Η «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου

Identical_Twins,_Roselle,_New_Jersey,_1967

Συγγραφέας μιας σειράς διεισδυτικών δοκιμών λογοτεχνικής κριτικής, ο τριαντατετράχρονος Λευτέρης Καλοσπύρος εισήλθε δυναμικά στον στίβο της μυθιστοριογραφίας: τον Οκτώβριο του 2013 κυκλοφόρησε η Μοναδική οικογένεια από τις εκδόσεις Πόλις. Θα απογοητευθούν όσοι ορέγονται να μηρυκάζουν εύπεπτους πολτούς γλαφυρών εξιστορήσεων ή προσδοκούν πάμφωτες νησίδες νατουραλιστικής ορθοφροσύνης. Αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής εδώ καθίσταται ευθύς εξαρχής η γλώσσα· με τις σαγηνευτικές αποχρώσεις, τους σφοδρούς κυματισμούς και τις αιφνίδιες αναρριπίσεις της, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη στους ριψοκίνδυνους ακροβατισμούς μιας εκθαμβωτικά λεπταίσθητης σκηνοθεσίας. Επιδέξιος χειριστής ενός δύστροπου υλικού, ο Καλοσπύρος κατόρθωσε να τιθασεύσει με αριστοτεχνική δεινότητα το μάλλον ετερόκλητο σύνολο των κειμένων που συναρθρώνουν τη φιλόδοξη μυθιστορηματική του σύνθεση. Αυτή η εντυπωσιακή πολυυφία συντονίζεται πλήρως με το αποσπασματικό, εντροπικό και χαώδες σύμπαν της μεταμοντέρνας μυθοπλασίας του. Πέραν της πασίδηλης μεταμυθοπλαστικής διάστασης (με το εγκιβωτισμένο δράμα Η μοναδική οικογένεια να συνιστά το αβαρές κέντρο γύρω από το οποίο διακλαδίζονται οι υπόλοιπες αφηγήσεις), ο λόγος του Καλοσπύρου παλινδρομεί ανάμεσα στην στιβαρή μπαρόκ επιτήδευση και το αυτιστικό, συγκεκομμένο ιδίωμα της διαδικτυακής ταχυγραφίας. Η μόνη μου ένσταση αφορά στον κάπως χαλαρό κορμό της αφήγησης, η οποία παρεμβάλλεται ανάμεσα στις πράξεις του θεατρικού έργου. Θα περίμενα, λόγου χάριν, περισσότερες σελίδες «εξομολογητικής αυτοανάλυσης» από τον αυτόχειρα Ανδρέα. Κατά τη γνώμη μου, οι χαρακτήρες του πατρός Αριθμέντη, του Αλέξη ή της Ντάλιας δεν αποφεύγουν τη σχηματοποίηση, ενώ ορισμένες άλλες πτυχές της πλοκής θα μπορούσαν να φωτισθούν περαιτέρω (όπως, επί παραδείγματι, το ερωτικό τρίγωνο των αδελφών Αριθμέντη με τη φοιτήτρια Ντάλια ή το πλέον μυστηριώδες πρόσωπο του μυθιστορήματος, ο Βασίλης). Θα υποτιμούσαμε, ωστόσο, την οικονομία της υδραργυρικής ενορχήστρωσης που επιτάσσει το όραμα του Καλοσπύρου, αν σπεύδαμε να προσαράξουμε στα ασφαλή κρηπιδώματα μιας ξηρής, νηπιακής αληθοφάνειας. Εξόχως πλούσιες (παρότι εντέχνως διακριτικές και συχνά παιγνιωδώς υπόρρητες) αποδεικνύονται και οι διακειμενικές συνομιλίες της Μοναδικής οικογένειας: οι φασματικές παρουσίες του Μπέκετ και του Πίντερ (διαμέσου, βέβαια, του ακραία μεταμοντέρνου μινιμαλιστικού θεάτρου του Ντον ΝτεΛίλλο), οι ιλιγγιώδεις λεκτικοί παροξυσμοί του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, ο Μποντριγιάρ και η λοξή όραση της «επιστημονικοφανταστικής» σημειολογίας του, ο σκοτεινός new age σουρεαλισμός του Ντέιβιντ Λιντς, ο πανταχού παρών βαρυσήμαντος και ακρογωνιαίος Τόμας Πίντσον, τα δυσλειτουργικά παιδιά-θαύματα του Λευκού Θορύβου και των Ονομάτων, ο οξύπικρος σαρκασμός των ακόρεστων διανοούμενων του Φίλιπ Ροθ, τα εγκάθειρκτα ανώνυμα πλάσματα του Αντονά, οι ερεβώδεις διασημότητες του Μιχάλη Μιχαηλίδη κ.ά. Σε αντίθεση με τις Διορθώσεις του Φράνζεν ή το Infinite Jest του Γουάλας, η οικογενειακή σάγκα του Καλοσπύρου είναι μάλλον ημίαιμη (ή, ορθότερα, μεταλλαγμένη): ελάχιστα πληροφορούμαστε για τον «ζοφερό οίκο» των Αριθμέντη, και αυτά μέσω κρυπτικών μεταμορφώσεων, ερμητικών συμβολισμών και εκρηξιγενών παρωδιακών συστοιχίσεων. Το αρχείο της Μοναδικής οικογένειας φέρει εντός του το έκτυπο ίχνος του θραυσματικού και του ανολοκλήρωτου. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια γραφή ασπαίρουσα, που συστρέφεται και αναδιπλώνεται, με τους κρατήρες, τις ρωγμές, τις εξελκώσεις, τους σεληνοειδείς σπονδύλους, τα εύφλεκτα φυμάτια που βλασταίνουν με λερναία ταχύτητα. Το αμφίρροπο εγχείρημα του Καλοσπύρου έγκειται όχι τόσο στη μέριμνα της εξύφανσης ενός στέρεου, αρραγούς κειμενικού οικοδομήματος, το οποίο επιδεικνύει φιλάρεσκα την τεχνουργημένη του συμπάγεια, όσο της ανάδυσης ενός ανοικτού, εκκρεμούς σώματος ετερόρρυθμων γραφών που εξέχουν, πάλλονται, παλινωδούν και παρεκτρέπονται σ’ έναν αστερισμό αλλεπάλληλων στιβαδώσεων και ακατάπαυστων περιχωρήσεων. Τι όμως συγκροτεί την Αληθινή οικογένεια; Σπαράγματα διηγημάτων, περίκομψα παστίς, ανισοϋψείς ασκήσεις παράφορου φορμαλισμού, ασθματικές διελκυστίνδες ασύδοτης λεξιμαργίας. Στον πυρήνα της ποιητικής του Καλοσπύρου υποφώσκει το μέγιστο καταστατικό ερώτημα: όχι τόσο αν η γλώσσα δύναται εν τέλει να εκφράσει την κατακερματισμένη ολότητα του κόσμου, όσο αν υπάρχει –ή μπορεί ποτέ να υπάρξει– άλλη πραγματικότητα πέραν του κειμένου και των αλυσιτελών κατοπτρισμών που αυτό παράγει. Το σύμπαν μοιάζει καταδικασμένο να συρρικνωθεί, προκειμένου να χωρέσει στις σελίδες ενός μυθιστορήματος. Κι αν ολόκληρη η θεωρία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα υπήρξε ένα απέραντο ορυχείο θανάτων, ο Καλοσπύρος σήμερα –και ευτυχώς– δεν παριστάνει τον επιμελή αντιγραφέα κηδειόσημων, ούτε φυσικά ζηλοί δόξαν συμπιλητή, μετατονιστή ή εγγαστρίμυθου. Βαθύς γνώστης των τρομερών σεισμικών δονήσεων που προκλήθηκαν από το 1950 και εντεύθεν, δεν προτίθεται επ’ ουδενί να θερμιδομετρήσει τα δυσώδη αιματεμέσματα της άληστης εμφύλιας σύρραξης, να σμιλέψει σπαραξικάρδια σκαριφήματα εύρωστης, ανδροπρεπούς ηθογραφίας, πόσο μάλλον να καταστεί ο ακριβοδίκαιος παλμογράφος της απαρασάλευτης λαϊκής γνησιότητας. Παρά τα τρωτά της σημεία (οφειλόμενα στην πρωτόλεια φύση της), η Μοναδική οικογένεια αποτελεί αδιαμφισβήτητο επίτευγμα· ήρθε για να ταράξει τα χρονίως λιμνάζοντα ύδατα της αναιμικής εγχώριας πεζογραφίας, ενσαρκώνοντας το βίαιο, απαρέγκλιτο αίτημα που διατράνωσε ο Αρθούρος Ρεμπώ, λίγο πριν εγκαταλείψει δια παντός την ποίηση: il faut être absolument moderne.

Η μέχρι στιγμής υποδοχή της Μοναδικής οικογένειας από την καθ’ ημάς κριτική, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, επέτρεψε να εκδιπλωθούν τα γνωστά φοβικά σύνδρομα απέναντι στον ολετήρα μεταμοντερνισμό και τις τοξικές αναθυμιάσεις που απειλούν να δηλητηριάσουν τον ακηλίδωτο και κόσμιο ρεαλισμό μας. Το κατηγορητήριό τους προβλέψιμο και απολύτως κοινότοπο: αδιέξοδοι αυτοαναφορικοί ακκισμοί, έλλειψη κοινωνικού ερείσματος, επιδειξιομανής αμετροέπεια· επιδράσεις που παραμένουν αμετουσίωτες· αδέξια, ανοικονόμητη εγκυκλοπαιδικότητα· εξακολουθητική καταβύθιση στις τρικυμιώδεις αβύσσους μιας άναρχης, διαβρωτικής γλωσσολαγνίας. Πρόκειται, φυσικά, για απερίσκεπτες (έως ανιστόρητες) γενικότητες και αοριστολογίες, εμφορούμενες από μια εν πολλοίς μονολιθική, αρτηριοσκληρωτική και αστυνομική αντίληψη για τη λογοτεχνία. Αναρωτιέμαι ποια μυθιστορήματα παρακμιακής και φθοροποιού μεταμοντέρνας αισθητικής έχουν σημειώσει στις δέλτους τους. Πόσο «προβληματικά», «ανερμάτιστα» και «περίκλειστα», άραγε, είναι έργα όπως το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας, ο Λευκός θόρυβος ή οι Αναγνωρίσεις (για να περιοριστώ, δειγματοληπτικά, στην αμερικανική μεταμοντέρνα λογοτεχνία της τελευταίας πεντηκονταετίας); Από τον Μπαρθ, τον Γκάντις, τον Πίντσον και τον ΝτεΛίλλο έως την Άντζελα Κάρτερ, την Α. Σ. Μπάιατ και τον Ουελμπέκ, ό,τι περιβλήθηκε με τον φθορίζοντα μανδύα του μεταμοντέρνου, όχι μόνο ανανέωσε δραστικά τη μυθιστοριογραφία οδηγώντας την στο ύπατο σημείο της ακμής της ως λογοτεχνικό είδος, αλλά συνεχίζει να ομνύει μεγαλοφώνως στην ανεπίληπτη φαντασμαγορία της αφήγησης. Εκτός από συστηματικοί υπονομευτές, αχαλίνωτοι ασελγοί και μυωπικοί τυμβωρύχοι των ιερών και των οσίων της φιλολογικής ορθοδοξίας, άπαντες οι προαναφερθέντες τυγχάνουν κατά κύριο λόγο αμετανόητοι λάτρεις της αυθεντικής, σφύζουσας μυθοπλασίας, ακολουθώντας το λαμπρό νήμα σπουδαίων Ευρωπαίων και Αμερικανών δημιουργών όπως ο Θερβάντες, ο Σουίφτ, ο Στερν, ο Μέλβιλ ή ο Φώκνερ. Εις εκ των κριτικών που ασχολήθηκαν με τη Μοναδική Οικογένεια τιτλοφόρησε το καθ’ όλα εμπεριστατωμένο σημείωμά του «Λαβύρινθος χωρίς Μινώταυρο». Θα τολμήσω να του αντιτείνω το αριστουργηματικό «ατελές» Σπίτι από φύλλα του Ντανιελέφσκι –και την απαστράπτουσα δαιδαλώδη ματαιοπονία του–, το οποίο καταδεικνύει, με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο, πως η ίδια η αφήγηση, το Βιβλίο (που ονειρεύτηκαν επανειλημμένως ο Μαλλαρμέ, ο Μπόρχες και ο Ντερριντά) αναλαμβάνει ταυτόχρονα τον ρόλο και του Μινώταυρου και του λαβυρίνθου.

Θοδωρής Σταμάτης

Advertisements

Tagged: , , ,

6 thoughts on “Η «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου

  1. ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Απρίλιος 27, 2014 στο 20:02

    Τι καταπληκτικό κείμενο γι’ αυτό το υπέροχο βιβλίο! Παρακαλώ τον κ. Σταμάτη να έρθει σε επαφή μαζί μου. Υπάρχω… και στο Facebook ως Achilleas Kyriakidis.

    Μου αρέσει!

  2. Θοδωρής Σταμάτης Απρίλιος 28, 2014 στο 09:41

    Κύριε Κυριακίδη,
    Σας ευχαριστώ θερμά για το τόσο ενθαρρυντικό σας σχόλιο. Το mail μου είναι thodoris.stamatis@gmail.com.

    Μου αρέσει!

  3. Γιώργος Πινακούλας Μαΐου 2, 2014 στο 20:08

    Πολύ ωραίο το κείμενό σου, Θοδωρή. Και εξαιρετικό βέβαια και το βιβλίο του Καλοσπύρου. Διαβάζοντας τώρα όσα γράφεις για την εχθρική στάση της ντόπιας κριτικής απέναντι στον μεταμοντερνισμό, μου γεννήθηκε η εξής απορία: Ο μεταμοντερνισμός, ως καλλιτεχνικό ρεύμα, γεννήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έφτασε στην ακμή του στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80. Σήμερα όμως μπορούμε να πούμε πως ανήκει πια στην ιστορία της τέχνης και της λογοτεχνίας. Αφενός η οξεία αντίδραση εναντίον του μετά το 1980 και αφετέρου η εξάντλησή του ως ρεύματος ανανέωσης τον κάνουν, νομίζω, ένα ξεπερασμένο πια κίνημα. Δεν είναι βέβαια κάτι νεκρό – όπως δεν είναι νεκρός και ο ρομαντισμός, ο ρεαλισμός ή ο μοντερνισμός. Δε φαίνεται όμως να είναι το κυρίαρχο καλλιτεχνικό ρεύμα στην παρούσα φάση. Ποια είναι λοιπόν η αιτία που οι κριτικοί μας επιτίθενται με τόσο πάθος στο μεταμοντέρνο; Αφού πέρασε η εποχή της ακμής του, γιατί το αισθάνονται ως απειλή;

    Μου αρέσει!

  4. Θοδωρής Σταμάτης Μαΐου 3, 2014 στο 08:11

    Σ’ ευχαριστώ για το εύλογο σχόλιό σου, Γιώργο. Θα συμφωνήσω, σε γενικές γραμμές, μαζί σου. Ο μεταμοντερνισμός ως λογοτεχνικό ρεύμα κορυφώθηκε τη δεκαετία του 1980, εξαντλώντας σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική του. Ορισμένοι θεωρητικοί κάνουν ήδη λόγο για «μετα-μεταμοντέρνο», προκειμένου να συμπεριλάβουν μια πλειάδα συγγραφέων (Γουάλας, Ρίτσαρντ Πάουερς, Τσακ Πάλανιουκ κ.ά), οι οποίοι εμφανίσθηκαν την τελευταία τριακονταετία, προϋποθέτοντας τη μείζονα μεταμοντέρνα λογοτεχνία. Από την άλλη πλευρά, ηγετικές μορφές του κινήματος, όπως ο Μπαρθ, ο Πίντσον, ο Γκας ή ο Κούβερ, συνεχίζουν να παράγουν σπουδαία μυθιστοριογραφία, η οποία δεν διαφοροποιείται αισθητά από το προηγηθέν –κατά τα έτη της παραδεδεγμένης ακμής– έργο τους. Σε καμία περίπτωση, φυσικά, δεν συμμερίζομαι όσους έσπευσαν να διακηρύξουν την θριαμβευτική παλινόρθωση του μοντερνισμού. Όσον αφορά το εξαιρετικά καίριο ερώτημα που διατυπώνεις, νομίζω πως η εγχώρια κριτική αρνείται πεισματικά ή αδυνατεί να συντονισθεί με τις εξελίξεις που συνέβησαν στον χώρο της παγκόσμιας μυθιστοριογραφίας εδώ και περίπου μισό αιώνα. Ο μεταμοντερνισμός αντιμετωπίσθηκε αρχικά με παγερή αδιαφορία και, εν συνεχεία, με απροκάλυπτη εχθρότητα: η πλειονότητα όσων δαιμονοποίησαν τον μεταμοντερνισμό αναμασά τις γνωστές, στερεότυπες αιτιάσεις του «όλα επιτρέπονται», του «φύρδην μίγδην», και του «πολτού», ενώ άλλοι κατακρίνουν την ανευλαβή σύγχυση ανάμεσα στο «υψηλό» και το «χαμηλό» που απειλεί να καταβαραθρώσει οποιαδήποτε καθιερωμένη και στατική αντίληψη περί αισθητικής. Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική έκφραση του μεταμοντέρνου παρακάμφθηκε επιδεικτικά.

    Μου αρέσει!

  5. Γιώργος Πινακούλας Μαΐου 3, 2014 στο 16:38

    Αγαπητέ Θοδωρή, νομίζω πως έχεις απόλυτο δίκιο σε όσα γράφεις για την αδυναμία της κριτικής μας να παρακολουθήσει τις εξελίξεις στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι των τελευταίων δεκαετιών. Αναρωτιέμαι μάλιστα μήπως είναι ένα γνώρισμα της πνευματικής μας ζωής εν γένει. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, τη φιλοσοφία: οι δύο μεγάλοι φιλόσοφοί μας, ο Κονδύλης και ο Ράμφος, πρέπει μάλλον να χαρακτηριστούν ως μοντερνιστές και αντιμεταμοντέρνοι.

    Μου αρέσει!

  6. Θοδωρής Σταμάτης Μαΐου 4, 2014 στο 13:37

    Συμφωνώ και επαυξάνω. Πρόκειται για σύμπτωμα το οποίο διατρέχει όλο το φάσμα της πνευματικής μας ζωής. Η δυσανεξία της ημεδαπής διανόησης απέναντι στην σαρωτική επέλαση του μεταμοντέρνου υπήρξε έντονη και εξακολουθητική. Η ίδια η «Θεωρία» (όπως συνηθίζεται να αποκαλείται συνοπτικά –και συχνά υποτιμητικά– η μετανεωτερική σκέψη) σχεδόν ποινικοποιήθηκε για μια σειρά «τρομοκρατικών ενεργειών» που επιχειρούσαν να εξαρθρώσουν κάθε νεωτερικό κεκτημένο: ερμηνευτική αυθαιρεσία, ηθικό σχετικισμό, μηδενιστική καχυποψία, άκρατη αποθέωση της γλώσσας και της ρητορικής κ.λπ. Περαιτέρω, όσοι υπερασπίζονται σθεναρά τον Διαφωτισμό και τα προτάγματά του είδαν τον μεταμοντερνισμό ως τη μέγιστη απειλή οπισθοδρόμησης στο μεσαιωνικό, σκοταδιστικό χάος του προνεωτερικού παραδείγματος.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: