Μια τοξικομανής της εναντιοδρομίας. Σκέψεις για τη Σώτη Τριανταφύλλου

CACHE_650X650_1_145007

Όλοι λατρεύουν να απεχθάνονται τη Σώτη Τριανταφύλλου. Οποιαδήποτε υποθετική δημοσκόπηση θα της παρέδιδε πανηγυρικά τα πρωτεία του πλέον μισητού προσώπου της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με ικανούς αντιπάλους τον πολλάκις κατασυκοφαντημένο και αποδιοπομπαίο Νίκο Δήμου, ενίοτε τη γραφική κακεντρέχεια του Ντίνου Χριστιανόπουλου και, οψίμως, την Κική Δημουλά, την οποία αρέσκονται να χλευάζουν, μεταξύ τυρού και αχλαδιού, οι ασύστολα ναρκισσευόμενοι ποετάστροι του διαδικτύου[1]. Κάθε εμφάνιση της Σώτης πυροδοτεί σωρεία αντιδράσεων και αναθεματισμών, με τις εμπρηστικές παρεμβάσεις της, τις έμπλεους φλέγματος και αυτοπαρώδησης συνεντεύξεις της και, προπάντων, τα στιβαρά άρθρα της για μια πλειάδα θεμάτων του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι. Αρκεί να περιδιαβάσει κανείς την πληθώρα των σχολίων που κατακλύζουν τον κυβερνοχώρο: ο θρίαμβος της σηπτικής οχλαγωγίας, των αχρείων ενστίκτων, της ρυπαρής χυδαιότητας. Η Τριανταφύλλου δεν παριστάνει το εντοιχισμένο έπιπλο ούτε το φιλήδονα βωβό δίποδο που δραπέτευσε από τη μέση ανδρική φαντασίωση. Η λογοτεχνία της ουδεμία σχέση έχει με τα θηλύπνευστα βαναυσουργήματα που εξεμούν θρασύδειλα οι διάφορες χολερικές πενθεσίλειες των ιθαγενών εκδοροσφαγείων. Δεν επέτρεψε να μολυνθεί από τον φλυκταινώδη φεμινισμό ούτε από τα έμφυλα ψιμύθια που επιπολάζουν στις παρυφές της συντεχνιακής κονίστρας.[2] Περαιτέρω, επειδή δεν βασανίζεται από την αγοραία «γυναικεία ευαισθησία», αποκτηνώνει τη μήνιν των εντεταλμένων δημοσιομαχούντων.[3] Περιέργως, στην περιλάλητη δημοκρατία της ισηγορίας και των ελευθεριών, η Τριανταφύλλου δεν δικαιούται να ομιλεί. Εκμαιεύει διαρκώς τη δυσανεξία της πρωτοπόρας εμπροσθοφυλακής, αποχαλινώνοντας τη μισαλλοδοξία που μοχθεί να εκπαραθυρώσει τη διαφορετική γνώμη λασπολογώντας, καθυβρίζοντας, στρεψοδικώντας. Με κραυγαλέα ψυχραιμία και ενοχλητική αυθάδεια, θα κατακεραυνώσει την Αριστερά για την θηριώδη της νωθρότητα, θα αποκαλέσει τον Αλέξη Τσίπρα αγράμματο και θα σπεύσει να πολιτογραφήσει σύσσωμους τους βιβλιοκριτικούς στον περιβόητο συνασπισμό των ηλιθίων. Δεν αναδεύει με σχολαστική επιμέλεια τα λύματα της ιδεολογίας, όπως της προσάπτουν βλακωδώς οι λαθροδιάσημοι παντογράφοι που ανδρώθηκαν στα φαιά πολυβολεία του Facebook. Όταν δεν βουλιάζει στις θάλασσες των εμμονών της –ορθολογισμός, εξακολουθητική εκκρεμότητα του εκσυγχρονισμού–, αρθρώνει ουσιαστικό λόγο που αντιστρατεύεται τη γλοιώδη συναισθηματολογία του αριστερού μελοδραματισμού ή τον αφελή πραγματισμό της φιλελεύθερης ρητορείας. Οι νεκροζώντανοι ζντανοφίσκοι ματαίως πασχίζουν να καλύψουν τη φλογώδη εχθρότητά τους με τον μανδύα που αφειδώς προσφέρει κάθε αόριστη αναγωγή στην αισθητική σφαίρα.[4] Γι’ αυτούς, η Σώτη είναι αν όχι ατάλαντη, πάντως μετριότατη συγγραφέας και πιστώνεται στη δαιμόνια αγέλη των οσφυοκαμπτών θαλαμηπόλων της Εξουσίας.

Μια πρόχειρη επισκόπηση των γραπτών της αποσβολώνει το δύσπιστο βλέμμα με την πολυμέρεια και την ανομοιομορφία τους. Εμβριθής ιστορικός, ακαταπόνητη συλλέκτρια ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ορκισμένη κινηματογραφόφιλη, χαλκέντερη μεταφράστρια. Το ευμέγεθες συγγραφικό σώμα της συμπτύσσει μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα, παιδικές ιστορίες και εγχειρίδια εκλαϊκευτικής φιλοσοφίας. Περίοπτη θέση κατέχει το σύντομο αλλά σημαίνον δοκίμιο για τον Μίκαελ Χάνεκε, έναν σκηνοθέτη όμοιας θερμοκρασίας και συναφούς προβληματικής. Προσκολλημένη στην πλούσια παράδοση των μειζόνων ρεαλιστών, η Τριανταφύλλου δηλώνει οπαδός της αυστηρά αφηγηματικής μυθοπλασίας, στην οποία προεξάρχει η πλοκή έναντι της γλώσσας, και το βάρος των ιστορουμένων κατισχύει των παιγνιωδών περιδινήσεων της γραφής. Το Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης έπληξε την παρατεταμένη αιθρία της ντόπιας ασημαντολαγνείας, κομίζοντας την αύρα της ανανέωσης: δεν αναμοχλεύει τα ελόβια ζωύφια της ηθογραφίας, δεν ελεεινολογεί τη χαμένη ομορφιά της υπαίθρου, δεν προσεύχεται στη σπαρακτική αθωότητα των ταλαίπωρων κορασίδων. Επιτέλους, ένα αστικό μυθιστόρημα έξω από το αφόρητο βαλκανικό κιτς, το οποίο δεν όζει ούζου, ταβερνείου και αρχοντορεμπέτικου, δεν σφυγμομετρεί τον ζέοντα ιδρώτα της εργατιάς και τους πλάνητες έρωτες που ανθίζουν σαν τις ανεμώνες στους σκιερούς μαντρότοιχους των προσφυγικών παραπηγμάτων.[5] Ωστόσο, η αφήγηση ήταν ξηρή, μονόχορδη, σχεδόν χρονογραφική, χωρίς να στίζεται από τις απαραίτητες ανάσες και τους ελιγμούς που προϋποθέτει μια στέρεα αρχιτεκτονική δόμηση. Η κάπως στυφή απαρίθμηση των γεγονότων προσομοίαζε με αδέξιο βιβλίο συμβάντων. Και στα επόμενα μυθιστορήματα της Σώτης, πολλοί θα επισημάνουν πως η γραφή της παραμένει τραχιά, απισχανσμένη και δύσροη. Οι Σπάνιες γαίες, παρά τη μεγαλεπήβολη σύλληψη, καταλήγουν ασπόνδυλες και αμήχανες, με το νήμα της αφήγησης να είναι ανισοβαρές και εύθρυπτο. Αντιθέτως, η Τριανταφύλλου αριστεύει στο δοκίμιο. Η συναγωγή πολιτικών άρθρων της Η φοβερή τροπή των πραγμάτων[6] οριοθετεί ένα πλατύ φάσμα προβληματισμού, εκτεινόμενο από τον κοινοβουλευτισμό και την εκπαίδευση[7] έως το Ισλάμ, την Εκκλησία και το όραμα της ενωμένης Ευρώπης. Μια αφοπλιστική ευρυμάθεια ισοσκελίζει τις ανεπιτήδευτες, παρατακτικές και μάλλον στεγνές προτάσεις της, ενώ η αδιαμφισβήτητη αλκή της επιχειρηματολογίας της ποικίλλεται με τα στίλβοντα άλγη του αφορισμού. Το επικαιρικό δείχνει να μετουσιώνεται σ’ ένα προσφυές ασκησιολόγιο παθολογοανατομίας, χαρτογραφώντας τις χρόνιες φλεγμονές, τα ανεπούλωτα τραύματα και τις συντριπτικές κακώσεις ενός κατ’ ουσίαν υποανάπτυκτου κράτους που δυναμιτίζεται από τους ρόγχους της προδιαγεγραμμένης του θνησιγένειας.

Παρότι χειροτεχνεί με απαράμιλλη επιδεξιότητα την πρόκληση, μετά από μια λαμπρή μαθητεία στα έδρανα της υψιπετούς πολεμικής, η Τριανταφύλλου κατορθώνει να διατηρήσει μια παράδοξη ρομαντική ελαφρότητα, η οποία την προφυλάσσει από τον πειρασμό του να καταστεί αυστηρός παιδαγωγός, άτεγκτος διδάχος ή βλοσυρός προπαγανδιστής. Απουσιάζει εκείνο το έκκεντρο πεισιθάνατο ρίγος της βορειοευρωπαϊκής άρνησης. Η μισανθρωπία δεν καταυγάζει τη γραφή της, δεν εκλύεται σωρηδόν από τους πόρους της πολυσχιδούς μυθοπλασίας της. Δεν αποτελεί την πρόφαση για φυγόκοσμες διακηρύξεις και λεονταρισμούς μηδενιστικής αυταρέσκειας. Υπάρχει μια παράφορη αγάπη για τη ζωή, το κακό αποφλοιώνεται από κάθε μεταφυσικό κέλυφος για να αποκαλυφθεί ο γυμνός πυρήνας της ανθρώπινης ύλης. Εκλείπει η διαβρωτική άλως του έκρυθμου, μανιώδους γλωσσοκοπήματος του Τόμας Μπέρνχαρντ, η όξινη ματαιοδοξία του αθεράπευτα κυνικού Σιοράν, η ασφυκτική μέγγενη των λεπιδωτών ιερεμιάδων της Ελφρίντε Γέλινεκ. Η χαριτωμένη αναίδεια γίνεται παρευθύς οξυδερκής ειρωνεία που χαλυβδώθηκε μέσα στην καταστατική αγελαστία της κομμουνιστικής ηθικής.

Καθόλου δεν ισχυρίζομαι πως η Τριανταφύλλου είναι άμοιρη στρεβλώσεων, συμψηφισμών ή σχηματοποιήσεων. Αρνούμενη πεισματικά να εξέλθει από τον –συχνά ακκιζόμενο– κλοιό του διαφωτιστικού κοσμοειδώλου, παρασύρεται σε υπερβολές. Κατατρύχεται, φέρ’ ειπείν, από τη νεύρωση του καινόσπουδου, επείγεται να προσαρτήσει τη χώρα στο καλπάζον άρμα του εξευρωπαϊσμού, μεταγγίζοντας επήλυδες λύσεις σωτηρίας. Ο αναμορφωτικός ζηλωτισμός της θεμελιώνεται στην ακράδαντη πεποίθηση πως ενσαρκώνει τον εμβρυουλκό μιας πρόωρης, ατροφικής νεωτερικότητας. Εξαιτίας της αφοσιωμένης συζυγίας με τη Λογική και τις ισχαιμικές στερεοτυπίες της, η όρασή της μοιάζει υπερμετρωπική, αδυνατώντας να διακρίνει τις κοντινές αποστάσεις. Όπως εύστοχα θα παρατηρούσαν οι επικριτές της, η εχεφροσύνη της συχνά υποκύπτει σε κομπορρήμονες ιεροφαντικές ιδεοληψίες σαν αυτές που ζωογονούν τους πλησιόσαυρους της αστείρευτης κομμουνιστικής ιλαροτραγωδίας. Η Ελλάδα, όπως αναδύεται μέσα από το Ο χρόνος πάλι, θυμίζει δυστοπία, έναν γηγενή, κακόγουστο Άρχοντα των μυγών. Τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ταριχευτήρια πυγμαίων εγκεφάλων, δύσοσμα ταχυφαγεία πολτοποιημένης σκέψης, αποθήκες ιζηματώδους σκουριάς και λειχηνόβρυτων κομματικών αντιπαραθέσεων, προωθούν την αλαζόνα τους ακινησία κραδαίνοντας τα σαθρά, σκωληκόβρωτα λάβαρα των αναχρονιστικών τους ψυχαναγκασμών. Εντούτοις, Ο χρόνος πάλι αποτελεί το ωριμότερο βιβλίο της. Περιλαμβάνει σπουδαίες σελίδες ατόφιας συγκίνησης και θλαστικού αυτοσαρκασμού, χωρίς ποτέ να εκπίπτει σε εμπαθείς αναμνησιολογίες ή αιματηρές σπονδές χαιρεκακίας. Πρόκειται για κείμενο υβριδικό, ένα πρισματικό ψηφιδωτό το οποίο διεμβολίζει τα σύνορα ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και την επινόηση, αποκρυσταλλώνοντας και συνοψίζοντας το μαγευτικό σύμπαν του αμιγώς μυθοπλαστικού της έργου: κι εδώ προεξέχουν η έρπουσα θλίψη της γενέθλιας κατοικίας, οι δολιχοδρομίες εντός των τειχών της οικογένειας («home is the most dangerous place» έγραψε κάποτε η Γιουντόρα Γουέλτυ)· η γλυκόπικρη τύρβη της Νέας Υόρκης, η απέραντη απόλαυση της ανάγνωσης. Τα εύθραυστα πλάσματά της είναι πρόθυμα να σπαταληθούν μέσα στις μαυλιστικές γνάθους μιας πόλης όπου οι φωσφορισμοί εναλλάσσονται με τον αδιαπέραστο ζόφο και η έξαψη της εφηβείας διασταυρώνεται με τη μακάβρια σαγήνη των ψυχοτρόπων. Ταυτόχρονα, ο Χρόνος πάλι αναψηλαφεί τις ακρώρειες μιας ατελεύτητης διανοητικής περιπέτειας.

Το αιρετικό της ηχόχρωμα οφείλεται σ’ ένα ιδιόρρυθμο αμάλγαμα που σφυρηλατήθηκε στην τεφρή μεταπολιτευτική Αθήνα της ψευδεπίγραφης ευμάρειας, της κίβδηλης «αλλαγής» και του ακόλαστου λαϊκισμού, γαλουχήθηκε στη σιδηρόφρακτη κυψέλη της κομμουνιστοπαγούς αριστεράς με τις μικροψυχίες, τις γελοιότητες, την αμβλύνοια του λοβοτομημένου ποιμνίου. Σ’ αυτό το άψογα λειτουργικό εκτροφείο προωθημένης ευγονικής, «τα κορίτσια [μεγαλώνουν] για να γίνουν ηλίθιες, τα αγόρια για να γίνουν τιποτένιοι»[8]. Η κατεδαφιστική της ωμότητα ας μην θεωρηθεί παράτονη εκζήτηση ή απότοκο ανεπίλυτων συμπλεγμάτων που εδράζονται στον βαρύθυμο τράχηλο του δυναστευτικού πατέρα. Απεναντίας, πρόκειται για το επικίνδυνο τίμημα, προκειμένου να αναδυθεί η υποκειμενικότητα και να συγκροτηθεί ο εαυτός, μέσα από τα πολλαπλά, αναδιπλούμενα στρώματα των αλλότριων παρασιτικών –και παραπλανητικών– φωνών. Επ’ αυτού, αξίζει να διαβάσει κανείς τον Ύμνο, πρώιμο πεζογράφημα της Άυν Ραντ, μιας συγγραφέως με την οποία συνομιλεί αδιόρατα η Τριανταφύλλου. Στον μετααποκαλυψιακό παιάνα της Ραντ, η πορεία από το πληθυντικό έρεβος στην απελευθερωτική ενικότητα συνιστά μια μυητική εμπειρία φωτισμού, διαμέσου ενός κυκεώνα σηραγγοειδών δαιδάλων. Για να κατακτήσει την πολυπόθητη ατομικότητα, ο ήρωας του Ύμνου χρειάζεται να αποφύγει τις μάχαιρες του σκοταδισμού, να παρακάμψει τη λιπαρή σιελόρροια των κηνσόρων.

Τα χαμερπή μορμολύκεια, συλλαβίζοντας την ξύλινη ιδιόλεκτο των μεταδικτατορικών αμφιθεάτρων, αναμασούν τις γνωστές πομφόλυγες περί οργανικών διανοούμενων, επιβάλλοντας ένα ιδιώνυμο καθεστώς λογοκρισίας. Ευτυχώς και προς απογοήτευσή τους, η Σώτη δεν θέλησε να ψιττακίσει τα μακρόσυρτα απομνημονεύματα της κρονόληρης συμμορίας του Περισσού.[9] Σε αντίθεση με όσους εκ των ομοτέχνων της μερίμνησαν να εκφράσουν μια σιωπηλή, έστω, υποστήριξη στο θάλλον ορθοπολιτικό ρεύμα, η Τριανταφύλλου εξίσταται, χωρίς την ασφάλεια που της προσφέρει ο ακαδημαϊκός θώκος, ούτε την κρατικοδίαιτη στοργή όσων επαίρονται για το δυσθεώρητο αντισυστημικό τους ανάστημα. Τα κείμενά της συνιστούν μάχιμη –με όση σημασιακή λάμψη έχει τυχόν απομείνει σ’ αυτή την ανεπανόρθωτα φθαρμένη λέξη– δημοσιογραφία. Χρειαζόμαστε ανυπερθέτως γόνιμους αντιρρησίες του διαμετρήματος της Τριανταφύλλου. Δεν βαυκαλίζεται ηδυπαθώς, ούτε θωπεύει με τη δέουσα σεμνοπρέπεια τα γιγαντιαία τοτέμ του κραταιού νεοελληνικού μας συντηρητισμού. Αντί να αναλωθεί σε ακατάσχετους γόους και εξεγερτήρια ρεκάσματα, καταγγέλλει τον φετιχισμό της βίας, τις επικίνδυνες συγκλίσεις λόγων φαινομενικά αντίρροπων, πλην όμως απελπιστικά ομομήτριων. Αποδομεί όσα συστήματα σκέψης αρδεύονται από βαθύτατα ολοκληρωτικές κοσμοθεωρίες, περίκλειστες στον απομονωτισμό και την ελπιδεμπορία. Στάθηκε καχύποπτη απέναντι στις βεβαιότητες και την καθυπνωτική τους διαφάνεια, με μοναδικό στόχο να διαιωνισθούν οι γεροντόφιλες νοοτροπίες μιας χώρας που θέλγεται από την απαράγραπτη μοιρολατρία του «ανάδελφου έθνους». Βδελύσσεται τη μειξοβάρβαρη αρρενωπότητα των δρεπανηφόρων μαρτύρων που λιτανεύει αδιάντροπα το αλάθητο Κόμμα και οι πεφωτισμένοι προφητάνακτές του. Εξαγριώνει, φυσικά, όσους προσδοκούν να βοσκήσουν τις παχύσαρκες χίμαιρές τους στους λειμώνες της άνηβης επαναστατικότητας ή διυλίζουν, ως άοκνοι γρυλασπάλακες, τους κωδίκελλους της λενινιστικής αγυρτείας. Επαμφοτερίζουσα και διαδονούμενη, απείθαρχη και παρορμητική, η Τριανταφύλλου αντιστέκεται στις εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Τι μένει λοιπόν από τη συνάντησή μας μ’ αυτή τη συναρπαστική γυναίκα; Θα προσκρούουμε στο νεφέλωμα της αδογμάτιστης ιδιοσυγκρασίας της. Θα παραλύουμε με τα καυστικά της αποφθέγματα, επώδυνα αγκιστρωμένοι στο αμείλικτο μέταλλο της φωνής της. Θα υποκλινόμαστε στην καταρρακτώδη ευφυΐα της. Πρωτίστως όμως, θα ευγνωμονούμε τη Σώτη Τριανταφύλλου.

[1] Οι ίδιοι ανέσυραν από τη λήθη τον Δημήτρη Δημητριάδη για να τον εγκαταλείψουν στις δάφνες μιας άκριτης αποθέωσης, αφού φρόντισαν να τον εκσπλαγχνώσουν και να τον αφυδατώσουν, προκειμένου να τον καταστήσουν εδώδιμο, κατάλληλο προς βρώσιν για κάθε λεπτεπίλεπτο στόμαχο.
[2] Παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο υποδέχθηκαν τις δηλώσεις της για τον γάμο των ομοφυλοφίλων ή τον δημόσιο θηλασμό, οι οποίες βραχυκύκλωσαν τη σχιζοειδή χρηστοήθεια του ενδημικού μας επαρχιωτισμού.
[3] Ο κατάλογος μακρύς: ωχρά ράκη του νεομαρξισμού, κλινοβιούντες πορνοσοφιστές, εσπέριοι οικονομολόγοι, πυρέσσοντες γελωτοποιοί, καλλίπυγες θεραπαινίδες των λαϊκών συμφερόντων κ.λπ.
[4] Έτσι, τα νωδά πτωματοφάγα, κρυμμένα στην υγρασία των υπόγειων θυρωρείων τους, κόπτονται να την εντάξουν στη χορεία της εγχώριας παραλογοτεχνίας. Εφόσον δεν συμμερίζεται την αιμοβόρο οιστρηλασία των κομισάριων, τον ένστυτο ενθουσιασμό που μεταμφιέζεται σε φαρισαϊκό ανθρωπισμό, καθίσταται εξαρχής και προγραμματικά πολέμιός τους.
[5] Μας χαρίζει, συν τοις άλλοις, δύο συγκλονιστικές προσωπογραφίες: οι ηρωίδες της Τριανταφύλλου, με τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες και τους κλυδωνισμούς τους, βιώνουν την ερήμωση σ’ ένα άνυδρο τοπίο συναισθηματικής ένδειας και αβάστακτου ψυχικού φόρτου.
[6] Athens Voice Books, Αθήνα 2012.
[7] Εδώ εκφέρονται αρκούντως δηκτικές απόψεις, οι οποίες θα δυσαρεστήσουν πολλούς, παροικούντες ή μη τα ένδοξα πανδιδακτήριά μας. Ας συνυπολογισθεί πάντως πως γράφει εκ πείρας αλλά και εκ περιουσίας, όντας κάτοχος δύο πανεπιστημιακών πτυχίων και δύο διδακτορικών τίτλων και όχι κανένα μωρόπιστο φοιτητάριο ή επαγγελματίας καταληψίας που ονειρώττει τη νεκρανάσταση του Προέδρου Μάο και σχεδιάζει μπριγάδες στην ηλιόλουστη Κούβα.
[8] Ο χρόνος πάλι, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2009, σ. 373.
[9] Εξού και της επεφύλαξαν χείμαρρους σταλινικής κοπρολαλίας. Ως συνήθως, όσοι μένουν έκθαμβοι μπροστά στην κρυστάλλινη άρθρωση της Λιάνας Κανέλλη ή τις λάβρες ιαχές που εξαπολύουν οι θεσπέσιες ηγερίες του αντιπολιτευτικού χαρακώματος χειροκρότησαν ηχηρά.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: