήματος θ’ αποφανθεί: «μέσα μου τελειώνουν οι άνθρωποι. Συνορεύω»[15]. Στο εξόχως διαφωτιστικό ποιητικό αυτοσχόλιό του από τη Δύσθυμη Αναγέννηση ο συγγραφέας θα δηλώσει: «Μιλώ λοιπόν για μια λογοτεχνία Επείγουσα, μια Γενική λογοτεχνία, που ανακεφαλαιώνει τα συμπερασματικά συναισθήματα των ανθρώπων και ιστορεί τις επικίνδυνες πράξεις τους».[16]

Ο Χειμωνάς αντιμετωπίζει τον μύθο μ’ έναν τρόπο εντελώς διαφορετικό από εκείνον του λεγόμενου υψηλού μοντερνισμού: ανατρέχει στους ήδη υπάρχοντες μύθους όχι για να τους ανατρέψει ή να τους παρωδήσει αλλά για να βρει ασφαλές έδαφος προκειμένου να ανακοινώσει τη δική του απαρηγόρητη μυθολογική εκδοχή. Ο ίδιος θα σημειώσει:

Είναι επόμενο, εξαιτίας της ατροφίας της κοσμολογικής μυθολογίας, η κατασκευή ενός τέτοιου μεγέθους σύγχρονου μύθου να ανακαλεί τρόπους παλαιικής μυθοπλασίας – ή και αυτούσιους αρχαίους μύθους, ασφαλώς όμως τροποποιημένους, ώστε να χωράν σ’ ένα σύγχρονο νοήμον αφήγημα.[17]

Συνεχίζει εμφαντικότερα:

Η μυθολογική ξηρασία που εστράγγισε το κοσμολογικό μας τοπίο ίσως να εξηγεί το γεγονός ότι η οποιαδήποτε πλέον μυθολογική, δηλαδή εντός των τειχών της τέχνης, περί κόσμου απόπειρά μας δεν καταγράφεται σ’ έναν καινούργιο, κενό, αναπαραστατικό χώρο, αλλά επιχαράσσεται επάνω στους παλιούς μύθους, και η κοσμολογία μας, πάντα δια της τέχνης, δεν επιτρέπεται να έχει άλλην όψη από εκείνην του παλίμψηστου.[18]

Ο Χειμωνάς θεωρεί καθοριστικής σημασίας τη μυθολογική θωράκιση των γραπτών του. Εκτός αυτού, η καταφυγή στον μύθο, πέραν του ότι «καρφών[ει] το κείμεν[ο] […] πάνω στον τόπο και πάνω στον χρόνο»[19], διαλύοντας τον «φόβο του κενού χώρου»[20], προσδίδει στον πεζογράφο ασφάλεια και αλληλεγγύη:

[…] η χρήση του παλαιού μύθου δεν γίνεται τόσο για να κατοχυρωθεί η αρχαία καταγωγή της αγωνίας, δεν γίνεται μόνον από την ανάγκη του κενού που κατέλιπε ο θάνατος της φαντασμαγορίας του υπερφυσικού, δηλαδή το τέλος του Μύθου – γίνεται, επιμένω, από κάποιο είδος αλληλεγγύης προς τον αρχαίο δημιουργό: να περιληφθεί ο λόγος του στην σύγχρονη ομιλία. Πλην των άλλων, αυτή η αλληλεγγύη, αυτή η γενναιοδωρία δεν είναι αφιλοκερδής· το αντάλλαγμα είναι ένα απίστευτα συγκεκριμένο συναίσθημα ασφάλειας, που ο σύγχρονος λόγος μου συνδέεται με τον προγονικό του. Έχω ανάγκη από τεκμήρια για την ευγένεια της γλώσσας μου – αλλιώς, δεν μπορώ να μιλήσω.[21]

Από το λοξό Künstlerroman του «ασπόνδυλου» Πεισίστρατου και τα βραχώδη εδάφη της Εκδρομής έως την αναγεννησιακή έξαρση των Χτιστών και τον ακροτελεύτιο Εχθρό του Ποιητή, ο Χειμωνάς σκηνοθέτησε ένα ιλιγγιώδες θέατρο της διάλυσης του ανθρώπινου σώματος. Τα οραματικά κείμενά του βρίθουν από σώματα οιδηματώδη, παραμορφωμένα και ακρωτηριασμένα. Αναπαραστάσεις τερατογονιών και σπαρασσόμενων οργάνων. Χαίνουσες σάρκες, αποτρόπαιους φόνους, βίαιες σκηνές ανθρωποφαγίας. Ζοφερές τελετουργίες και εκθαμβωτικές μεταμορφώσεις. Ακατάσχετες εκκρίσεις και αιματηρά αποκαλυπτικά ολοκαυτώματα. Μνημειώδεις νωπογραφίες εξοντωτικών διαμελισμών ή, όπως ο συγγραφέας τους σημειώνει, «μαθήματα περιγραφικής ανατομίας»[22], εφόσον μοναδικό «κίνητρο της τέχνης […] είναι το ανθρώπινο σώμα […], δηλαδή «ένα απτό, ψηλαφητό, υπαρκτό σημείο, όπου διασταυρώνονται όλα τα πράγματα του κόσμου».[23] Στον Γάμο διαβάζουμε:

Λαμπάδιασε η ζωή της κι ακόμα καίγεται. Άρπαξαν την Αικατερίνη την περνούν από ακατονόμαστα μαρτύρια. Τροχοί την ξεσκίζουν. Οι βασανιστές μαίνονται και την ποδοπατούν. Αλλά η Αικατερίνη εξακολουθεί να ζει χάρη στο τρόμασμα και την αναγεννά. Σκισμένη και τα μέλη της κολλημένα στο χώμα. Πλατιά καθώς χτυπήθηκαν με σφύρες άπλωσαν κι έγιναν ένα με τη γη. Αλλά συνέχεια τρέμουν σαν ζωντανές μεμβράνες.[24]

Στους Χτίστες η εικαστική διόγκωση οξύνεται περαιτέρω:

Έμεινε έγκυος κι όταν βάρυνε κι ήρθε η ώρα να γεννήσει επλάγιασε σ’ ένα μικρό δωμάτιο μακριά απ’ το σπίτι. […] Βογγούσε μέρες και νύχτες. Το παρακαλητό αδυνάτισε κι έτρεξαν. Είδαν το έμβρυο τρομακτικά μεγαλωμένο. Δίχως να γεννηθεί έσπρωχνε από μέσα τα διαφανή ελάσματα του αμνίου. Τυλιγμένο στις βυσσινιές του θήκες έπιανε ολόκληρο το σώμα της γυναίκας. Τεράστιο έμβρυο θηλυκό που επάλευε και τέντωνε την μήτρα και με αγωνία πάλευε για να απελευθερωθεί από το αιματωμένο δίχτυ της μάνας. Να ελευθερωθεί κι όχι από το σώμα εκείνης της γυναίκας και σα να πάλευε να βγει σε άλλον κόσμο. Αυτόν που είναι πιο πάνω από τον δικό μας και προς αυτόν παράσερνε και την μητέρα και την ξέσκιζε. Όμως αυτή δεν άντεξε κι όσο μπόρεσε κράτησε κι έπειτα αφανίστηκε. Πιασμένο μέσα στο σώμα της γυναίκας και την εκτόπισε στο τέλος. Τώρα την χώνευε αργά. Έβλεπες εκείνο που δημιουργείται να δημιουργεί. Αναποδογύρισε η σειρά του κόσμου κι ήταν σα να γυρνά προς τα πίσω το γέννημα και να γεννά αυτόν που το γεννούσε. Η γυναίκα είχε μικρύνει φριχτά και είχε καταντήσει ένα αποξηραμένο σώμα μικροσκοπικό. Μια μικρή γυναίκα κι ακόμα ζωντανή κρεμόταν από τον ομφαλό εκείνου του πελώριου εμβρύου.[25]

Ο λόγος του, αντιγραμματικός, ασθμαίνων και χασματικός, υπονομεύει δραστικά τον «συμβατικό, συννενοητικό κώδικα επικοινωνίας»[26], προκειμένου να δραματοποιηθεί η συμβολική λειτουργία της γλώσσας. Η στίξη είναι εντελώς ιδιόρρυθμη, οι προτάσεις ελλειπτικές, ετοιμόρροπες, σχεδόν εξαρθρωμένες, με τυπογραφικά κενά που εγκυστώνουν το «άλεκτο», αλλά και μια οργανική, «ορυκτή» γεωμετρία. Μια γλώσσα αποσπασματική και διαταραγμένη, όπου το κόμμα παντελώς απουσιάζει ενώ η συντακτική ροή διαστρεβλώνεται διαρκώς από αιφνίδιες συγκοπές, απροσχημάτιστες παρεκβάσεις και περίπλοκες αφηγηματικές διακλαδώσεις. Το ύφος κορυφώνεται σε μια δελφική, αναγγελτικών και μεσσιανικών τόνων, προφητική συμπύκνωση. Ο ίδιος θα προσθέσει: η «γλώσσα του ανθρώπου είναι θλιβερά κατάφορτη από λεκτικούς αυτοματισμούς – και ο δικός μου τρόπος να μιλώ είναι να τους διαλύω, για να μπορεί να λειτουργεί χωρίς εμπόδιο η ουσιώδης πραγματικότητα της γλώσσας, που είναι η συνείδηση»[27].

Έχει συχνά υποστηριχθεί πως η γραφή του Χειμωνά είναι αυτοφυής και περίκλειστη και πως ο ίδιος αποτελεί τη μοναχικότερη φωνή των γραμμάτων μας. Ο Παναγιώτης Μουλλάς θα γράψει:

Βρίσκεται ανάμεσα στον μύθο και στην ιστορία, στην τελετουργία και στο τετελεσμένο γεγονός, στην πεζογραφία και στην ποίηση. Έχει κάτι το αγγελικό αλλά και το δαιμονικό συνάμα. Είναι ένας εξερευνητής της αβύσσου. Ένας ονειρώδης ή ονειρικός αναχωρητής με μαύρη μπέρτα. Δεν ομαδοποιείται. Ούτε κατατάσσεται. Θα ήταν άχαρο να τον μπλέξεις με προγόνους, κινήματα, τάσεις, επιδράσεις, σχολές.[28]

Αυτός ο διακειμενικός απορφανισμός αποδεικνύεται στην ουσία παραπλανητικός. Ο Χειμωνάς συνομιλεί με μια σειρά κειμένων απ’ όλο το φάσμα της ελληνικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας: τον Όμηρο και τους προσωκρατικούς, την τραγωδία και το Περί Ύψους του Λογγίνου, την Παλαιά Διαθήκη και την Αποκάλυψη του Ιωάννη, τον Μακρυγιάννη, τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού και παράλληλα, τον Σαίξπηρ, τον Ντοστογιέφσκι και τον Κάφκα. Ανιχνεύονται εκλεκτικές συγγένειες με τον Τζόυς και τη μπεκετική εσχατολογία, το γαλλικό Νέο Μυθιστόρημα, τα Άσματα του Μαλντορόρ του Λωτρεαμόν, τα πυρετικά παραληρήματα του Αντονέν Αρτώ, τα στιλπνά πεζογραφήματα των Μωρίς Μπλανσό και Ζωρζ Μπατάιγ. Η γραφή του οικειώνεται τις ψυχαναλυτικές θεωρίες των Φρόιντ και Λακάν, ενώ δείχνει να παρακολουθεί τις σύγχρονες συζητήσεις της γλωσσολογίας και της σημειολογίας. Οι μακάβριες εικόνες της μυθοπλασίας του έχουν παραλληλισθεί με τη ζωγραφική του Ιερώνυμου Μπος, του Γκόγια και του Φράνσις Μπέηκον. Αυτό το δαιδαλώδες δίκτυο διακειμενικών αναφορών συμβάλλει στη δημιουργία ενός κειμένου υβριδικού και πολυπρισματικού, που υπερβαίνει κάθε σαφή και πάγιο ειδολογικό καθορισμό, ενός λόγου «γενικο[ύ] και κοιν[ού]»[29], ο οποίος, σύμφωνα με τον Χειμωνά, «δεν έχει τον χρόνο να εξελιχθεί προς την ποίηση ή την πεζογραφία, δεν έχει την πολυτέλεια να είναι ωραίος»[30]. Από την άλλη πλευρά, η διακειμενικότητα ενισχύει την ανοικείωση, εφόσον η διαπλοκή, η συγχώνευση και ο μετασχηματισμός των διακειμένων επιτρέπουν την ανάδυση ενός κειμένου-παλίμψηστου που συντελεί στη διαρκή διολίσθηση και διάχυση του νοήματος. Η πεζογραφία του Χειμωνά, σε γενικές γραμμές, εγγράφεται στο μοντερνιστικό ρεύμα, με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την εμμονή στη γλώσσα και τη μορφή, την αυτοαναφορικότητα και τη θεματοποίηση της ίδιας της συγγραφικής διαδικασίας, την άρνηση κάθε ρεαλιστικής αληθοφάνειας. Υπάρχουν, ωστόσο, μελετητές που τοποθετούν απερίφραστα τα κείμενά του στον μεταμοντερνισμό, αναδεικνύοντας τη νοηματική απροσδιοριστία, τον θραυσματικό και πολυδιασπασμένο μύθο, τη μεταμυθοπλαστική διάσταση των αφηγήσεών του, την υβριδικότητα καθώς και τη διάθεση αποδόμησης βασικών μοτίβων των μεγάλων μοντερνιστικών μυθιστορημάτων. Στην πραγματικότητα, η μεταιχμιακή λογοτεχνία του οξύνει τους καινοτόμους πειραματισμούς του αγγλοσαξωνικού και γαλλικού μοντερνισμού στο ακρότατό τους και ταυτόχρονα τους τερματίζει, συνοψίζοντάς τους.

Το έργο του Γιώργου Χειμωνά, εσαεί ανοικτό και εν προόδω, δύστροπο, φαντασμαγορικό και ανεξιχνίαστο, αντιμετωπίσθηκε με αμηχανία από την κριτική. Άλλοτε περιβλήθηκε μ’ έναν συνωμοτικό μανδύα σιωπής, άλλοτε μυθοποιήθηκε στο έπακρο και άλλοτε παραναγνώσθηκε ανηλεώς.[31] Ο Χειμωνάς, «ένας συγγραφέας που δε διαβάζεται εύκολα», σύμφωνα με τον Λίνο Πολίτη, «σημαδεμένος εξαρχής με τη σφραγίδα της ιδιοφυίας», κατά τον ισόβιο θαυμαστή του Δ. Ν. Μαρωνίτη, κατόρθωσε με τον λόγο του να «στερεώσει την ανθρώπινη φαντασίωση», προστατεύοντας ως άγρυπνος, σκοτεινός φρουρός την εναγώνια αίγλη της λογοτεχνίας.

Η πένθιμη αλαζονεία της συμπερασματικής του μυθοπλασίας αποκρυσταλλώνεται στο ύστατο, εις εαυτόν ερώτημα που θέτει στη Δύσθυμη Αναγέννηση:

Πώς μπορεί να υπάρξει σήμερα, μια εποχή εξαχρειωμένης ανακωχής, αποστειρωμένων διαπραγματεύσεων μεταξύ ανθρώπου και γνώσης που αργόσυρτα διεξάγουν μετριότατοι διανοητές, πώς να υπάρξει ο φυσικός δράστης μιας τέτοιας λογοτεχνίας, ο εμπόλεμος άνθρωπος; […] Αν ο δραματικός άνθρωπος, που δημιούργησε, καθιέρωσε και αποθέωσε η μεγάλη τέχνη στην ακμή της […] έχει υποφέρει ως το τέλος κι όλες του οι οδύνες έχουν όλες καταγραφεί και χαρακτηρισθεί, μπορεί η λογοτεχνία σήμερα να αναγεννηθεί εγκαινιάζοντας έναν άλλον κρίσιμο άνθρωπο, να αναδιεγείρει ό, τι πιο αρχικό διαφυλάξαμε, να αναπαραστήσει μιαν αμνήμονα, ηρωϊκή (με μια πανιστορική έννοια της λέξης) έξοδο του ανθρώπου στον κόσμο;[32]

[1] Για τον οποίο, ισχύει μ’ έναν απόλυτα εκκωφαντικό τρόπο η φράση του Μωρίς Μπλανσό στη Λογοτεχνία της καταστροφής: «ο συγγραφέας, η βιογραφία του: πέθανε, έζησε και πέθανε». Τα υπόλοιπα παρατίθενται προς κορεσμόν της γραμματολογικής περιέργειας: Ο Γιώργος Χειμωνάς γεννήθηκε στην Καβάλα το 1936. Σπούδασε Ιατρική στα πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Παρισιού, όπου ειδικεύθηκε στην νευρολογία, την ψυχιατρική και τη νευροψυχολογία, εκπονώντας διδακτορική διατριβή με θέμα «Συνείδηση, Λόγος και Αφασία». Δίδαξε νευροψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στα γράμματα εμφανίσθηκε το 1960 με το βιβλίο Πεισίστρατος, το οποίο τιμήθηκε με το Λογοτεχνικό Βραβείο του Δήμου Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν η Εκδρομή (1964), το Μυθιστόρημα (1966), ο Γιατρός Ινεότης (1971), ο Γάμος (1974), ο Αδελφός (1975), οι Χτίστες (1979), τα Ταξίδια μου (1984) και ο Εχθρός του Ποιητή (1990). Το 1970 συμμετείχε στην έκδοση του αντιδικτατορικού περιοδικού Δεκαοχτώ Κείμενα, δημοσιεύοντας την εισαγωγή του Γιατρού Ινεότη. Αυτή η ενέργεια είχε ως αποτέλεσμα την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο το 1972, η οποία και ανακλήθηκε το 1975, με τη Μεταπολίτευση. Μετέφρασε την Ηλέκτρα του Σοφοκλή, τις Βάκχες, τη Μήδεια και τον Ορέστη του Ευριπίδη, καθώς και Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Άμλετ και Μάκβεθ). Εξέδωσε, επίσης, πέντε βιβλία δοκιμιακής γραφής: Έξι Μαθήματα για τον Λόγο (1984), Ο Χρόνος και το Σύμβολο (1985), Η Δύσθυμη Αναγέννηση (1987), Τα Όνειρα της Αϋπνίας (1994) και Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ (1995). Απεβίωσε στο Παρίσι το 2000.
[2] Βλ. Γιώργος Δ. Παγανός, «Γιώργος Χειμωνάς», Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67, τόμος Η΄, Σοκόλης, Αθήνα 1992, σ. 250-297: 252-253.
[3] Ο όρος «λόγος» περιγράφει τις νοητικές εκείνες διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στα κέντρα του εγκεφάλου και αφορούν στην παραγωγή και αντίληψη της ομιλίας. Βλ., επ’ αυτού, Γιώργος Χειμωνάς, Έξι Μαθήματα για τον Λόγο, Αθήνα, ύψιλον/βιβλία, 1984.
[4] Ως εκ τούτου, μια μελλοντική συγκεντρωτική έκδοση των γραπτών του οφείλει να συμπεριλάβει τα δοκίμια και τις μεταφράσεις, ως ισότιμες πτυχές ενός ενιαίου και αδιαχώριστου σώματος. Ήδη στα Όνειρα της αϋπνίας, ο Χειμωνάς προειδοποίησε όλους εκείνους οι οποίοι θα συνέρεαν κραδαίνοντας την αιχμηρή λεπίδα του ανατόμου: «Γλωσσόφιλα ζωύφια που κατοικούν τα ερείπιά της. Λιθοφάγες αράχνες που μαλακώνουν με τα σάλια τους το πέτρωμα των νοημάτων της, για να το καταπίνουν εύκολα. […] [Ύ]στερα ψοφάν επειδή δεν μπορούν να το χωνέψουν» (Γιώργος Βέλτσος, Outre tombe. «Αλληλογραφία» με τον Γιώργο Χειμωνά, Πατάκης, Αθήνα 2008, σ. 98). Παρ’ όλ’ αυτά, οι φθισικοί κροκόδειλοι των σπουδαστηρίων, με απτόητο μένος, επιθυμούν διακαώς να γευματίσουν τα κατάλοιπά του, ανασυστήνοντας πρώιμες επεξεργασίες, νεφελώδη προσχέδια και δυσανάγνωστα πρωτόγραφα, θρυμματίζοντας το κείμενο σε τεταρτημόρια, υποενότητες ή μικρόκυκλους.
[5] Βλ. Γιώργος Χειμωνάς, Το ένατο μάθημα για τον Λόγο. Ομιλία-συζήτηση, Καστανιώτης, Αθήνα 2001, σ. 75.
[6] Βλ. Γιώργος Χειμωνάς, «Ο μεγάλος λόγος»: Έξι Μαθήματα για τον Λόγο, Αθήνα, ό.π., σ. 101: «Ο θεμέλιος λίθος του κειμένου – αλλά κι ο εναρκτήριος της γραφής […] είναι αυτό που αποκαλώ ν ό η μ α – β ί ω μ α. Ή, όπως ορίζεται στο Μυθιστόρημα […] ένα συναίσθημα φιλοσοφικό. Είναι μια ατόφια νοηματική αξία, που δεν χρωστά το κύρος της παρά στις ίδιες τις βιωματικές καταβολές του –αθέατου, δηλαδή απερίγραπτου– ήρωα, όπως δεν χρωστά και την επαλήθευσή της παρά στις ίδιες τις φοβερές πράξεις αυτού του ήρωα».
[7] Βλ. Γιώργος Χειμωνάς, Η Δύσθυμη Αναγέννηση, Αθήνα, ύψιλον/βιβλία, 1987, σ. 59: «Δύο είναι τα θέματα. Μπορούν να ονομασθούν θέματα-βιώματα γιατί τρέφονται από ένα καθημερινό βιωματικό υλικό, είναι αυτά τα συμπερασματικά συναισθήματα […], και ο απτά in vivo χαρακτήρας τους μαλακώνει την αλαζονική διατύπωσή τους».
[8] Βλ. όσα σχετικά γράφει σε διάφορα κείμενα και συνεντεύξεις του, όπως παρατίθεται στο Ευριπίδης Γαραντούδης, «Χρονολόγιο βίου και έργου Γιώργου Χειμωνά», στο Γιώργος Χειμωνάς Πεζογραφήματα, εισ.-επίμ.-χρον. Ευρ. Γαραντούδης, Καστανιώτης, Αθήνα 2005, σ. 540-541, 542-543, 577 και 584-585.
[9] Βλ. ό.π., σ. 542-543, 578, 580-581 και 584-585.
[10] Γιώργος Χειμωνάς, Το ένατο μάθημα για τον Λόγο, ό.π., σ. 26.
[11] Γιώργος Χειμωνάς, ό.π., σ. 27-28.
[12] Βλ. τη συνέντευξή του στον Jean-Pierre Salgas, «Georges Cheimonas: “je decris des états extrêmes”, στο «Χρονολόγιο βίου και έργου Γιώργου Χειμωνά», ό.π., σ. 513. Για το επιστημονικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο των δύο αυτών μεγάλων θεμάτων (νεοϋλιστική νευροψυχολογική θεωρία, φαινομενολογία, προσωκρατική φιλοσοφία, θεωρία του Λακάν και κριτική θεωρία του Φράυ), βλ. Κρίτων Χουρμουζιάδης, «Το ταξίδι στην Ιωνία. Η θεματική λογοτεχνία του Γιώργου Χειμωνά»: Εντευκτήριο 17 (Δεκέμβριος 1991), σ. 54-57.
[13] Βλ. Γιώργος Χειμωνάς, Η Δύσθυμη Αναγέννηση, ό.π., σ. 70.
[14] Γιώργος Χειμωνάς, «Ο Γιατρός Ινεότης», Πεζογραφήματα, ό.π., σ. 223.
[15] Ό.π., σ. 253.
[16] Γιώργος Χειμωνάς, Η Δύσθυμη Αναγέννηση, ό.π., σ. 32.
[17] Γιώργος Χειμωνάς, «Το τέλος του μύθου», Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, Καστανιώτης, Αθήνα 1995, σ. 158-159.
[18] Ό.π., σ. 159.
[19] Ό.π., σ. 145.
[20] Ό.π., σ. 159.
[21] Ό.π., σ. 160.
[22] Γιώργος Χειμωνάς, Η Δύσθυμη Αναγέννηση, ό.π., σ. 73.
[23] Γιώργος Χειμωνάς, «Ένα κείμενο δεν τελειώνει ποτέ», Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, ό.π, σ. 54.
[24] Γιώργος Χειμωνάς, «Ο Γάμος», Πεζογραφήματα, ό.π., σ. 290.
[25] Γιώργος Χειμωνάς, «Οι Χτίστες», Πεζογραφήματα, ό.π., σ. 354.
[26] Γιώργος Χειμωνάς, «Η αφασική, η ψυχωτική ομιλία», Έξι μαθήματα για τον Λόγο, ό.π., σ. 89.
[27] Γιώργος Χειμωνάς, «Συνομιλία με ποιητές», Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, ό.π., σ. 72.
[28] Παναγιώτης Μουλλάς, «Γιώργος Χειμωνάς», Αντί 77 (Μάρτιος 2000).
[29] Γιώργος Χειμωνάς, Η Δύσθυμη Αναγέννηση, ό.π., σ. 31.
[30] Ό.π., σ. 30-31.
[31] Δεκατέσσερα χρόνια μετά τον αδόκητο χαμό του, η πρόσληψη της λογοτεχνίας του παραμένει προβληματική. Οι φιλήσυχοι κριτικοί μας, ως συνήθως, κωφεύουν επιδεικτικά. Τον εξόρισαν στους παρνασσούς μιας άναυδης συγκατάβασης, τον αγκυροβόλησαν στα υψίπεδα της απόκρημνης πρωτοπορίας. Άλλοτε πάλι, τραυλίζουν κοινότοπες αοριστίες περί απωθητικής μεγαληγορίας και απροσπέλαστης εγκεφαλικότητας. Προφυλαγμένοι στον αεροστεγή τους σωλήνα, επιδίδονται στις προσφιλείς εντομολογικές τους εργασίες: απομακρύνουν τα σαπρόφυτα απ’ το σεπτό σκήνωμα του Βαλτινού, υπερηχογραφούν τον τυμπανιαίο οισοφάγο του πυρέρυθρου Ρίτσου ή απολυμαίνουν με ευλαβική σπουδή το γρανίτινο μαυσωλείο των Ακυβέρνητων πολιτειών. Ο Χειμωνάς υπήρξε μέχρι τέλους περιθωριακός και αποσυνάγωγος. Απεχθανόταν την αγορά, η οδυνηρή ματαιοδοξία του ας μην συγχέεται με τον υδροκέφαλο αναρριχητισμό των αισχρόβιων ανθυποσυγγραφίσκων της θλιβερής μας συντεχνίας που μυκτηρίζουν και κορδακίζονται, περιφέροντας το ανύπαρκτο έργο και το απύθμενο θράσος τους.
[32] Γιώργος Χειμωνάς, Η Δύσθυμη Αναγέννηση, ό.π., σ. 17.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: